Όταν δυο βραβευμένοι δημιουργοί κόμικς ο Σπύρος Δερβενιώτης (Shark Nation, Μάνα Ρέιβερ) και ο Θανάσης Πέτρου (Γρα-Γρου, Γιαννούλης Χαλεπάς), ενώνουν τις δυνάμεις τους αποκτάμε εμείς οι αναγνώστες στα χέρια μας το graphic novel «ΘΒ – Η γαλέρα της ζωής μου» από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως, που σελίδα με τη σελίδα, σκίτσο με το σκίτσο ξεδιπλώνεται η ζωή ενός αγαπημένου μας ήρωα του Θανάση Βέγγου.
Ποιος Θανάσης; Εκείνος που ήταν φαλακρός, έτρεχε συνέχεια, έτρωγε καρπαζιές και μετέτρεπε το δράμα του σε γέλιο. Θυμάμαι πρώτη φορά τον είδα μικρός μια Κυριακή στην ΕΡΤ στο Θου-Βου Φαλακρός πράκτωρ 000 μου άρεσε αυτή η ταινία πολύ, μου είχε κάνει εντύπωση. Μεγαλώνοντας συνειδητοποίησα ότι κινηματογραφικά ίσως να ήταν ο Μελ Μπρουκς μας. Μάλιστα γύριζε ο ίδιος τις επικίνδυνες σκηνές που οι περισσότεροι ηθοποιοί του Χόλιγουντ θα έβαζαν κασκαντέρ, όμως διαβάζοντας αυτό το κόμικ συνειδητοποίησα ότι οι «ΘΒ ταινίες γέλιου» ήτανε η οικονομική καταστροφή του. Γνώριζα για τον Θανάση Βέγγο ότι είχε ένα θέμα με τη σκόνη, είχε πολύ σκόνη η Μακρόνησος, όπου είχε κρατηθεί εκείνα τα δύσκολα χρόνια των εξοριών, μα έμαθα τόσα πολλά διαβάζοντας αυτό το κόμικ κι ακόμη περισσότερα. Αντίκρισα την αληθινή εικόνα του ανθρώπου που μ’ έκανε να γελώ χάρη στο σενάριο του Σπύρου Δερβενιώτη και τα σκίτσα του Θανάση Πέτρου.
Όπως μου είπε ο Σπύρος Δερβενιώτης: «Ίσως είναι καιρός να δομηθεί και στα ελληνικά κόμικς η έννοια του ντοκιμαντέρ, δηλαδή non fiction κι όχι απαραίτητα βιογραφίες. Δηλαδή μπορεί να αγγίζονται, ας πούμε, και γεγονότα κομβικά με τη μορφή του κόμικ, ώστε να τους δίνεται και η ζωντάνια της εικονογράφησης και ο πλούτος της ιστορικής έρευνας με έναν τρόπο ενδιαφέροντα, όπως έχουν γίνει τελευταία όλα τα ντοκιμαντέρ διεθνώς. Δεν είναι ανάγκη να περιοριστούμε στις βιογραφίες, υπάρχουν και εμβληματικά γεγονότα. Ας πούμε, θα μπορούσε να γίνει ένα κόμικ και για το σκάνδαλο Κοσκωτά, λέω εγώ τώρα. Που ενσωματώνει άρωμα μίας ολόκληρης εποχής, νοοτροπιών και είναι ένα κομβικό σημείο. Είναι ενδιαφέρουσα ιστορία, είναι κάτι που ίσως έλειπε στα ελληνικά κόμικς και είναι καιρός να γίνει genre». Γιατί το ντοκιμαντέρ ως είδος εκφράζεται σε κινηματογραφικό ή τηλεοπτικό είδος, αλλά και στο θέατρο εμφανίζεται με το docu-theatre, τώρα ελπίζω ν’ αποκτήσουμε και το docu-comic (αδόκιμος όρος δικός μου). Οι δημιουργοί του «ΘΒ – Η γαλέρα της ζωής μου», ο Σπύρος Δερβενιώτης και ο Θανάσης Πέτρου μου μίλησαν για τον ήρωα των παιδικών μας χρόνων, Θανάση Βέγγο και το κόμικ που μας αποκαλύπτει τη ζωή του:
Πόσο χρόνο πήρε αυτό το κόμικ;
ΣΔ: Λιγότερο από χρόνο. Αν βάλεις και τη σύλληψη, τις συνεντεύξεις, το μάζεμα του υλικού, θα έλεγα γύρω στους έξι μήνες. 6, 7 συναντήσεις ήταν οι συνεντεύξεις, γιατί δεν ζουν και πολλοί από τους συνεργάτες του. Έκανα τις συνεντεύξεις και τις ερωτήσεις. Ο Θανάσης έκανε το σχέδιο, εγώ έκανα το σενάριο.
