H Σελίν Σονγκ έκανε πριν δυο χρόνια αίσθηση με τις «Περασμένες Ζωές», το σκηνοθετικό και σεναριακό της ντεμπούτο, με το οποίο έφτασε εκτός των άλλων και σε υποψηφιότητες για όσκαρ καλύτερης ταινίας και πρωτότυπου σεναρίου: από τη μία ένας έρωτας καρμικός και φτιαγμένος απ’ το υλικό των ρομαντικών κομεντί και των ρομάντζων σε κάθε κατηγορία τέχνης γενικότερα, από την άλλη μια σχέση ζωής με τη δική της ρομαντική διάσταση, η σύγκρουσή τους, η σύγκρουση όχι ανάμεσα σε ένα θέλω και σε ένα πρέπει, αλλά σε δύο θέλω. Τώρα με το «Ταιριάζουμε;» επιστρέφει με ένα παρόμοιο σχήμα κι ένα συναφές δίλημμα: ξανά μια γυναίκα ανάμεσα σε δύο άντρες, για την ακρίβεια ξανά μια γυναίκα ανάμεσα σε δύο άντρες, οι οποίοι μπορεί να προσωποποιούν πολύ διαφορετικές συνθήκες έτσι ώστε η επιλογή της ηρωίδας να έχει και ένα γενικότερο νόημα και μήνυμα, είναι ωστόσο και οι δυο τους, όπως και οι δύο των «Περασμένων Ζωών», όχι απλά ερωτεύσιμοι ως άνδρες, αλλά και αγαπήσιμοι ως άνθρωποι, δεν έχουν ως χαρακτήρες κάποιο τρανταχτό αρνητικό στοιχείο που να κάνει τον θεατή να τους αντιπαθήσει.

Η μεγάλη επιτυχία στην πρώτη ταινία της Σονγκ, της επιτρέπει να επιστρέψει στη δεύτερη με πολύ λαμπερότερα ονόματα ηθοποιών: η Ντακότα Τζόνσον ανάμεσα στον Πέδρο Πασκάλ και τον Κρις Έβανς. Είναι προξενήτρα πολυτελείας στο επάγγελμα, ένα επάγγελμα που φαίνεται επανέρχεται στη μόδα εκεί που πρώτα συμβαίνουν όλα, στη Νέα Υόρκη. Ένας γοητευτικότατος και πλούσιος άντρας εμφανίζεται στη ζωή της και έναν πρώην της κάνει ταυτόχρονα την επανεμφάνισή του, έχοντας μεν τη δική του όχι αμελητέα γοητεία, αλλά παραμένοντας όσο φτωχός ήταν κι όταν ήταν μαζί της. Όχι ακριβώς λεπτομέρεια, γιατί βασικά τον είχε χωρίσει ακριβώς επειδή ήταν φτωχός και ο τρόπος ζωής τους είχε καταντήσει με τα χρόνια ασφυκτικός και μίζερος. Άλλωστε ο πρωτότυπος τίτλος της ταινίας είναι “Μaterialists”(υλιστές δηλαδή), ενώ το τρέιλερ της συνοδεύεται απ’ το “Material Girl” της Μadonna. 

Δεν είναι ότι δεν μου είχαν αρέσει οι «Περασμένες Ζωές», σίγουρα όμως δεν τις είχα εκτιμήσει τόσο, δεν είχα διακρίνει το τόσο ανανεωτικό τους στοιχείο, θεώρησα ότι έκαναν τόσο ντόρο επειδή απλά ήταν μια καλή στο είδος της ταινία. Το «Ταιριάζουμε;» όμως, μολονότι βλέπω ότι από αρκετούς εκλαμβάνεται ως ένα πισωγύρισμα, για μένα μόνο τέτοιο δεν είναι, καθώς εδραιώνει την Σονγκ τουλάχιστον ως μια προσαρμοσμένη στη σημερινή εποχή Νόρα Έφρον (και βλέπουμε) και φανερώνει έναν πλούτο ιδεών και μια γόνιμη δημιουργική ανησυχία. Στο κέντρο των «Περασμένων Ζωών» ήταν το «ιν γιαν», άνθρωποι πλασμένοι ο ένας για τον άλλο για περασμένες και επόμενες ζωές, κι ανεξάρτητα από το πώς τοποθετήθηκε η Σονγκ απέναντί του, είχαμε να κάνουμε με μια ταινία που κολυμπούσε ολόκληρη στην επικράτειά του ατόφιου συναισθήματος και για την ακρίβεια ισχυρών αντικρουόμενων συναισθημάτων. Με το «Ταιριάζουμε;» δεν κάνει απλά ένα βήμα πίσω από το τόσο συναίσθημα, κάνει το βήμα πίσω ακριβώς για να να εξετάσει όλο τον μηχανισμό και τα συστατικά του ρομαντισμού και του τι μας ελκύει σε έναν άλλο άνθρωπο. Η ματιά της πρώτης της ταινίας ήταν ευθεία, εδώ η ματιά της είναι «μέτα»: χωρίς να απέχει στα αλήθεια από το συναίσθημα και το ρομαντισμό, τα βάζει πάντως διαρκώς κάτω, τα ελέγχει, προσπαθεί να βρει την προέλευσή τους, τα αποσυναρμολογεί, τα εκλογικεύει, τα παραμετροποιεί. Άλλωστε έχουμε να κάνουμε με εργαζόμενη σε παροχή υπηρεσιών προξενέματος, άλλωστε έχουμε να κάνουμε κατεξοχήν με «αγορά», λέξη που θα επαναληφθεί πολλές φορές στη διάρκεια της ταινίας. 

