«Νοσφεράτου» σημαίνει «βρικόλακας»
Πριν από εκατόν τρία χρόνια κυκλοφόρησε το Nosferatu – Eine Symphonie des Grauens (Nosferatu: A Symphony of Horror), η πρωτοποριακή ταινία γερμανικού εξπρεσιονισμού που καθόρισε και επηρέασε όσο καμία άλλη το είδος ταινιών τρόμου στον κινηματογράφο.
Η ιστορία των γυρισμάτων είναι παγκοσμίως γνωστή. Είκοσι τέσσερα χρόνια μετά την κυκλοφορία του μυθιστορήματος «Δράκουλας», ο Γερμανός σκηνοθέτης Friedrich Wilhelm Murnau και η εταιρία παραγωγής Prana Film -με τον ένα εκ των δύο διευθυντών, τον Albin Grau, να είναι φανατικός αποκρυφιστής και να επιθυμεί οι ταινίες του να αντικατοπτρίζουν αυτή την πρακτική- θέλησαν να δημιουργήσουν την πρώτη μεταφορά του βιβλίου του Μπραμ Στόκερ στη μεγάλη οθόνη. Το κυριότερο πρόβλημα -και αυτό που αποδείχθηκε μοιραίο- ήταν τα πνευματικά δικαιώματα του βιβλίου με τα οποία ο Albin Grau δεν ήθελε να ασχοληθεί, οπότε και προσέλαβε τον σεναριογράφο Henrik Galeen να γράψει το σενάριο, πιστεύοντας πως αν γίνουν αρκετές μετατροπές στην ιστορία δεν θα υπάρξει πρόβλημα.
Πρωτίστως, άλλαξαν τα ονόματα των χαρακτήρων – ή και αφαίρεσαν χαρακτήρες από την πλοκή εντελώς. Ο Τζόναθαν Χάρκερ έγινε Τόμας Χούτερ, οι χαρακτήρες των Μίνα Μάρεϊ και Λούσι Γουέστενρα συγχωνεύτηκαν και έκαναν την Έλεν Χούτερ, και φυσικά ο Κόμης Δράκουλας έγινε ο Κόμης Όρλοκ κλπ. Έπειτα άλλαξαν την τοποθεσία που διαδραματίζονται τα γεγονότα, από το Λονδίνο σε μια φανταστική γερμανική πόλη, και τη χρονολογία των γεγονότων, από τη δεκαετία του 1890 στο 1838. Άλλαξαν τη βασική πλοκή, διατηρώντας στοιχεία του αρχικού κειμένου, με την πιο εμβληματική αλλαγή να είναι ο άμεσος θάνατος του βρικόλακα από το ηλιακό φως, κάτι γραμμένο αποκλειστικά για την ταινία και πλέον κομβικό στοιχείο στη μυθολογία των βρικολάκων. Τέλος άλλαξε ο τίτλος από «Δράκουλας» σε «Νοσφεράτου, μια συμφωνία τρόμου», όπου η λέξη «Νοσφεράτου» πηγάζει απευθείας από το κείμενο του Στόκερ ως μια άλλη λέξη για να ονομάσει τον βρικόλακα. Είναι συνηθισμένη η παρανόηση να μπερδεύουν το όνομα και να νομίζουν πως ο Όρλοκ λέγεται Νοσφεράτου, αλλά «Νοσφεράτου» σημαίνει απλά «βρικόλακας».
Όλα αυτά αποδείχθηκαν μάταια καθώς η Φλόρενς Στόκερ, η χήρα του Μπραμ Στόκερ, απευθύνθηκε στις γερμανικές Αρχές και το δικαστήριο απεφάνθη υπέρ της, διατάζοντας την παραγωγή να την πληρώσει πέντε χιλιάδες δολάρια, κάτι που δεν μπορούσαν να κάνουν, και αντ’ αυτού ζήτησε να καταστραφούν όλα τα αντίγραφα της ταινίας. Ευτυχώς, μια και η εφαρμογή του νόμου για τέτοιες περιπτώσεις ήταν αρκετά χαλαρή, αντίγραφα της ταινίας είχαν ήδη σταλεί πέρα από τη θάλασσα, στο εξωτερικό, κάτι που καθιστούσε αδύνατη την καταστροφή τους.