Τον ήξερες τον Θανάση Βέγγο;
ΣΔ: Προσωπικά όχι. Ξεκινήσαμε από το μηδέν, αλλά δεν ήξερα τίποτα για τον Θανάση Βέγγο.
Έμαθα πάρα πολλά από αυτό το κόμικ για τον Θανάση Βέγγο.
ΣΔ: Και εγώ.
Κάνατε δηλαδή πολλή έρευνα. Μου άρεσε πολύ που στο τέλος υπάρχει όλη η φιλμογραφία και το έργο το θεατρικό του Θανάση Βέγγου καταγεγραμμένο.
ΣΔ: Ναι, εντάξει, η φιλμογραφία ήταν σχετικά εύκολο και την έκανε ο Γιάννης Σολδάτος, που έγραψε και το επίμετρο.
Πες μου λίγο αυτή τη διαδικασία δημιουργίας, πώς ξεκίνησε; Πώς σας ήρθε;
ΣΔ: Η ιδέα ήταν του Λεωκράτη Ανεμοδουρά, του εκδότη δηλαδή, ο οποίος είχε την ιδέα και την περιέργεια. Μας είπε ότι του κινεί το ενδιαφέρον η προσωπικότητα του Βέγγου και θα ήθελε να κάνει κάτι γι’ αυτόν και αν θα με ενδιέφερε να το αναλάβω. Εγώ του είπα ότι ναι, ευχαρίστως θα αναλάμβανα το σενάριο, αλλά μου φαινόταν βουνό να αναλάβω και το ιστορικό ψάξιμο της εικόνας. Τότε του πρότεινα να γίνει σε συνεργασία με σκιτσογράφο και πολύ γρήγορα καταλήξαμε στον Θανάση Πέτρου.
Εσύ πώς και δεν ήθελες να εμπλακείς με το σχέδιο;
ΣΔ: Γιατί μου φαινόταν βουνό να βρω και να καταγράψω πώς ήταν, ας πούμε, οι χώροι τους οποίους δεν θα μπορούσα να βρω. Πώς ήταν το σπίτι του, πώς ήταν ξέρω κάποια γυρίσματα… Ένα βουνό το σήκωνα, δυο βουνά δεν τα σήκωνα.
Και πολύ έξυπνος ο τρόπος που μου τον παρουσιάζει, δηλαδή σαν να συνομιλεί ουσιαστικά με τον σχεδιαστή του.
ΣΔ: Κοίταξε, ψάχνοντας έναν τρόπο να μην βαριέμαι κι εγώ ως αναγνώστης, ας πούμε, μία από τις πρώτες ιδέες ήταν αυτές και μην σου πω ότι το ξεκλείδωσε η παρουσία του Θανάση, γιατί ήταν Θανάσης κι αυτός οπότε το πρώτο καρέ που μου ήρθε στο μυαλό ήταν η σκηνή. Γεια σου Θανάση! Γεια σου Θανάση!
