Αυτή τη φορά πήρα το αεροπλάνο για να πάω στη Θεσσαλονίκη για το 27ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Οι προβολές που φώτισαν τις αίθουσες του φετινού φεστιβάλ, με τη ΔΕΗ ως στρατηγικό συνεργάτη του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, πολλές και ο χρόνος λίγος. Τα πάρτι καθημερινά μετά την τελευταία προβολή κι όποιος αντέξει μέχρι το πρωί. Ενδιάμεσα στάσεις για φαγητό που σ’ αυτή την πόλη ό,τι και να φας γευστικό θα ‘ναι και φυσικά μπόλικες μπουγάτσες και κουλούρια στα διαλείμματα. Το βράδυ πια στο κρεβάτι του ξενοδοχείου ξαπλωμένος να με παίρνει ο ύπνος γεμάτος προβληματισμούς που μου προκαλούσαν οι ταινίες ντοκιμαντέρ που είχα παρακολουθήσει και οι συζητήσεις που ακολουθούσαν.
Είχε πολύ δυνατές ταινίες το 27ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, ειδικά τα “Coexistence my Ass” ή στα ελληνικά «Συνύπαρξη, λέμε τώρα!» της Άμπερ Φάρες» και το «Πώς να χτίσεις μια βιβλιοθήκη» των Μάια Λέκοου και Κρίστοφερ Κινγκ. Το “Coexistence my Ass” με πρωταγωνίστρια τη Νοάμ Σούστερ-Ελιάσι μια Εβραία κωμικό που αφοπλιστικά με το καυστικό της χιούμορ προσπαθεί να φωτίσει την έννοια της συνύπαρξης με τους γείτονες της στην ίδια χώρα, μας έκανε να γελάσουμε, να θυμώσουμε και να συγκινηθούμε στην αίθουσα. Ήταν μια εμπειρία σαν να ‘χα μπει σ’ αυτά τα τρενάκια του τρόμου και ενώ φοβόμουν γέλαγα μα στιγμές ήθελα θυμωμένος να κατέβω. Δυστυχώς η έννοια της συνύπαρξης ξεθωριάζει μέσα μου.


Απ την άλλη Το Πώς να χτίσεις μια βιβλιοθήκη, στο οποίο δυο γυναίκες προσπαθούν να μεταμορφώσουν μια ερειπωμένη βιβλιοθήκη γεμάτη σκουπίδια, στο κέντρο του Ναϊρόμπι, σε σημείο πολιτισμού και δημιουργίας για τους κατοίκους της με έκανε να βρω μια χαραμάδα φωτός ελπίδας. Θα προσθέσω και το Children of dust, την ταινία που πραγματεύεται τα Amerasian, τη γενιά περίπου 300.000 παιδιών που γεννήθηκαν από μάνα Βιετναμέζα και πατέρα Αμερικανό στρατιώτη. Παιδιά που μεγάλωσαν δίχως πατέρα που στιγματίστηκαν και περιθωριοποιήθηκαν λόγω αυτής της καταγωγής τους. Πατρότητα, ταυτότητα, συνύπαρξη και βιβλιοθήκες πολιτισμού αναζητάμε αυτή την εποχή να μας φωτίσουν τον δρόμο.