Για πάνω από εκατό χρόνια έχουν γίνει εξουθενωτικές μελέτες για το Νοσφεράτου· για τα σεξουαλικά και ομοφυλοφιλικά υπονοούμενα, τον αποκρυφισμό, τον αντισημιτισμό, τη σχέση της ταινίας με τον Α’ Παγκόσμιο και την ισπανική γρίπη, μελέτες που γεμίζουν βιβλία ολόκληρα, από ανθρώπους που έχουν περάσει μεγάλο μέρος της ζωής μελετώντας το. Αυτά στα οποία θα επικεντρωθούμε εμείς είναι η πλοκή, καθώς και οι διαφορές του Όρλοκ και του Δράκουλα. Θα είναι απαραίτητες αργότερα, όπου θα συζητήσουμε τις δύο επόμενες μεταφορές.
Όρλοκ ή Δράκουλας;
Παρότι έχουν κάποια παρόμοια κίνητρα για τις πράξεις τους, ο Όρλοκ, που τον υποδύεται ο Max Schreck, δεν είναι πιστό αντίγραφο του Κόμη Δράκουλα και ας προέρχεται από την ίδια πηγή. Με μια ματιά μπορεί να το διαπιστώσει κάποιος αυτό, από τη στιγμή που ο Όρλοκ δεν θυμίζει σε τίποτα το ευγενές παρουσιαστικό του Δράκουλα, αλλά έναν δαίμονα, ίσως νυχτερίδα, κάτι που είναι αδύνατον να σε γοητεύσει. Έχει μακριά γαμψά νύχια, μυτερούς φιδίσιους κυνόδοντες, μυτερά αυτιά, κατάλευκο δέρμα και ώμους που φαίνονται τόσο σφιγμένοι, που δίνουν την εντύπωση κάποιου που κοιμάται σε φέρετρο – πράγμα που αληθεύει. Έχει ένα αργό και απειλητικό περπάτημα, τόσο αργό που στον θεατή δίνει την εντύπωση πως αιωρείται.
Σε αντίθεση με τον Δράκουλα, το φως της ημέρας δεν τον κάνει αδύναμο, αλλά τον σκοτώνει· δεν μεταμορφώνεται σε νυχτερίδα ή λύκο· δεν έχει νύφες και το αίμα δεν τον κάνει νεότερο και ομορφότερο. Μπορεί να περνάει μέσα από τοίχους και το δημοφιλέστερο χαρακτηριστικό του, η σκιά του, μπορεί να γίνει προέκταση του εαυτού του και να τη χειραγωγήσει όπως επιθυμεί. Υπάρχουν φορές που ο Δράκουλας θυμίζει έναν τυπικό κατά συρροή δολοφόνο, όμοιο του Τζακ του Αντεροβγάλτη με υπερφυσικές ικανότητες, αλλά ο Όρλοκ, όπως τον βλέπουμε στις ταινίες του ’22 και του ’79, θυμίζει ένα στοιχείο της φύσης, αναπάντεχο και αναπόφευκτο όπως η θύελλα.

Nosferatu – Eine Symphonie des Grauens (Nosferatu: A Symphony of Horror), 1922
Ο Τόμας Χούτερ (Gustav von Wangenheim) ταξιδεύει στην Τρανσυλβανία εκ μέρους του μεσιτικού γραφείου στο οποίο εργάζεται. Σκοπός του ταξιδιού είναι να επισκεφτεί τον νέο πελάτη του γραφείου, τον Κόμη Όρλοκ, και να του παραδώσει τα έγγραφα της νέας του ιδιοκτησίας, η οποία συμπτωματικά είναι το σπίτι απέναντι απ’ αυτό του Χούτερ.
Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του, ο Χούτερ σταματάει σε ένα πανδοχείο και οι ντόπιοι είναι έντρομοι και μόνο στο άκουσμα του ονόματος του Κόμη. Όταν αναχωρεί από το πανδοχείο, μια άμαξα τον συναντάει στον δρόμο και τον πηγαίνει στο κάστρο του Όρλοκ στα Καρπάθια Όρη, όπου και τον υποδέχεται. Ακολουθούν σκηνές όπου είναι ξεκάθαρο στον θεατή πως ο Χούτερ βρίσκεται σε κίνδυνο, όπως, για παράδειγμα, ένα πρωί που ξυπνάει με σημάδια από δαγκωματιές στον λαιμό. Αργότερα, ο Κόμης υπογράφει το συμβόλαιο και βλέπει τη φωτογραφία της συζύγου του Τόμας, της Έλεν (Greta Schröder), σε ένα φυλακτό και σχολιάζει πως «έχει όμορφο λαιμό».
Όταν ο Τόμας φτάσει στο συμπέρασμα πως ο οικοδεσπότης του είναι βρικόλακας, θα είναι ήδη αργά· ο Όρλοκ θα του επιτεθεί, αλλά ένα ανεξήγητο ψυχικό κάλεσμα από την Έλεν στον Τόμας θα τον σταματήσει.
Ακολουθεί, κατά την άποψή μου, το πιο σημαντικό κομμάτι του Νοσφεράτου και το σημείο όπου πρώτον καταφέρνει και διαχωρίζει αρκετά τον εαυτό του από τον Δράκουλα και δεύτερον είναι το κομμάτι όπου κάθε σκηνοθέτης διαχειρίζεται διαφορετικά, γιατί μέχρι στιγμής σ’ όλες τις μεταφορές ακολουθούνται τα ίδια βήματα· η άφιξη του Όρλοκ στη Γερμανία, μαζί με αρουραίους, σε ένα πλοίο που μεταφέρει πανούκλα – το οποίο θα πιάσει λιμάνι με όλο το πλήρωμα νεκρό.
Η πανούκλα δεν είναι τυχαία επιλογή, καθώς το 1918, τέσσερα χρόνια πριν την κυκλοφορία της ταινίας, είχε ξεσπάσει η ισπανική γρίπη που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο δεκαεπτά έως πενήντα εκατομμυρίων ανθρώπων, και ο F. W. Murnau καταφέρνει να αναδείξει τον πλήρη κορεσμό της κοινωνίας και πώς οι άνθρωποι μετατρέπουν όχλους και κυνηγούν όποιον νομίζουν πως φέρει την ευθύνη.
Έπειτα από πολλούς θανάτους, τους οποίους οι γιατροί αποδίδουν στην πανούκλα, η Έλεν μαθαίνει πως ένας βρικόλακας μπορεί να πεθάνει μόνο αν του αποσπάσει την προσοχή μια γυναίκα με αγνή καρδιά την ανατολή του ήλιου, προσφέροντάς του την ομορφιά της και το αίμα της με δική της βούληση. Η Έλεν στέλνει τον άντρα της μακριά και αποφασίζει να θυσιαστεί ανοίγοντας το παράθυρο και προσκαλώντας τον Κόμη στο δωμάτιό της, που της πίνει το αίμα μέχρι την αυγή όπου καίγεται και χάνεται σε ένα σύννεφο καπνού.
Nosferatu: Phantom der Nacht (Nosferatu the Vampyre), 1979
Το Nosferatu: Phantom der Nacht (Νοσφεράτου: Ο Δράκουλας της Νύχτας) κυκλοφόρησε το 1979 από τον Γερμανό σκηνοθέτη Werner Herzog. Ο Herzog, μεγάλος θαυμαστής της αρχικής ταινίας, γεννημένος το 1942, ενηλικιώθηκε σε ένα μεταπολεμικό περιβάλλον όπου η χώρα του έπρεπε να αντιμετωπίσει τα εγκλήματά της, ενώ εκείνη την περίοδο δεν υπήρχαν κινηματογραφικοί μέντορες, καθώς ή θα ήταν εξόριστοι ή νεκροί ή σε στρατόπεδα συγκέντρωσης ή συνεργάτες των Ναζί.