Ποιες πληροφορίες που δεν ήξερες για τον Θανάση, όταν ξεδιπλώθηκαν μπροστά σου κατά τη διάρκεια της έρευνάς σου κάπως σε μάγεψαν;
ΣΔ: Είναι τόσες πολλές… Πολλοί το ξέρανε για τη χρεοκοπία του αλλά κάποιος ο οποίος έχει πολύ επιδερμικά ασχοληθεί ας πούμε όπως εγώ, δεν το ήξερα. Ο Λεωκράτης μου το είπε σαν αυτονόητο. Επίσης, αυτό που μας διηγήθηκε ο γιος του για τον σκαντζόχοιρο που τον περίμενε κάθε βράδυ να γυρίσει από το θέατρο. Αυτό ήταν κάτι το οποίο δεν θα το μάθαινε κανείς, δεν ήταν κοινή γνώση, αλλά ήταν και εξωπραγματικά ωραία σκηνή. Επίσης ότι ήταν πραγματική ιστορία αυτή η σκηνή από το Βλέμμα του Οδυσσέα που λέει «Μωρή φύση. Μόνη σου είσαι, μόνος είμαι και ’γώ. Πάρε ένα μπισκότο». Εκείνη τη σκηνή μου την διηγήθηκε ο Γιώργος Αρβανίτης που ήταν εικονολήπτης στην ταινία. Και μου είπε αυτή ήταν μια ιστορία που μου συνέβη εμένα στα γυρίσματα άλλης ταινίας του Αγγελόπουλου, τη μοιράστηκα στον Αγγελόπουλο και εκείνος την ενσωμάτωσε στην ταινία στα λόγια του Βέγγου.
Μου άρεσε εν τω μεταξύ ότι η αφήγηση ακολουθεί μια χρονογραμμική ροή και δεν είναι βιαστική ή γρήγορη είναι απολαυστική.
ΣΔ: Κατέληξα εκεί μετά από πολύ «βάσανο», γιατί σκεφτόμουν ποιος θα ήταν ο πιο ενδιαφέρων τρόπος να διηγηθείς. Και όταν ξεκίνησα ήταν μέσα στο μυαλό μου ένα χάος η πορεία του Βέγγου. Πίστευα ότι ίσως ήταν πιο ενδιαφέρον να ξεκινήσω από ένα εμβληματικό γεγονός, ας πούμε τη Μακρόνησο, και να πηγαίνω μπρος πίσω ή να ξεκινήσω από τη χρεοκοπία και να πηγαίνω μπρος πίσω και να τα δένω γύρω από αυτό. Αλλά τελικά μόλις βρήκα μια άκρη και είπα ότι έχω στο μυαλό μου πλέον καθαρά περιόδους που περίπου συμπίπτουν και με δεκαετίες, τότε έγινε και πιο απλή, καθαρή η εξιστόρηση.
Κλείνοντας ρώτησα τον Σπύρο Δερβενιώτη από τα δικά του κόμικς ποιο ξεχωρίζει και μου άρεσε η απάντησή του: «Δεν ξεχωρίζω κανένα γιατί το καθένα που έκανα, όταν το έκανα, ήταν για μένα το καλύτερο που θα μπορούσα να κάνω ποτέ. Μέχρι το επόμενο ή το μεθεπόμενο». Είναι ο ορισμός για τους δημιουργούς, ότι ο εαυτός μας είναι ο καλύτερος ανταγωνιστής και συναγωνιστής μας. Και μετά συνομίλησα με τον Θανάση Πέτρου, τον συμπρωταγωνιστή του Βέγγου σ’ αυτό το κόμικ, τον άνθρωπο που τον σχεδίασε:
Εσύ Θανάση τον ήξερες τον Θανάση Βέγγο;
ΘΠ: Όχι τη ζωή του, δεν ήξερα λεπτομέρειες γι’ αυτήν. Ήξερα τη δουλειά του, τις ταινίες του, αλλά λεπτομέρειες δεν ήξερα καθόλου. Ελάχιστες δηλαδή, μόνο ότι είχε φαλιρίσει κάποια στιγμή η Θου Βου η εταιρία του.