Τι πιάνει λοιπόν ο καθένας στην αγορά. Ποια είναι η αξία του, πόσο ψηλά είναι οι μετοχές του; Τι ταίρι δηλαδή μπορεί να χτυπήσει, ποια είναι η δική του ανταλλακτική αξία ώστε να τον προτιμήσει ένα περιζήτητο ταίρι; Ίσως ακούγεται χυδαία η τόση εμπορευματοποίηση, πάντως άλλο το χυδαίο κι άλλο το διαστρεβλωτικό. Δεν υπάρχει κάποια διαστρέβλωση εδώ. Η όποια ένσταση μπορεί να υπάρχει μόνο αναφορικά με την μετάβαση από την μεταφορά στην κυριολεξία της αγοράς. Γιατί οι γάμοι, τα ζευγαρώματα, οι έρωτες κινούνταν πάντα εντός μια μεταφορικής αγοράς. Και ο κάθε άλλος, το κάθε πιθανό ταίρι, δεν είναι ποτέ κάτι το αφηρημένο, δεν είναι ποτέ μόνο το πόσο τον βλέπουμε και λαβωμένοι απ’ το τόξο του Θεού Έρωτα παθαίνουμε κάτι, είναι ένα σύνολο χαρακτηριστικών και ιδιοτήτων, ο άλλος είναι πάντα εκτός από άνθρωπος και το πλαίσιό του, το πλαίσιό του είναι ένα αναπόσπαστο δομικό του στοιχείο που τον καθιστά ερωτεύσιμο, ζευγαρώσιμο, παντρέψιμο. 

Από εκεί και πέρα για ΗΠΑ μιλάμε και για υπηρεσία που προορίζεται για πολύ προνομιούχους οικονομικά ανθρώπους. Οπότε το ότι οι πελάτες στην παράθεση των προϋποθέσεων που πρέπει να πληροί ο άλλος για να βγουν ραντεβού μαζί του, βάζουν σε πολύ μπροστινή θέση το πόσα χρήματα βγάζει ετησίως, ίσως δεν θα έπρεπε να μας προκαλεί τόσο εντύπωση. Ούτε η παράμετρος της ηλικίας προκαλεί εντύπωση. Εκείνο που εμένα μου έκανε εντύπωση είναι το πόσο μπροστά μπαίνει ο παράγοντας του ύψους. Δηλαδή γυναίκες που επιμένουν ότι ο άντρας πρέπει να είναι από ένα μπόι και πάνω. Μου έκανε επίσης εντύπωση η μη αναφορά από άντρες και γυναίκες στον παράγοντα του πάχους (η μη άμεση αναφορά τουλάχιστον, καθώς εμμέσως κάτι λέγεται περί γυμνασμένων σωμάτων). Ίσως δεν μπαίνει στην ταινία για λόγους πολιτικής ορθότητας κι επειδή κάνει τζιζ, ίσως όμως από την άλλη θεωρείται δεδομένο ότι οι εύποροι Αμερικάνοι δεν έχουν πρόβλημα πάχους, αυτά είναι λυμένα για την τάξη τους και αφορούν μόνο την πλέμπα. Όπως δηλαδή σε μια ατάκα ακούγεται ότι «Δεν υπάρχουν άσχημοι, υπάρχουν μόνο φτωχοί», έτσι κατ’ αντιστοιχία μπορούμε να πούμε για το κατεξοχήν ταξικό χαρακτηριστικό του πάχους ότι «Δεν υπάρχουν χοντροί, υπάρχουν μόνο φτωχοί». Σε κάθε περίπτωση, οι απαιτήσεις των διαφόρων πελατών, ανδρών και γυναικών, δίνουν την ευκαιρία στη Σονγκ να μας προσφέρει μερικά απολαυστικά μικρά στιγμιότυπα, με μάλλον απολαυστικότερο τον μεσήλικα άντρα που κουράστηκε να βγαίνει με πολύ μικρές και θέλει μια πιο έμπειρη γυναίκα.  