Κατά την άποψή του, το Nosferatu είναι η πιο σημαντική γερμανική ταινία και αποτελεί έναν σύνδεσμο μεταξύ του εξπρεσιονιστικού παρελθόντος και της γερμανικής κινηματογραφικής αναγέννησης της δεκαετίας του ’70. Μέρος μιας γενιάς χωρίς πατέρες και μέντορες, θέλησε να δώσει μια συνέχεια στην κινηματογραφική ιστορία της χώρας.
Κάτι που αξίζει να αναφερθεί είναι πως όλα τα ονόματα στην ταινία αλλάχτηκαν για να ταιριάζουν με το πρωτότυπο κείμενο, δηλαδή ο Όρλοκ έγινε Δράκουλας, ο Τόμας Τζόναθαν κλπ., καθώς την περίοδο των γυρισμάτων το βιβλίο του Στόκερ ήταν ήδη ελεύθερο από πνευματικά δικαιώματα. Βεβαίως, για να αποφύγουμε μπερδέματα, στο άρθρο οι χαρακτήρες θα αναφέρονται με τα ονόματα από την πρώτη ταινία.
Ο Herzog κάνει ξεκάθαρη την αγάπη του για το Nosferatu του ’22 από την αρχή, καθώς αποτελεί φόρο τιμής αρκετές φορές στην ταινία, αναδημιουργώντας πολλές σκηνές με παρόμοιο τρόπο. Γενικότερα, η εκδοχή του ακολουθεί πιστά το τέμπο του αρχικού, με δύο βασικές εξαιρέσεις που, κατά τη δική μου άποψη, προσθέτουν περισσότερο βάθος στους χαρακτήρες και τον κόσμο της.
Το πρώτο είναι πως ο Όρλοκ (Klaus Kinski), αν και μας παρουσιάζεται με την ίδια τερατώδη φυσιογνωμία που είχε και ο Max Schreck, είναι μια πιο τραγική φιγούρα σε αυτή την ενσάρκωση, η οποία εστιάζει στο πώς αιώνες απομόνωσης επηρεάζουν την ψυχολογία του, και στο πώς θα ήθελε να είναι κι αυτός ένας θνητός που μπορεί να συμμετέχει στις χαρές και τα γέλια. Ο Όρλοκ του Kinski περνάει μια υπαρξιακή κρίση, έρμαιο της τερατώδους φύσης του και του ανθρώπινου πάθους του, να φοβάται την αιωνιότητα και τη μοναξιά του, αλλά ταυτόχρονα να πρέπει να εκπληρώσει τον σκοπό του ως στοιχειό της φύσης. Αν ήταν σύννεφο θα έβρεχε, αν ήταν κεραυνός θα χτύπαγε τη γη, αν ήταν φωτιά θα έκαιγε ένα δάσος, αλλά θα τα έκανε όλα αυτά έχοντας πλήρη συνείδηση των αποτρόπαιων πράξεών του.


Το δεύτερο, και πιο αγαπημένο μου στοιχείο από κάθε μεταφορά του Νοσφεράτου, είναι ο τρόπος που ο Herzog χειρίστηκε το ξέσπασμα της πανούκλας στην πόλη, στον οποίο προσέδωσε κοινωνικοπολιτικό υπόβαθρο. Έδειξε την ανικανότητα του κράτους την ευθραυστότητα και την αστάθεια των νόμων, όπως επίσης και την πτώση της αστικής τάξης, η οποία νοσεί από την πανούκλα και κάνει έναν χορό θανάτου (Danse Macabre) στις πλατείες, πετώντας όλα τα υπάρχοντά της στους δρόμους, βάζοντάς τους φωτιά και δειπνώντας μαζί με αρουραίους, σε μια τελευταία προσπάθεια επανεκτίμησης της ζωής. Η Έλεν (Isabelle Adjani) τους παρουσιάζει την πραγματική αιτία της πανούκλας, αλλά τα λόγια της πέφτουν στα κουφά αυτιά, καθώς πολίτες και πολιτικοί έχουν αποδεχθεί τη μοίρα τους και μένουν άπραγοι.