Και πώς ένιωσες που για σεναριακούς λόγους συμπρωταγωνιστείς μαζί του σ’ αυτό το κομικ;
ΘΠ: Καθόλου δεν μου άρεσε. Έχω κάνει κόμικς που έχω βάλει τον εαυτό μου, αλλά είχαν αυτοβιογραφικά στοιχεία, οπότε δικαιολογούνταν κάπως έτσι. Τώρα αυτό που πρότεινε ο Σπύρος δεν μου άρεσε στην αρχή, αλλά τελικά λειτούργησε νομίζω αρκετά καλά, αφηγηματικά, δηλαδή ότι δεν είναι ένας Βέγγος αφηγητής έξω από το κόμικ που μας λέει για τη ζωή του. Λειτουργεί καλύτερα το ότι είμαστε σε έναν εικονικό διάλογο, εγώ ο ΘήταΠι με τον Θου Βου, οι δύο χάρτινοι πρωταγωνιστές και όχι να μας τα αφηγείται, ως ένας θεός αφηγητής εκτός βιβλίου που μας τα λέει.
Αντιμετώπισες δυσκολίες;
ΘΠ: Δυσκολευόμουν γενικώς να τον σχεδιάσω τον Βέγγο, γιατί είναι πολύ διαφορετικό όταν βλέπεις μια φωτογραφία και όταν πας να την απεικονίσεις. Και τον έχουμε δει πάρα πολλές φορές σε πάρα πολλές ταινίες, σχεδόν όλοι. Περιμένεις με δύο γραμμές να δεις να μοιάζει με τον Βέγγο. Νομίζω δεν το κατάφερα ποτέ στο βιβλίο. Δηλαδή το ότι δυσκολεύομαι από την αρχή μέχρι το τέλος να “πιάσω” τον Βέγγο είναι η πραγματικότητα. Δεν ήταν καθόλου εύκολο να τον σχεδιάσω, τώρα αν το πέτυχα δεν ξέρω. Θα δείξει.
Εικαστικά ας πούμε, αν κάτι μου άρεσε σε αυτό το κόμικ ήταν ότι δεν είχαμε την αναπαράσταση τη ρεαλιστική παρά μόνο στις τελευταίες σελίδες και νόμιζα ότι το έκανες και επίτηδες αυτό.
ΘΠ: Ήταν σκοπός να γίνει αυτό, είναι εν μέρει αφηγηματικό, εν μέρει είναι πραγματικό. Δηλαδή, ότι όταν μιλάει κάποιος, αυτό έχει το εξής ζήτημα: Ότι συνομιλώ εγώ με τον Βέγγο. Τον Βέγγο τον ξέρουμε γιατί τον βλέπαμε στις ταινίες να παίρνει τρελές εκφράσεις, να γουρλώνει τα μάτια, να στραβώνει το πρόσωπό του, να κάνει ακραίες εκφράσεις. Όταν, όμως, μιλάει απλώς κάποιος δεν μπορεί να κάνει εκφράσεις τελείως παλαβές. Οπότε πρέπει να πιάσεις να βρεις πέντε γραμμές οι οποίες θα δείχνουν έναν ήρεμο άνθρωπο να συζητάει. Δεν αφηγείται με μία ένταση ή θέλοντας να βγάλει κάτι στην αφήγησή του. Οπότε έπρεπε να τον σχεδιάζω διαρκώς χωρίς να κάνει εκφράσεις ουσιαστικά και αυτό ήταν το δύσκολο. Και αυτό είναι, σου λέω και λίγο αφηγηματικό και λίγο πραγματικό. Το ότι ήταν δύσκολο στο σχέδιο και το εκμεταλλευόμαστε αυτό αφηγηματικά, ότι ψάχνω να βρω πώς να κάνω το πορτρέτο που τελικά στο τέλος το καταφέρνω. Νομίζω.
Γενικά πώς έγινε η διαδικασία;
ΘΠ: Γενικώς δεν σβήνω και δεν σχεδιάζω κάτι από την αρχή. Δηλαδή ξεκινάω να κάνω ένα προσχέδιο και αυτό που κάνω με μελάνι και χρώμα. Η ταχύτητά μου μάλλον με έριξε στα δύσκολα, γιατί υπολογίζαμε να βγάλουμε τα βιβλία του Σεπτέμβρη και κάποια στιγμή, όταν πήρα μπρος και άρχισα να δουλεύω, μου πρότεινε και ο Ανεμοδουράς και ο Δερβενιώτης «Ε, δεν το πάμε λίγο πιο γρήγορα;» Το πιο γρήγορα σήμαινε ότι εγώ έπρεπε να το κάνω σε απίστευτη ταχύτητα, έτρεχα σαν το Βέγγο κυριολεκτικά. Δούλευα 10ωρα, 12ωρα κάθε μέρα για να βγει.
