«Ο Μοϊκανός» ξεκινάει με έναν άντρα πολύ μεγάλης ηλικίας (αυθεντικό κάτοικο Κορσικής – στην πορεία θα συναντήσουμε διάφορους ακόμα), ο οποίος εξηγεί προς την κάμερα, πως οι παλιότεροι έλεγαν στους νεότερους, αν έχουν γη κοντά στις ακτές να φύγουν όσο πιο μακριά μπορούν. Δεν ήταν καλλιεργήσιμες εκτάσεις, δεν είχαν οικονομική αξία, δεν μπορούσε να ζήσει κανείς από αυτές.

Μοϊκανός είναι το παρατσούκλι του Ζοζέφ, ενός σαραντάρη που είναι ο τελευταίος βοσκός της ακτογραμμής. Έχει ένα κοπάδι γίδες, ένα μαντρί, ένα μικρό σπίτι, όλη η γύρω του περιοχή έχει αγοραστεί από συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα. Βέβαια όλη η γύρω περιοχή δεν είναι ακόμη οικοδομήσιμη. Δεν πειράζει. Θα γίνει κι αυτό, θα βρεθεί κι εδώ η άκρη. Έχει μαγευτική θέα προς τη θάλασσα, διάφορες δυνατότητες αξιοποίησης, ό,τι ήταν κάποτε του παραπεταματού, τώρα είναι φιλέτο, οι παραλίες αξιοποιούνται ήδη στο φουλ. Προς το παρόν όμως πρέπει να αρθεί το τελευταίο εμπόδιο ώστε να ενωθούν όλες οι γειτονικές ιδιοκτησίες, το εμπόδιο του ξεροκέφαλου που δεν πουλάει τη γη του και δεν εγκαταλείπει την περιουσία του, αρνούμενος να μετακινηθεί, αρνούμενος να εξαγοραστεί και να αλλάξει τον τρόπο ζωής του, αντιστεκόμενος στα σχέδια για ανάπτυξη. Κι αυτό είναι ένα μοτίβο που έχουμε δει πολλές φορές να αναπτύσσεται στο σινεμά και την τηλεόραση. Ενδεικτικά: από τα πιο πρόσφατα στο “Digger” και σε μια υποπλοκή ενός κύκλου του “Βetter Call Saul”, στο 1990 με “Tο Χωράφι” του Τζέιμς Σέρινταν, παλιότερα με κλασικά γουέστερν, όπως το “Shane” του 1953. Ιρλανδία, Κορσική, Χαλκιδική, ΗΠΑ του 19ου αιώνα, ΗΠΑ του 21ου, η ιστορία επαναλαμβάνεται, μικροϊδιοκτησίες απέναντι στα μεγάλα επενδυτικά σχέδια, στον καπιταλισμό, στην ανάπτυξη.

 

 

Μπράβοι της τοπικής μαφίας -η οποία είναι άλλωστε ο αληθινός νέος ιδιοκτήτης των γύρω ιδιοκτησιών- θα προσεγγίσουν τον Ζοζέφ, προκειμένου να αποκτήσουν και τη δική του γη. “Plata o plomo”, όπως θα έλεγε στα ξεκινήματά του ο Πάμπλο Εσκομπάρ. Ασήμι ή μολύβι, χρήματα ή σφαίρα, με το καλό ή με το κακό. Δυο εναλλακτικές της ίδιας δουλειάς. Η οποία πάντως θα γίνει. Ο εκβιασμός δεν έχει να κάνει με το ύψος των προσφορών. Πρόκειται για προσφορές σχετικά γενναιόδωρες για τους πωλητές, με το δεδομένο ότι επρόκειτο για γη χωρίς εμπορικό ενδιαφέρον για πολλές γενιές. Για τους αγοραστές πάλι, είναι μάλλον ψίχουλα, είναι επένδυση που θα φέρει τα λεφτά στο πολλαπλάσιο πίσω. Οπότε, αν υπάρχει κάτι που πρέπει να καταλάβουμε εδώ, είναι πως ακόμη κι αν εν προκειμένω εμπλέκονται μαφίες, το σκέλος της μεσολάβησής τους ως μαφιόζοι είναι επικουρικό: έρχονται να σε απειλήσουν, μόνο αν φανείς περίεργος και δεν αποδεχθείς την πρότασή που σου έκαναν ως επενδυτές. Τα εσκομπαριλίκια δηλαδή έχουν να κάνουν μόνο με αυτό, η πηγή του πλουτισμού και της κερδοσκοπίας δεν είναι ναρκωτικά ή λαθρεμπόριο, είναι καθ’ όλα νόμιμη ή εν πάση περιπτώσει θα γίνει καθ’ όλα νόμιμη, μόλις δοθεί νομίμως η άδεια για αξιοποίηση των εκτάσεων. Οι μαφίες δηλαδή εδώ (αλλά και σε ένα σωρό άλλες περιπτώσεις στην αληθινή ζωή) είναι με την πλευρά των νόμων και συγκεκριμένα των νόμων πάνω από τους νόμους, των νόμων της προσφοράς και της ζήτησης, των νόμων του αναπτυξιακού μοντέλου, των νόμων της ελεύθερης αγοράς.

Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με μια κατάσταση στην οποία εκείνος που τελικά παρανομεί, εκείνος που πάει κόντρα στις νέες νόρμες που έρχονται να επιβληθούν, είναι ο βοσκός, όπως ήταν κάποτε, σε άλλη εποχή και άλλη γη, ο τελευταίος Μοϊκανός. Νόμος δεν είναι το δίκιο του εργάτη, δεν είναι το δίκιο του βοσκού, δεν είναι το δίκιο του αυτόχθονα, νόμος είναι το δίκιο του εποίκου, νόμος είναι το δίκιο του επενδυτή, νόμος είναι το δίκιο της ανάπτυξης. 

 

 

Ο Ζοζέφ έρχεται αντιμέτωπος με δυνάμεις που υπερβαίνουν τον κάθε μεμονωμένο άνθρωπο. Με τη σαρωτική δύναμη της «αξιοποίησης» και της τουριστικοποίησης. Που έπαψε πια να μας φαίνεται και μας σκέτα ελκυστική, που περάσαμε πια για τα καλά στη φάση που βλέπουμε την πίσω πλευρά της υπερτουριστικοποίησης: τα περισσότερα -ή έστω τα τουριστικότερα- ελληνικά νησιά έχουν γίνει απλησίαστα για τον μέσο Έλληνα. Μα μόνο θέμα τουρισμού είναι; Όχι, το μοντέλο είναι γενικότερο, όλος ο κόσμος μεταμορφώνεται έτσι. Πίσω στις πόλεις, πίσω στον καιρό των μη διακοπών, γειτονιές που τζεντριφικοποιούνται, εξευγενίζονται, αλλάζουν εικόνα και σύσταση. Κι όποιος αντέξει την αύξηση των ενοικίων την άντεξε, ειδάλλως να φύγει, να πάει αλλού, να έρθουν να ζήσουν εδώ αυτοί που το αντέχουν, από τη χώρα σου ή κι από το εξωτερικό. Ένας είναι ο νόμος. Όποιος μπορεί να δώσει περισσότερα. Για αυτόν είναι φτιαγμένος ο κόσμος, για αυτόν μεταμορφώνεται διαρκώς ο κόσμος. Ακόμα και στα χαλάσματα της ισοπεδωμένης Γάζας αυτό προβλήθηκε ξαφνικά ως ιδανικό, έστω και στην τραμπική γλώσσα, η μετατροπή της δηλαδή από πολεμική κόλαση σε τουριστικό παράδεισο πολυτελείας. 