Έβαλα χειμωνιάτικα ρούχα στη βαλίτσα μα με τα κοντομάνικα ήμουν μέχρι να πέσει ο ήλιος και μετά μ’ ένα φούτερ. Μας έκανε ένα διάλειμμα καλοκαιριού ο καιρός δίνοντάς μου έτσι την ευκαιρία να περπατήσω πολύ την πόλη. Μου άρεσε πάρα πολύ και το φετινό τρέιλερ που δημιούργησε ο χορογράφος Άντι Τζούμα. Μια χορογραφία σύγχρονη ζωντανή που απ’ τα τοπόσημα της πόλης κατέληγε στην Αίθουσα του Ολύμπιον. Οπτικά απολάμβανα όποτε συναντούσα στο διάβα μου τα πόστερ του Δημήτρη Αναστασίου που δημιούργησε για το 27ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Μια τριπλέτα χρονοταξιδιάρικη που από την επαρχία σε πάει στην πόλη και μετά στο μέλλον βαστώντας μια βαλίτσα και τις φιγούρες του ν’ ατενίζουν το απέραντο μπροστά τους. Γι’ αυτό μου άρεσε πάρα πολύ και η λεπτομέρεια της φετινής tote bag με υφή σαν από κεντίδι στις εικόνες του Αναστασίου. Μα παρατήρησα ότι σε πολλές γυναίκες δεν πολυάρεσε. Μια σκέψη που μου ‘ρχεται είναι ότι μπορεί σε κάποιες να τους θύμιζε εποχές που για να ‘σαι «προκομμένο» κορίτσι έπρεπε να ξέρεις να κεντάς και να ράβεις.
Και ’γώ έπρεπε εκεί στα 90s της εφηβείας μου να παίξω μπάλα που δεν μου άρεσε, γιατί τα αγόρια τότε έπρεπε να κλωτσάνε την μπάλα. Και μια που είπα 90s είχε αφιέρωμα στη Λόρεν Γκρίνφιλντ κι έτσι είχα τη δυνατότητα να παρακολουθήσω το Generation Wealth/ Η Γενιά του πλούτου γυρισμένη το 2018. Μια μελέτη που καλύπτει 25 χρόνια δουλειάς συνομιλώντας με τους έφηβους του διεφθαρμένου αμερικάνικου ονείρου και της απληστίας που πια είναι ενήλικες και οι περισσότεροι με το ζόρι τα βγάζουν πέρα.


Καθώς περπάτησα τη Θεσσαλονίκη από τη μία Αίθουσα στην άλλη, είδα και από κοντά το νέο γλυπτό που κοσμεί την πόλη τη Γυναίκα σε Λεωφορείο του γλύπτη Μανώλη Τζομπανάκη που ‘χει προκαλέσει αναστάτωση. Κάθισα λοιπόν στο παγκάκι μπροστά από το γλυπτό και πέτυχα δύο ηλικιωμένες γυναίκες να μιλούν. Βαστάγανε κουτιά με τρίγωνα βιαζόντουσαν και έλεγε η μια «Κάτσε να το δω από κοντά …θα προλάβουμε». Κοντοστέκονται, το κοιτάνε, η μία μάλιστα το γύρισε γύρω γύρω να το δει απ’ όλες τις πλευρές. Κοιταχτήκανε κάπως αμήχανα «Ξέρω και ’γώ καλό μου φαίνεται, λέει η μία. Η άλλη της απαντά: «Δεν σε ρώτησε κανείς που γίναμε όλοι πια κριτικοί τέχνης… άντε πάμε έχουμε αργήσει» και όπως φεύγανε συνεχίζουν: «Ναι αλλά γιατί δεν βάλανε και έναν άντρα; Και οι άντρες δεν μπαίνουν στο λεωφορείο;». «Ο δικός μου δεν έχει μπει ποτέ», της απαντά αποστομωτικά και τις έχασα στο πλήθος.
Άλλη ταινία ντοκιμαντέρ που με εξέπληξε ήταν και το Απ’ το Σκοτάδι στο Φως των Μάικλ Λέρι και Έρικ Φρίντλερ για μια ταινία του Τζέρι Λιούις – The Day of the Clown του 1972 που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Ο κωμικός Λιούις υποδυόταν έναν Γερμανό κλόουν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, μιλάμε για μία από τις πρώτες προσπάθειες μεταφοράς του Ολοκαυτώματος σε μυθοπλασία και για τους συντελεστές της ταινίας που δεν είδαμε ποτέ να παίρνουν τον λόγο.