Όπως και στο προηγούμενο, η Έλεν είναι η μόνη που ανακαλύπτει τη ρίζα του κακού και η θυσία της είναι η μοναδική λύση. Η σκηνή της θυσίας είναι σχεδόν τρυφερή, η σχέση της με τον Όρλοκ είναι πιο προσωπική απ’ ό,τι στο προηγούμενο, αφού ο σκηνοθέτης αφιέρωσε περισσότερο χρόνο χτίζοντάς την. Σε αυτή τη μεταφορά, όμως, ο Herzog προσθέτει μια σκηνή η οποία δεν προϋπήρχε. Ο Τόμας (Bruno Ganz) δεν ανάρρωσε από το δάγκωμα του Όρλοκ, αλλά έγινε ένας βρικόλακας, κληρονομώντας τη θέση του. Κατηγορεί κάποιον άλλον για τον φόνο του Όρλοκ και διατάζει το υπηρετικό προσωπικό να καθαρίσει το σπίτι του, σε μια απόπειρα του Herzog να μας δείξει τον φαύλο κύκλο της διαφθοράς του κράτους και των ανθρώπων ακόμα κι έπειτα από ένα μεγάλο κακό – κάτι που σίγουρα παραλληλίζει την πραγματικότητα μετά την πτώση του Ναζισμού. Μπορεί το Νοσφεράτου να έχει από τη φύση του γλυκόπικρο τέλος, αλλά το σχόλιο του Herzog στην ταινία του τη μεταμόρφωσε σε κάτι μοναδικό στη μυθολογία των βρικολάκων.
Nosferatu, 2024
Εκατόν δύο χρόνια μετά το πρώτο και σαράντα πέντε χρόνια μετά το δεύτερο, ο Αμερικανός σκηνοθέτης Robert Eggers καταπιάνεται με τη μεταφορά του Νοσφεράτου για ένα κοινό του 21ου αιώνα, ένα κοινό που για πάνω από είκοσι χρόνια, εκτός από ταινίες τρόμου, έχει δει και αμέτρητες ταινίες με βρικόλακες. Δεν θα ήταν υπερβολικό να πούμε πως η λέξη βρικόλακας δεν έχει την αίγλη που είχε κάποτε, οπότε το εγχείρημα του Eggers να συστήσει το Νοσφεράτου σε ένα νέο κοινό και να αναζωπυρώσει το ενδιαφέρον για μια ταινία που έχει αναφορές ακόμα και στον Μπομπ Σφουγγαράκη είναι δύσκολο.
Ο Eggers είναι από τους πιο σημαντικούς σκηνοθέτες ταινιών τρόμου που δουλεύουν αυτή τη στιγμή στο Χόλιγουντ· η μοναδική αισθητική του και η ψύχωσή του με την ιστορική ακρίβεια, όπως βέβαια και η αγάπη του για το Νοσφεράτου, τον κάνουν τον καταλληλότερο δημιουργό για μια νέα εκδοχή. Τα καταφέρνει όμως;
Όπως και οι προηγούμενοι σκηνοθέτες, ο Eggers διαλέγει ό,τι στοιχείο επιθυμεί από το βιβλίο του Μπραμ Στόκερ, ώστε να εξυπηρετήσει την πλοκή του, αλλά πάντοτε παραμένει μέσα στο σεναριακό πλαίσιο που έχει οριστεί από το 1922. Παρ’ όλα αυτά, θα έλεγα πως ο δικός του Νοσφεράτου είναι πιο πιστή μεταφορά του βιβλίου απ’ ό,τι οι προηγούμενες ταινίες, κάτι που φαίνεται κοιτώντας τον Όρλοκ (Bill Skarsgård), του οποίου η εμφάνιση πάρθηκε απευθείας από τις σελίδες. Αυτός ο Όρλοκ μπορεί να έχει τα γαμψά του νύχια, μπορεί να θυμίζει πτώμα, αλλά είναι το πτώμα ενός ευγενή, με το μουστάκι και τα μαλλιά του, και τουλάχιστον ντυμένος, από απόσταση, περνιέται πιο εύκολα για άνθρωπος. Εδώ δημιουργείται και ένα παράδοξο, καθώς οι προηγούμενοι Όρλοκ, που θύμιζαν δαίμονες, ήταν πιο καλοφωτισμένοι στα κάδρα τους και τους βλέπαμε καθαρά, ενώ ο νέος Όρλοκ, που θυμίζει άνθρωπο, αντιμετωπίζεται από τον σκηνοθέτη του σαν τέρας και τον κρατάει περισσότερο στο σκοτάδι.