Υπήρχε κάποια πληροφορία που όταν το σχεδίαζες σε συγκίνησε ή ταυτίστηκες ή κάτι που σου έμεινε από όλο αυτό το έργο κάτι που δεν θα ξεχάσεις;
ΘΠ: Οι ατυχίες που πέρασε είναι παροιμιώδεις. Δηλαδή ότι αυτή η τελειομανία ήταν και η καταστροφή του τελικά. Κάποιες φορές ήταν συγκινητικό το ότι ήταν ακραίος ο Βέγγος σε κάποια πράγματα. Δηλαδή θα πέταγε 20 τούρτες και πήγαινε και έπαιρνε τις καλύτερες από τον Ασημακόπουλο που ήταν ένα πολύ καλό ζαχαροπλαστείο. Έπαιρνε από αυτόν τούρτες, οπότε η τελειομανία του τελικά ήταν και αυτό που τον έβαλε μέσα. Συγκινητικός νομίζω γίνεται μετά ο Βέγγος, όταν πλέον, τη δεκαετία μετά το ’80, παίζει πλέον στην τρίτη φάση του. Αν οι ταινίες του Κούνδουρου είναι η πρώτη του, η δεύτερη είναι όταν πλέον καταξιώνεται, η τρίτη είναι οι ΘΒ. Η τέταρτη ας πούμε να είναι με τον Κατσουρίδη στο Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση; Η πέμπτη να πω είναι που πλέον παίζει στον Βούλγαρη, στις Ήσυχες Μέρες του Αυγούστου που βλέπουμε έναν πολύ διαφορετικό Βέγγο, πιο σοβαρό, πολύ μετρημένο. Παίζει χωρίς να κουνάει το φρύδι του. Όταν πλέον είναι σε ώριμη ηλικία δεν χρειάζεται να κάνει τίποτα από αυτά που έκανε και πάλι έχει ένα ειδικό βάρος πολύ μεγάλο, χωρίς να μιλήσει, δηλαδή. Είναι στο τρένο και απλώς κοιτάζει. Κι όμως έχει πολύ μεγάλη ένταση αυτή η σκηνή, όπως τη θυμάμαι τώρα.
Τα κόμικ είναι κι ένας ξεχωριστός κώδικας επικοινωνίας και για τα παιδιά, αφού δεν είναι βιβλίο με γράμματα να το βαρεθούν εύκολα, χαίρομαι που εξαιτίας σας θα γνωρίσουν πολλά νέα παιδιά τον Θανάση Βέγγο.
ΘΠ: Μακάρι να συμβεί αυτό. Να ψάξει κάποιος να δει μία ταινία του, κάποιος που δεν τον ξέρει, ένας νεαρός σε ηλικία και να ψάξει να δει τι στο καλό είναι αυτό το φαινόμενο Βέγγος. Ο ίδιος ο Θου Βου τι ήτανε. Τα κόμικς έχουν μεγάλη δύναμη, παρόλο που είναι στατικές εικόνες τυπωμένες σε χαρτί ή σε μία οθόνη. Κυρίως στο χαρτί έχουν πολλή δύναμη και οπτικά και αφηγηματικά. Δηλαδή το ότι θα το διαβάσεις με έναν ρυθμό που θέλεις εσύ, με μία ταχύτητα που θέλεις εσύ και όχι με την ταχύτητα που θα σου υπαγορεύσει ο σκηνοθέτης. Την ταινία την βλέπουμε με βάση το μοντάζ που διάλεξε ο σκηνοθέτης, είτε την βλέπουμε στον κινηματογράφο είτε την βλέπουμε στο σπίτι μας. Στο κόμικς, αν κολλήσουμε κάπου θα σταματήσουμε σε μια εικόνα και θα τη χαζέψουμε για να δούμε τι γίνεται εκεί πέρα και θα κάτσουμε όση ώρα θέλουμε. Δεν πρόκειται να πει στον αναγνώστη ο δημιουργός: άντε προχώρα γρήγορα γιατί