Όλο ευχάριστες εκπλήξεις το φετινό φεστιβάλ σαν ένας φωτεινός πίνακας που ξαφνικά σημεία του φώτιζαν πιο έντονα. Όπως η στιγμή που ενώ έτρωγα την μπουγάτσα μου ακουγόταν στο βάθος μια βαλκανική ορχήστρα από χάλκινα όργανα. Καταπίνω την μπουκιά μου, κοιτάω προς τη θάλασσα και τι να δω; Ο Μπίκο ο ίδιος με την ορχήστρα του να παίζουν όλη τη διαδρομή από την Προβλήτα ως τον Λευκό Πύργο και μετά στο Μακεδονικό. Είχαν έρθει για την προβολή της ταινίας Ο Μπίκο και η Ορχήστρα του των Άννα Αντωνοπούλου και Γιώργου Σπυρίδη.


Άλλη έκπληξη ήταν όταν πήγα να παρακολουθήσω την ποιητική ταινία “L’eclairage revient / Κύματα φωτός” σε συνεργασία με τη ΔΕΗ, παρουσία των συντελεστών Παντελή Καλογεράκη, Μιχάλη Καλογεράκη και Παναγιώτη Ανδριανού και τελικά μετά την προβολή κατέληξε σε γλέντι που στήσανε τα Καλογεράκια με τη Νεφέλη Φασουλή ως guest κι εμείς κάναμε κέφι με τα Ρεμπώτικα τους σαν να είχαμε ένα ποτήρι κρασί στο χέρι.
Στην ταινία του 27ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης που έφυγαν και δάκρυα χαράς και ένιωσα ανατριχίλα μαζί ήταν το Εδώ μιλάνε για λατρεία του Βύρωνα Κριτζά. Δυο πράγματα έχω επιτάξει ή κλέψει από την αδελφή μου. Μια ποιητική συλλογή του Ρεμπώ και το CD των Κόρε Υδρο Φθηνή ποπ για την ελίτ. Όταν άκουσα το Όχι πια έρωτες κάτι έπαθα. Γνώριζα ότι είναι Κερκυραίοι και στην προβολή συνειδητοποίησα ότι καταλάθος είχα βρεθεί με παρέες ακόμα και στο six d.o.g.s σε συναυλία που είχαν δώσειόταν ήταν συγκρότημα. Δεν ανήκα στην ελίτ που ακολουθούσε τους Κορεσμένους Υδρογονάνθρακες μα τα CD τους κατέχουν προνομιακή θέση στη δισκοθήκη μου. Η προβολή αυτή σαν συναυλία ήτανε, σιγοτραγουδούσαμε και σκουπίζαμε και δάκρυα μερικοί. Ακολούθησε και πάρτι στο μπαρ Ύδρο όπου έφυγα τραγουδώντας: Όχι πια Έρωτες δεν σ’ αγαπάω πια και δεν ξυπνάω μεσ’ τον ύπνο μου για σένα. Όχι πια έρωτες, όχι πια δάκρυα, όχι πια θάνατοι …

Ένα μεγάλο ναι στις ταινίες του 27ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης που μου φώτισαν τον δρόμο. Ναι «#μετοΦεστιβαλ» που η ΔΕΗ στηρίζει ενεργά και ως στρατηγικός συνεργάτης του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, επιδιώκει να προωθήσει την καλλιτεχνική ποικιλομορφία. Ακόμα και στα Βραβεία ένιωσα χαρά όταν ταινίες που άξιζαν να πέσουν πάνω τους τα φώτα, καταχειροκροτήθηκαν. Όταν η πρωταγωνίστρια του Coexistence my Ass! δήλωσε: «Όταν