Η ταινία, στα 132’, έχει τη μεγαλύτερη διάρκεια από τις προηγούμενες, καθώς προσπαθεί να γεμίσει τα κενά που υπάρχουν από το πρωτότυπο σενάριο και να φτιάξει μια πλοκή με μεγαλύτερη συνοχή. Ο Eggers επιτυγχάνει αυτή τη συνοχή από τον πρόλογο της ταινίας, όπου αρκετά χρόνια πριν τα κεντρικά γεγονότα βλέπουμε την Έλεν (Lily-Rose Depp) να κάνει μια συμφωνία με τον Όρλοκ και να δημιουργεί μια ψυχοσεξουαλική σχέση μαζί του για να απαλύνει τη μοναξιά της. Αυτό προσδίδει μεγαλύτερο κίνητρο στον Όρλοκ, ώστε να αγοράσει σπίτι στη Γερμανία και να πάει να τη βρει αργότερα.
Η άλλη μεγάλη επιλογή του Eggers, και αυτή που κάνει την ταινία του να ξεχωρίζει, είναι να τοποθετήσει την Έλεν στον πρωταγωνιστικό ρόλο, καθώς τώρα έχουμε μια ξεκάθαρη ηρωίδα, μια συναισθηματική άγκυρα που μας κρατάει δεμένους με τον κόσμο της. Επιπροσθέτως, μετατρέπει την ιστορία της σε ένα χρονικό καταπίεσης από ανθρώπους που αδιαφορούν για εκείνη τόσο, που την ωθούν να κάνει συμφωνία με έναν βρικόλακα για να απαλύνει τον πόνο της, κάνοντας την ηρωική θυσία της ακόμα πιο τραγική στο φινάλε. Επίσης, δίνει μεγαλύτερη έμφαση στη σχέση της με τον Τόμας (Nicholas Hoult) και πώς ο γάμος τους την έσωσε από τη μελαγχολία της.
Η προσέγγιση στο υπερφυσικό κομμάτι της ταινίας αξίζει ειδική αναφορά, διότι ο σκηνοθέτης δεν προσπάθησε να αναδείξει ένα νέο είδος βρικόλακα ή να κάνει μια νέα μετατροπή στον μύθο, αλλά αντιμετώπισε την ταινία ως μια ταινία εξορκισμού, όπου η ηρωίδα του τα βράδια είναι δαιμονισμένη και κάθε νύχτα βασανίζεται από το τέρας, χτίζοντας έτσι παραπάνω επίπεδα στο μαρτύριό της.
Ο Eggers σκηνοθέτησε καταπληκτικές σκηνές και έπιασε τέλειες ερμηνείες από τους ηθοποιούς του. Η Lily-Rose Depp ήταν θαρραλέα, όλη η ταινία ήταν στους ώμους της και αν οι σκηνές της δεν λειτουργούσαν, το αποτέλεσμα θα ήταν καταστροφικό. Οπότε, ναι, ο Eggers έκανε καλή ταινία για ακόμα μια φορά, όμως δεν μπορώ να αγνοήσω τα προβλήματα που προκύπτουν με τις αλλαγές, όπου το πρόβλημα δεν έγκειται στις αλλαγές, αλλά στον τρόπο διαχείρισής τους.
