H πρόσληψη των πόλεων, το πώς έχουμε στο μυαλό μας τις πόλεις, με σημείο αναφοράς το ταξιδιωτικό τους ενδιαφέρον, το πόσο ελκυστικοί τουριστικοί προορισμοί μπορεί να είναι, το πόσο πανέμορφες και αξιοθέατες μπορεί να είναι, είναι ένα πράγμα, η ζωή για τους κατοίκους εντός των συγκεκριμένων πόλεων είναι ένα άλλο, διαφορετικό. Ανάμεσα σε όλα τα υπόλοιπα οι μεγαλουπόλεις έχουν και -ορατά ή αόρατα, πάντως υπαρκτότατα- εσωτερικά ταξικά σύνορα: οι καλές περιοχές, οι υποβαθμισμένες γειτονιές, οι ενδιάμεσες συνοικίες – όλα ταξικά χωροθετημένα κι όλα κομμάτια του τελικού παζλ που ονομάζεται π.χ. Βαρκελώνη. Κι αν ούτως ή άλλως οι οικονομικές ανισότητες μεταξύ των ανθρώπων, οι ανισότητες των συνθηκών διαβίωσής τους είναι από μεγάλες ως χαώδεις (ενδεχομένως συνολικά στην ιστορία και σίγουρα στον καπιταλισμό), δεν θα μπορούσε να συμβαίνει αλλιώς εντός των ίδιων των αστικών κέντρων. Και πρόκειται για καταστάσεις όχι παγιωμένες, για καταστάσεις με διαρκή δυναμική, με το gentrification να είναι μια πιο πρόσφατη μορφή τους. 

Και αν τις τελευταίες δεκαετίες μπήκε στο προσκήνιο το ζήτημα της μετανάστευσης από άλλα κράτη και άλλες ηπείρους προς την Ευρώπη, όχι τόσο πολύ παλιότερα (αλλά αρκετά ξεχασμένα από τον δημόσιο διάλογο) κυριαρχούσε η εσωτερική μετανάστευση, καθώς η κινητικότητα για την επιδίωξη μιας καλύτερης ζωής ήταν πάντα ένα βασικό ζητούμενο. Στις μεταπολεμικές δεκαετίες η αστυφιλία και η συγκέντρωση στα μεγάλα αστικά κέντρα, με την εγκατάλειψη αγροτικών περιοχών έδωσε και πήρε. Εκτός από τους αμιγώς οικονομικούς λόγους, υπήρχαν ενίοτε και πολιτικοί. Και η Ισπανία είχε έναν αιματηρότατο εμφύλιο στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1930, καθώς και δικτατορία του Φράνκο επί δεκαετίες. Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1950 εσωτερικοί μετανάστες από την Εξτρεμαδούρα και την Ανδαλουσία αγοράζουν περιοχές σε ένα λόφο πάνω από τη Βαρκελώνη. Θεωρητικά θα μπορούσε να είναι μια περιοχή φιλέτο, έχει ωραία θέα πάνω απ’ την πόλη. Αν είχαν προλάβει να την αγοράσουν τα κατάλληλα συμφέροντα, η περιοχή θα είχε αξιοποιηθεί αντίστοιχα και ταχύτατα. Και βασικά σήμερα είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς πως δεν θα είχαν προλάβει τα κατάλληλα συμφέροντα να κάνουν τη γη δική τους. Μπορούμε να κάνουμε εδώ συνειρμούς για θεματικές συγγένειες με τον «Μοϊκανό» που παιζόταν τις τελευταίες εβδομάδες στους κινηματογράφους. Ίσως λοιπόν το 1957 η πολιτική εξουσία, ακόμα και η εξουσία της δικτατορικής δεξιάς, δεν είχε την ισοπεδωτική, αναντίρρητη, αυτονόητη, φυσιολογική, νομιμοποιημένη δύναμη που έχει η οικονομική εξουσία σήμερα, ο νόμος της αγοράς, ο νόμος της ανάπτυξης. 

Οπότε η απάντηση των Αρχών ήταν να αντιμετωπίσουν τους ανθρώπους αυτούς ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας, προσπαθώντας να τους εμποδίσουν να εγκατασταθούν στην περιοχή. Πώς; Με έναν τρόπο που μοιάζει σουρεαλιστικά αδιανόητος. Αλλά επειδή «Το 47» βασίζεται σε αληθινή ιστορία κι επειδή πέραν του πόσο ιστορική παραχάραξη θα αποτελούσε, το συγκεκριμένο παραείναι κουλό για να το σκεφτεί μυθοπλαστικός νους καθώς θα του χτυπούσαν όλα τα καμπανάκια αναληθοφάνειας, φαίνεται ότι υπήρχε κάποιος νόμος, κάποια διάταξη πολεοδομική, κάτι τέτοιο, η οποία ούτε λίγο ούτε πολύ όριζε πως αν κατά τη διάρκεια της νύχτας και μέχρι να χαράξει ο ήλιος είχαν χτιστεί οικήματα με σκεπή, τότε θα νομιμοποιούνταν και θα παρέμεναν στη θέση τους. Αν όμως δεν είχε προλάβει να μπει σκεπή, άμεση κατεδάφιση.  