Το γεγονός βέβαια πως έχουν αρχίσει να υπάρχουν αντιδράσεις στον υπερτουρισμό, έχουν αρχίσει να ξυπνάνε συνειδήσεις και να χτυπάνε καμπανάκια, επειδή ξεπερνιέται ένα όριο αντοχής, δεν πρέπει να μας παραπλανά απ’ το άλλο γεγονός, πως όλα πάντα εξαρτώνται από την πλευρά στην οποία τυχαίνει να βρίσκεσαι. Αν είσαι ιδιοκτήτης στην πόλη και μπορείς με υψηλά ενοίκια ή Αirbnb να παίρνεις καλά λεφτά, αν είσαι κάποιος που μπορείς να δουλεύεις στον τουρισμό, κατά προτίμηση όχι ως εποχικός εργαζόμενος, αλλά με ένα χώρο δικό σου, μάλλον δεν έχεις τόσο πρόβλημα. Ο νόμος της τσέπης διαχέεται παντού και να η μεγάλη εικόνα: η μεγάλη τσέπη μπορεί να τρώει τη μικρή, αλλά ποιος είναι τελικά εκείνος που μπορεί να πάει απέναντι στο νόμο της, αν του δοθεί η ευκαιρία;

 

 

Κάποιος σαν τον Ζοζέφ. Μια από τις ορθές, θεωρώ, επιλογές που κάνει ο δημιουργός της ταινίας Φρεντερίκ Φαρούτσι, είναι ότι δεν επενδύει τις πράξεις του βοσκού με ιδεολογία του ίδιου του βοσκού. Η ιδεολογία και η ερμηνεία των πράξεών του έρχεται εκ των υστέρων, απ’ την ανιψιά του που την ποστάρει στα σόσιαλ. Όχι ότι είναι κάποιος άνθρωπος που δεν ξέρει τι κάνει. Αλλά ό,τι κάνει είναι εμποτισμένο μέσα του. Κάπως το δεχόμαστε κι εμείς χωρίς πολλά πολλά. Ο Φαρούτσι συνειδητά δεν θα κάτσει να σκαλίσει τα κίνητρά του με ψυχολογισμούς. Θα μπορούσε στην πραγματικότητα να είναι απλά ένα αγύριστο κεφάλι, ένας άνθρωπος που δεν έκατσε στα αλήθεια να σκεφτεί αν θα προτιμούσε κάτι άλλο. Ξέρει απ’ την αρχή ότι αυτό προτιμά και βάσει αυτού φέρεται. Δεν θα μάθουμε τελικά περισσότερα για αυτό που τον κινεί, ακριβώς γιατί αποκτά όλη τη σημασία του ως σύμβολο.

Γιατί, αν η μία διάσταση του «Μοϊκανού» έχει να κάνει με τη δική του αντίδραση, η δεύτερη έχει να κάνει με τη διάσταση της δημοσιοποίησης της αντίδρασής του και της συνεπακόλουθης μυθοποίησής του. Η ανιψιά του αρχίζει να δίνει άλλη εικόνα από εκείνη που έδιναν αρχικά τα ΜΜΕ, αρχίζει να αναδεικνύει τις ιδιαιτερότητες της περίπτωσής του. Τα σόσιαλ μίντια ως ένα μέσο άμυνας στις σαρωτικές δυνάμεις, ως ένα μέσο αντίστασης από τα κάτω. Και η ευτυχώς ανεξέλεγκτη δυναμική τους και δύναμή τους όταν στρέφεται προς τη σωστή κατεύθυνση, σε εποχές πιο αισιόδοξες, όταν η συνθήκη των σόσιαλ ήταν στα ξεκινήματά της, θα προσυπέγραφα ενθουσιωδώς τη συγκεκριμένη οπτική. Σε εποχές όμως σαν την τωρινή, τόσο εν γένει σκοτεινές, αλλά και εντός μιας μυθοπλαστικής τάσης πολλών ετών που αντιμετωπίζει φοβικά και κριτικά ό,τι έχει να κάνει με τα σόσιαλ, είναι μάλλον ακόμα πιο σημαντική και πιο καίρια η κόντρα στο ρεύμα οπτική του Φαρούτσι: τα σόσιαλ ως ένα τελευταίο μέσο άμυνας, η ατομική σπίθα που αποκτά σημασία μόνο όταν μετατρέπεται σε συλλογική πυρκαγιά.