Το μεγαλύτερο θέμα για εμένα είναι πως ο Eggers πήρε όλα τα διακριτικά στοιχεία από προηγούμενες μεταφορές και τα φώναξε στο κοινό. Η σεξουαλική υπόσταση της σχέσης του Όρλοκ και της Έλεν δεν είναι κάτι καινούργιο, αλλά ήταν κάτι κρυφό σε κοινή θέα· ήταν ακόμα ένα κομμάτι σε ένα μεγάλο παζλ που ο θεατής μπορούσε να συναρμολογήσει παρατηρώντας την ιστορία.
Επίσης, όλη αυτή η εσωτερική μάχη μάς στέρησε τον κοινωνικό αντίκτυπο που έχει η πανούκλα. Δεν υπάρχει κάποια στιγμή όπου οι κάτοικοι της πόλης κυνηγάνε να λιντσάρουν κάποιον που νομίζουν υπεύθυνο όπως στου ’22, ούτε ένα dance macabre και την πτώση της αστικής τάξης όπως στου ’79. Ποιο είναι το σχόλιο του σκηνοθέτη για την κοινωνία που ζει; Η ισπανική γρίπη ξέσπασε το 1918 και τέσσερα χρόνια μετά βγήκε το Νοσφεράτου· ο COVID-19 ξέσπασε το 2020 και τέσσερα χρόνια μετά πήραμε νέο Νοσφεράτου ‒ δεν καταλαβαίνω πώς κάνεις μια ταινία για την πανούκλα και αφήνεις τέτοια ευκαιρία ανεκμετάλλευτη. Ο Eggers αντιμετωπίζει την πανδημία τυπικά, σχεδόν θα έλεγα την αγνοεί, για να επικεντρωθεί στη μάχη της Έλεν, αλλά δεν κατάλαβα γιατί να πάρεις περισσότερο χρόνο για να πεις λιγότερα απ’ άλλους σκηνοθέτες που χρησιμοποίησαν λιγότερο χρόνο για να πουν περισσότερα;
Σε τεχνικές λεπτομέρειες, θα έλεγα πως ο Eggers στηρίζεται στα jump scares περισσότερο από προηγούμενες ταινίες του. Δεν την πλήττουν, αλλά ήταν αρκετά για να τα αναφέρω και ομολογώ πως πάντα τα θεωρώ μια φτηνή τακτική για να προσπαθήσεις να τρομάξεις το κοινό. Γενικά, παρατήρησα πως υιοθετεί αρκετές μοντέρνες ιδιοτροπίες από ταινίες τρόμου (jump scares, υπερβολικά έντονο sound design, βιολιά κλπ.), που κάνουν το Νοσφεράτου τη λιγότερο αγαπημένη μου ταινία του αλλά και τη λιγότερο αγαπημένη μου μεταφορά του μύθου (υπογραμμίζω τη λέξη «αγαπημένη».) Βέβαια, αυτό το τελευταίο το λέω κάπως δειλά, γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι θα σου κάνει μια ταινία όταν τη δεις δεύτερη φορά.
Εν κατακλείδι, υπάρχει μια ταινία Νοσφεράτου για όλα τα γούστα· δεν πιστεύω πως κάποια είναι καλύτερη από την άλλη, καθώς η καθεμία προσφέρει κάτι διαφορετικό, με αποτέλεσμα να αλληλοσυμπληρώνονται και να δημιουργούν μια πανέμορφη γοτθική ταπετσαρία που μπορεί να διεγείρει, να συγκινήσει και να τρομάξει τον θεατή. Η μόνη ερώτηση είναι: ποια σου μιλάει περισσότερο;
Ο Λευτέρης Αναγνωστόπουλος ασχολείται με τη συγγραφή και τη σκηνοθεσία. Από τις εκδόσεις Άνω Τελεία κυκλοφορεί το πρώτο του έργο, ένα δυστοπικό, νεο-νουάρ, μυθιστόρημα με τίτλο «Το Κόκκινο Δεξί Χέρι».