μετακινήθηκα από το πεδίο του πολιτικού ακτιβισμού στην κωμωδία ήταν επειδή έμαθα ότι στην Ουκρανία ένας Εβραίος κωμικός έγραψε ένα sitcom, στο οποίο γίνεται πρόεδρος, και έγινε πρόεδρος στην πραγματικότητα! Έτσι, σκέφτηκα ότι εάν θέλω επιτέλους να πάρω την πολιτική μου καριέρα σοβαρά, πρέπει να αρχίσω να γράφω αστεία», μας έκανε να γελάσουμε. Και μας συγκίνησε όταν δήλωσε:
«Και το πώς αποφασίζεις να αξιοποιήσεις τα προνόμιά σου, ώστε να εξασφαλίσεις ότι μια μέρα οι Παλαιστίνιοι φίλοι μου θα είναι ελεύθεροι. Αυτή η ταινία δημιουργήθηκε από ένα δυναμικό επιτελείο γυναικών. Η Άμπερ Φάρες, η σκηνοθέτρια του ντοκιμαντέρ, δούλευε, ενώ ο ισραηλινός στρατός βομβάρδιζε το σπίτι και την οικογένειά της. Δεν ξέρω αν υπάρχει καλύτερος τρόπος να τιμήσει κανείς αυτές τις γυναίκες, οι οποίες δεν το έβαλαν κάτω και επέλεξαν να μιλήσουν για όλα αυτά τα δύσκολα ζητήματα, που πρέπει όλοι μας να μιλάμε. Ευελπιστώ αυτή η ταινία να δώσει στους ανθρώπους τις λέξεις που χρειάζονται αλλά και το κουράγιο που έχουν ανάγκη προκειμένου να υψώσουν το ανάστημά τους. Σας ευχαριστώ».


Από τις πιο γλυκές στιγμές ήταν όταν παρέλαβαν τα βραβεία τους με τα παιδιά τους στην αγκαλιά τους οι Μάια Λέκοου και Κρίστοφερ Κίνγκ για το «Πώς να χτίσεις μια βιβλιοθήκη». Μάλιστα τους είχαν τάξει γλειφιτζούρι άμα καθόντουσαν φρόνιμα κατά τη διάρκεια της απονομής των βραβείων και νομίζω τα κατάφεραν και το πήραν το γλειφιτζούρι τους. Όπως και ο τρίχρονος γιος της Βερόνικα Μιλιτσέβσκα για το Παιδί της Σκόνης όσο μας ευχαριστούσε για τη βράβευση της η μαμά, εκείνος πήρε ένα μικρόφωνο που ήταν στο πόντιουμ και χόρεψε.
Για μένα φυσικά μια ευχάριστη έκπληξη ήτανε κι όταν άκουσα ότι στα φετινά βραβεία κοινού ψήφισαν 18.000 άνθρωποι. 18.000 θεατές που τους φώτιζε η οθόνη της σκοτεινής αίθουσας παρόντες. Μου έδωσε μια ελπίδα για το μέλλον μας γιατί εκτός από γνώριμα πρόσωπα το φεστιβάλ τραβάει και πολλούς νέους. Στις αίθουσες απέξω άκουγες βουητό συζητήσεων, γέλια και διαφωνίες που λύνονταν στα πάρτι αργότερα. Για κλείσιμο του 27ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, μετά την Τελετή Λήξης και την ταινία Μάρλι Μάτλιν: Όχι πια μόνη (2025) της Σοσάνα Στερν για την ηθοποιό Μάρλι Μάτλιν, την πρώτη κωφή ηθοποιός που κέρδισε Όσκαρ ερμηνείας στην ιστορία του θεσμού, ακολούθησε πάρτι με τον φοβερό Metaman στα decks που μ’ έκανε να χορέψω.