Και τελικά δεν έχει τόσο σημασία κατά πόσο η μετατροπή του Ζοζέφ σε «Μοϊκανό», η μετατροπή του ανθρώπου σε σύμβολο, αντιστοιχεί πλήρως με την πραγματικότητα. Υπό μια άλλη οπτική θα μπορούσε ίσως να τον δει κανείς ως όχι ιδιαίτερα ευφυή, ως άνθρωπο που η κατάσταση ξέφυγε από τα χέρια του υπέρμετρα και καταστροφικά, ως αντιήρωα αντί για ήρωα. Αλλά στους μύθους και τα σύμβολα η αλήθεια ξεπερνά την πραγματικότητα.  Ακόμα κι αν δεν κουμπώνει τόσο με τον εκάστοτε συγκεκριμένο άνθρωπο, κουμπώνει με μια γενικότερη αλήθεια, που υπάρχει ανάγκη να προσωποποιηθεί. Και σήμερα αλλά και πάντα έχουμε και είχαμε ανάγκη από σύμβολα και ήρωες, που ενσαρκώνουν σκοπούς και ιδανικά. 

 

 

Ο Φρεντερίκ Φαρούτσι δίνει την αίσθηση ότι, όπως ο πρωταγωνιστής του δεν λέει πολλά, έτσι κι εκείνος δεν προσπαθεί να κάνει πολλά. Αφήνει την ιστορία να τον οδηγήσει και τον τόπο να περιβάλλει την ιστορία του, δίνοντάς της τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της. Και δίπλα στον τόπο, οι πολλές τραχιές φάτσες και η τραχιά εκφορά της γλώσσας των γηγενών, από δευτερεύοντες χαρακτήρες με τους οποίους περιβάλλει τον λιγομίλητο αλλά εκφραστικότατο πρωταγωνιστή του, τον Aλέξις Μανεντί (που είχαμε δει πέρσι στην «Αρπαγή»). Νομίζω ότι μου έλειψε μια περισσότερο ατμοσφαιρική σκηνοθετική προσέγγιση, από την άλλη μπορεί να αντιτείνει κανείς ότι αυτή ακριβώς είναι η ατμόσφαιρα του «Μοϊκανού»: λιτή, λακωνική, ανεπιτήδευτη. Το ότι για παράδειγμα σε αρκετές σκηνές καταδίωξης, οι ήρωες δεν τρέχουν σαν τον Τομ Κρουζ αλλά σαν κανονικοί άνθρωποι, μπορεί να τις κάνει λιγότερο «κινηματογραφικές», αλλά τις κάνει και πιο αληθοφανείς. Σε μια απ’ αυτές, ο Ζόζεφ θα βρεθεί σε μια πλαζ με ομπρέλες και μπιτς μπαρ και είναι σαν να έχει μετακινηθεί όχι μόνο στον τόπο αλλά στον χρόνο. Σαν να έχει εισβάλει στο παρόν μέσα από ένα παρελθόν.

Ακόμα και σεναριακά υπάρχουν αρρυθμίες (μεταξύ άλλων, το ζήτημα των αυτονομιστών μια που θίγεται – μια που ξεχνιέται τελείως, η φίλη της ηρωίδας που έχει έρθει μαζί της για διακοπές φεύγει χαμένη σε κάποια κομμένη σκηνή του μοντάζ). Δεν την λες πυκνή την ιστορία, δεν τη λες ιδιαίτερα σύνθετη, απαρτίζεται όμως από δυο καθαρές αφηγηματικές γραμμές (αυτή της αναμέτρησης του Ζοζέφ με τη μαφία κι εκείνη της ανάδειξης της ιστορίας του από τα σόσιαλ) που λειτουργούν καθαρά και αποτελεσματικά, και κάπως έτσι ο «Μοϊκανός» μέσα στη λιτότητά του και ακόμα και μέσα στις ευκολίες του, καταλήγει με σαφώς θετικό πρόσημο και καταφέρνει να αφήσει το δικό του σημάδι.