Και κάπως έτσι χτίστηκε τούβλο – τούβλο η πιο φτωχογειτονιά δεν γίνεται του Τόρε Μπαρό από τα χέρια των ίδιων του των κατοίκων. Και βρισκόμαστε στο 1977, έχουν περάσει είκοσι χρόνια και σιγά σιγά κάπως ήρθε με ένα σωρό προβλήματα και το ηλεκτρικό, κάπως και η αποχέτευση, αλλά δρόμοι ασφαλτοστρωμένοι δεν υπάρχουν, οι κάτοικοι για να πηγαίνουν στις δουλειές τους ή σε όποια άλλη δραστηριότητα στη Βαρκελώνη έπρεπε να πάνε ποδαράτα κατηφορικά κι ανηφορικά χιλιόμετρα. Ο Μανόλο είναι οδηγός λεωφορείου και αρχίζει να προσπαθεί να ικανοποιήσει δια της νομίμου οδού το αίτημά του για διάνοιξη λεωφορειακής γραμμής και προς τον Τόρε Μπαρό. O Φράνκο έχει πεθάνει, η μετάβαση στη δημοκρατία δεν είναι ούτε χωρίς τα προβλήματά της, ούτε ο παράδεισος επί της γης, οι φτωχοί και οι αδύναμοι τείνουν πάντα να αντιμετωπίζονται ως φτωχοί και αδύναμοι. Επίσης υπάρχει ένα πρόβλημα γλώσσας, ένα πρόβλημα συνεννόησης. Ο Μανόλο ως εσωτερικός πρόσφυγας στην Καταλονία, δυσκολευόταν πάντα με τα καταλανικά. Προσπαθεί να μιλήσει στα καταλανικά και δεν του είναι φυσικό, κάνει πρόβες, προσπαθεί να μιλήσει στα γραφειοκρατικά και δεν του είναι φυσικό, κάνει πρόβες, η κάθε εξουσία -έστω και τοπική- έχει τη δική της γλώσσα, απαιτεί να ξέρεις να την μιλάς σωστά προκειμένου να αρχίσει έστω να σε ακούει.

Αλλά εντάξει, ο Μανόλο όσο και να τρώει γραφειοκρατικές πόρτες και ματαιώσεις δεν είναι από εκείνους που θα το βάλουν κάτω. Και μολονότι αυτό που τελικά έκανε μόνο μυστικό δεν το λες, αν έχεις δει ή ακούσει το παραμικρό για την ταινία, μολονότι κι η περιγραφή της ταινίας με δέκα λέξεις περιλαμβάνει ακριβώς αυτό που έκανε, σεβόμενος όσους τη δουν χωρίς να ξέρουν κάτι, δεν θα πω τι έκανε. Προσπαθώ όμως να σκεφτώ το είδος της αντίδρασης που θα δεχόταν μια τέτοια πράξη σήμερα. Αν τότε, στα ξεκινήματα της δημοκρατίας στην Ισπανία και στο ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο των τελών της δεκαετίας του εβδομήντα, η πράξη του αντιμετωπίστηκε πολύ ευνοϊκά από την κοινή γνώμη, πώς θα αντιμετωπιζόταν άραγε στο 2025; Θα υπήρχε προφανώς ξανά αποδοχή. Θα έτρεχε όμως παράλληλα και μια λυσσαλέα και οργανωμένη εκστρατεία αποδόμησης. Η επίθεση θα ήταν σε όλα τα μέτωπα. Η ίδια η πράξη και οι συνέπειές της (οι ύμνοι στην ανάγκη τήρησης των νόμων, ειδάλλως θα γίνουμε ζούγκλα κλπ) και ύστερα το πρόσωπο. Κάτι θα βρισκόταν εις βάρος του. Κάτι θα είχε κάνει κι αυτός. Αλίμονο.