Ήταν φωτεινές από τον ήλιο μέρες αυτές στη Θεσσαλονίκη που πέρασα. Γίνανε μια φωτεινή κουκκίδα όλες αυτές οι αναμνήσεις που καταχωρήθηκαν στο θυμικό μου κι όποτε θ’ ανατρέχω θα θυμάμαι τις φετινές μου βόλτες στην πόλη που ζει στους ρυθμούς του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης που αγαπά και στηρίζει τον κινηματογράφο σε όλες του τις μορφές. Αυτή η γιορτή για μένα έκλεισε με την Τελετή Λήξης που χειροκρότησα νικητές και εθελοντές. Οι εθελοντές είναι πολλοί τους συναντάς παντού και τους ευχαριστώ πάρα πολύ που παραμένουν χαμογελαστοί ενώ τους ρωτάω παράλογες ερωτήσεις, όπως το πού μπορώ να βρω ένα καλό βιβλιοπωλείο με παιδικά βιβλία, γιατί μου ζήτησε η ανιψιά μου να της φέρω ένα βιβλίο για τη Θεσσαλονίκη που στο μυαλό της ο Λευκός Πύργος φαντάζει κάστρο με πριγκίπισσα μέσα στη Θεσσαλονίκη.
Έκανα την τελευταία νύχτα μια βόλτα στην πόλη πριν ξημερώσει η Δευτέρα που θα επέστρεφα στην Αθήνα, συνάντησα φίλους, τους αποχαιρέτησα και επέστρεψα στο ξενοδοχείο. Στον δρόμο μου συνάντησα κι ένα γνώριμο τύπο που αράζει κάθε μέρα στην Αριστοτέλους. Τον σκύλο που ταΐζουν οι περαστικοί και τον αγαπάνε όλοι. Του είπα κι αυτού ένα γεια. Τη βαλίτσα την έφτιαξα, έβαλα τα λερωμένα … τ’ άπλυτα τα παραπεταμένα ρούχα μου. Πρόσθεσα μέσα και τις φετινές εκδόσεις του φεστιβάλ Blueprints: Α-κατάλογος και ΑΙ μια αναπόδραστη Νοημοσύνη μαζί με το Πρώτο Πλάνο συν-δημιουργία από ΑΙ που θα μελετήσω όπως κάνω πάντα πριν τα τοποθετήσω στη βιβλιοθήκη μου. Παραπονεμένος έφυγα, γιατί είμαι απ’ αυτούς που όταν περνάνε καλά δεν αποδέχονται εύκολα το εύλογο τέλος. Έπρεπε να σβήσω τον διακόπτη και να κόψω την «παροχή» Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης για φέτος ίσαμε του χρόνου. Στο επόμενο λοιπόν φεστιβάλ για να φωτίζουν τα μυαλά με τις επιλεγμένες προβολές σαν κι αυτές του 27ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.

Κλείνω το φως με το δεύτερο αγαπημένο μου τραγούδι των Κόρε. Ύδρο. το Εδώ μιλάνε για λατρεία από το άλμπουμ ΚΥ 78 – όλη η αλήθεια για τα παιδιά του 78’. Το 1979 γεννημένος και οι στίχοι του πάντα θα μου προκαλούν ρίγος και δένει πολύ και με το φετινό μεγάλο αφιέρωμα, με αφορμή την ανακάλυψη της Καστοριάς του Τάκη Κανελλόπουλου, τη Γεωγραφία του βλέμματος: Η Ελλάδα εκτός σχεδίου (1950-2000):
«Εδώ δεν είναι μια απλή επαρχία, εδώ είναι οι άνθρωποι θεοί (εδώ σταυρώνεσαι και ’σύ)…Όταν ξαπλώνουν στο κρεβάτι
Τους λένε Ήλιο ή Κωνσταντίνο, Μυρτώ ή Πετάω Χαρταετό, Χριστίνα, Γιώργο ή Μαργαρίτα, Ντόριαν Γκρέι ή Χριστό.
Εδώ δεν είναι μια απλή επαρχία, εδώ είναι όνειρο η ζωή …εδώ κοιμήθηκες και ’σύ.
Εδώ δεν ζητάμε μια νέα θρησκεία, εδώ είναι άνθρωποι θεοί,
Εδώ λατρεύτηκες και ’συ.»