μετά έχει πιο πολύ ενδιαφέρον. Θα διαβάσει ο κάθε αναγνώστης με τον δικό του ρυθμό και με τον δικό του τρόπο. Αυτό νομίζω δεν το έχει ούτε η λογοτεχνία, γιατί γραμμική είναι η ανάγνωση, διαβάζεις και σπάνια θα γυρίσεις μια σελίδα πίσω να κοιτάξεις τι έγινε πάλι. Στο κόμικ είναι λίγο πιο σύνθετη η ανάγνωση, μπορεί να σταματάς όπου θέλεις. Μπορείς να δεις ένα κόμικς, απλώς να το ξεφυλλίσεις και να μην το διαβάσεις. Να βλέπεις τις εικόνες μια φορά… μετά να κάτσεις να το διαβάσεις, να διαβάζεις τα κείμενα και μετά να κάθεσαι και να σταματάς όπου θέλεις για όση ώρα θέλεις. Αυτό δεν νομίζω ότι το έχει άλλο μέσο. Είναι μοναδικός στα κόμικς ο τρόπος ανάγνωσης, δηλαδή αυτός καθαυτός ο τρόπος ανάγνωσης, έχει μία δύναμη που είναι μία ιδιαιτερότητα που δεν υπάρχει σε κάποιο άλλο μέσο.
Αν ήθελες να ευχαριστήσεις κάποιους γι’ αυτό σου το ταξίδι με τον Θανάση Βέγγο και την ευκαιρία να συμπρωταγωνιστήσεις μαζί του ποιοι θα ήτανε αυτοί;
ΘΠ: Να ευχαριστήσουμε καταρχάς και νομίζω και ο Σπύρος θα συμφωνήσει τον Λεωκράτη τον Ανεμοδουρά που έκανε μια τέτοια κίνηση, τις εκδόσεις Μικρός Ήρως, δηλαδή που στήριξαν όλο αυτό. Γιατί ο Λεωκράτης έψαξε ανθρώπους να έρθει σε επαφή, γνωρίσαμε τους γιους του Βέγγου, συνομιλήσαμε μαζί τους, μας βοήθησαν και συνεργάτες του που τον γνώριζαν. Αυτό ήταν κομμάτι που έκανε ο εκδότης, οπότε ήταν πολύ σημαντικό. Πώς θα έρθουμε σε επικοινωνία με ανθρώπους που ξέρανε τον Βέγγο, που μας έκαναν διορθώσεις, μας έκαναν παρατηρήσεις, μας έκαναν προτάσεις τις οποίες τις ενσωματώσαμε, όποτε και όταν χρειάστηκε και όταν νομίσαμε ότι πρέπει να τις βάλουμε, τις βάλαμε, που μόνο καλό μας έκανε αυτό. Έγινε μια δουλειά, η οποία δεν ήταν δύο ανθρώπων μόνο, αλλά και άλλων γύρω, τριγύρω που βοήθησαν να βγάλουμε το βιβλίο.
Κλείνοντας ως δεινός αναγνώστης graphic novels έχω να σημειώσω ότι οι δημιουργοί αυτού του υπέροχου κόμικ κατάφεραν να εικονοποιήσουν και να αφηγηθούν τη ζωή του καλού μας ανθρώπου. Καλοκαίρι είναι, τα σχολεία κλείσανε, πάρτε το δώρο σε ένα μικρότερο σε ηλικία παιδί ή και στα μεγαλύτερα παιδιά, τα ενήλικα. Ο Θανάσης Βέγγος πιστεύω ήταν υπόδειγμα ανθρώπου, συλλεκτικός καλλιτέχνης στην ερμηνεία του και μερακλής στη δουλειά του. Αν δεν τον γνωρίζετε το κόμικ «ΘΒ – Η γαλέρα της ζωής μου» είναι μια πολύ καλή ευκαιρία. Μας λείπουν τέτοιοι Θανάσηδες. Πολεμικές περιόδους ζούμε και το Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση γίνεται τελικά πιο επίκαιρο από ποτέ.