«To 47» τoυ Μαρσέλ Μπαρένα, σάρωσε στα ισπανικά κινηματογραφικά βραβεία, σημείωσε ρεκόρ εισπράξεων στο ισπανικό Box Office και ήδη τις πρώτες ημέρες προβολής του σκίζει και στην Ελλάδα. Το καλοκαίρι είναι καλή εποχή για ισπανικό κινηματογράφο και νομίζω ότι πρόκειται για μια εύστοχη επιλογή της ελληνικής διανομής να παίζει ισπανικές ταινίες στα θερινά. Τον χειμώνα «Το 47» μπορεί και να χανόταν ανάμεσα στις μυλόπετρες. Ίσως βέβαια γενικότερα στην Ελλάδα θα έπρεπε οι ταινίες να παίζονται μόνο σε θερινά σινεμά, ίσως οι κανονικές αίθουσες όσο κι αν προσφέρουν πέντε χιλιάδες φορές καλύτερη ποιότητα εικόνας και ήχου, να θυμίζουν πια τόσο τις άλλες οθόνες με τις οποίες ζούμε καθημερινά, ώστε αυτό να λειτουργεί αποθαρρυντικά, ενώ στα θερινά υπάρχει πάντα ο ουρανός από πάνω και οι πολυκατοικίες με τα φωτισμένα παράθυρα στο φόντο, ώστε να νιώθεις πως κάτι διαφορετικό συμβαίνει εδώ συνολικά ως εμπειρία. Προσωπικά δεν το εισπράττω έτσι, δεν την πολυπαλεύω ούτε με την εικόνα ούτε με τον ήχο, αλλά εννοείται αν είναι να γεμίζουν έτσι τα σινεμά, χαλάλι, ας γεμίζουν έτσι και ο κόσμος ας βλέπει κινηματογράφο. Αλλά για να γεμίζουν πρέπει να βοηθάνε και οι ταινίες. Και «Το 47» βοηθάει. 

Το Δελτίο Τύπου μιλά για προβολές που τελειώνουν στο τέλος με χειροκροτήματα και επευφημίες. Το διάβασα και σε αναρτήσεις ανθρώπων που το έζησαν από πρώτο χέρι, το άκουσα να το λένε οι άνθρωποι του κινηματογράφου στο σινεμά που πήγα πριν ξεκινήσει η προβολή που είδα. Στην προβολή που παρακολούθησα δεν υπήρχε ανάλογη αντίδραση στο τέλος, αλλά ακόμα κι αν υπήρχε εγώ δεν θα είχα βρεθεί σε αντίστοιχη συναισθηματική φάση. Ωστόσο ναι, είναι κάτι που μπορώ να καταλάβω πώς γίνεται κι αν θέλω να βάλω το ελιτίστικο καπέλο θα πω πως μου φαίνεται κάπως υπερβολικό, προτιμώ όμως να το πετάξω στον δρόμο για να το πατήσει κάποιο λεωφορείο, χρειαζόμαστε συγκινήσεις λαϊκές ως και λαϊκίστικες, η εποχή που παράγεται ένα καλλιτεχνικό έργο παίζει τον δικό της καθοριστικό ρόλο, και το καλοκαίρι του 2025 θεωρώ ότι έχουμε ανάγκη τέτοιου είδους κοινωνικά εμψυχωτικές ιστορίες, ιστορίες που μας θυμίζουν ότι κάθε τι που συντελεί στην κατηγοριοποίηση των ανθρώπων σε πολίτες πρώτης και δεύτερης κατηγορίας, πρέπει να πολεμιέται και να ανατρέπεται

Ο πρωταγωνιστής Εντουάρντ Φερνάντεθ είναι μεγάλο ατού της ταινίας, έχει μια εσωτερική δύναμη, μια φούρια, μια gravitas, και είναι σαν να προσωποποιεί το πνεύμα μιας άλλης ιστορικής περιόδου, τότε που τα πράγματα πήγαιναν προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση μείωσης και όχι μεγέθυνσης των ανισοτήτων. Ωστόσο, όταν στο τέλος που πέφτουν οι τίτλοι θα δούμε αρχειακό υλικό από τον άνθρωπο που υποδύεται, από ίδιο τον Μανόλο Βιτάλ, το μυαλό μου πήγε αμέσως (κι όχι λόγω του κοινού ονόματος) σε φιγούρες και προσωπικότητες, όπως ο Μανόλης Αναγνωστάκης και ο Μανώλης Γλέζος. Η κοψιά μιας εποχής. Σίγουρα βέβαια αν το είχαμε ψάξει εγκαίρως θα είχαμε βρει ράμματα και για τη δική τους γούνα. Νομίζω ότι μεγάλο μέρος της ιδεολογικής δύναμης που κυριαρχεί στηρίζεται ακριβώς στο ότι μας έχει πείσει πως είμαστε ηλίθιοι όταν μυθοποιούμε, πως είναι αναγκαίο να απομυθοποιούμε, πως δεν πρέπει να εμπνεόμαστε από πρότυπα δράσεων άλλων, πως είμαστε καλύτερα ψυχικά όσο δεν ελπίζουμε και δεν πιστεύουμε, γιατί αν αρχίσουμε να ελπίζουμε και να πιστεύουμε θα διαψευστούμε ξανά. Οπότε μας αφήνουν να χειροκροτήσουμε στο τέλος μιας ταινίας κι ως εκεί. Αν έπρεπε να χειροκροτήσουμε στα αληθινά και να κινητοποιηθούμε στα αληθινά, θα επενέβαιναν αστραπιαία και συντονισμένα οι μισθοφορικοί στρατοί χειραγώγησης των μαζών.