Τουλάχιστον δυο φορές η Σονγκ θα προσπαθήσει να ταρακουνήσει πιο έντονα τις συμβάσεις της ρομαντική κομεντί. Στην πρώτη ενώ βλέπουμε στο φόντο ένα ζευγάρι να παντρεύεται, η ηρωίδα να αρχίσει να αναλύει όλα όσα θα πάνε στην πορεία με μαθηματική ακρίβεια χάλια στο γάμο τους, αναπτύσσοντας το ένα μετά το άλλο τα στάδια της μεταξύ τους κούρασης, αποξένωσης και πολεμικής. Μα αν είναι έτσι, αν αυτό είναι κοινή γνώση, αν είναι εντονότατη στατιστική πιθανότητα, γιατί οι άνθρωποι εξακολουθούν να θέλουν να παντρεύονται; Η ίδια έχει και την απάντηση: γιατί έτσι ακόμα ορίζει η κοινωνία, γιατί οι άνθρωποι φοβούνται την μοναξιά, αλλά και γιατί οι άνθρωποι έχουν ανάγκη την ελπίδα. Το απ’ έξω και το από μέσα. Το από μέσα το φοβικό και το από μέσα το φωτεινό. Δεν ξερω αν η Σονγκ θα δοκιμάσει στο μέλλον τις δυνάμεις της και σε άλλα κινηματογραφικά είδη, ωστόσο μπορώ κάλλιστα να τη φανταστώ να γράφει και να γυρίζει κάποια στιγμή την ταινία του ζευγαριού που φθείρεται και αποσυντίθεται στο γάμο του. 

Η δεύτερη φορά είναι όταν βρισκόμαστε και χρονικά σε ένα σημείο που δεν θα ήταν περίεργο να τελειώσει η ταινία, σε ένα σημείο που έχουν προηγηθεί όλες οι εξελίξεις και ανατροπές που θα δικαιολογούσαν ένα τέτοιο τέλος, και η ηρωίδα φιλιέται με έναν από τους δύο άντρες, σε ένα φουλ ρομ κομ περιβάλλον. Έχεις μπει ως θεατής στην ατμόσφαιρα, προφανώς σου αρέσει αυτό που βλέπεις -πως αλλιώς, αφού είναι ρομαντική κομεντί- και ξαφνικά σταματάει το φιλί και τους βάζει να αρχίζουν να εξετάζουν και να αναλύουν τι ακριβώς κάνουν, για ποιο λόγο το κάνουν, ποια μπορεί να είναι τα αληθινά τους κίνητρα, ποια μπορεί να είναι η κατάληξη της φάσης τους.  

Αν πάντως κάτι πρέπει να καταλογίσει κανείς στο «Ταιριάζουμε;», όταν τελικά οδηγηθεί στη δική του κατάληξη, είναι ότι θέλει και τον μέτα σκύλο χορτάτο και την ρομ κομ πίτα ολάκερη. Όχι επειδή μοιάζει μη πειστική η κατάληξη του. Μια χαρά πειστική μοιάζει. Ούτε επειδή η ταινία αντιφάσκει με τον ίδιο της τον εαυτό ως προς τους χαρακτήρες της. Ναι, θα μπορούσε κάλλιστα να συμβεί αυτό που βλέπουμε. Αλλά το τέλος των πολύ πιο συμβατικών σε όλη την υπόλοιπη κατασκευή τους «Περασμένων Ζωών» ήταν κατά τη γνώμη μου πιο τολμηρό, έχοντας στοιχεία ανατρεπτικότητας. Εδώ πάλι δεν θεωρώ ότι είναι ζήτημα έλλειψης τόλμης. Η ταινία δεν δίνει δηλαδή την εντύπωση ότι ήθελε να φτάσει ως το τέλος του δρόμου και δεν τόλμησε. Δίνει την εντύπωση ότι αυτές ήταν οι προθέσεις της εξαρχής. Απλά αυτές οι προθέσεις κάπως την περιορίζουν και μικραίνουν το μέγεθός της, εμποδίζοντας την να απογειωθεί.

H Ντακότα Τζόνσον, δεν είναι μόνο η πρωταγωνίστρια της ταινίας – η ταινία είναι δική της. Έχει μπει ιδανικά στο πετσί του ρόλου της, του εξετάζω κριτικά αυτό που μου συμβαίνει ενόσω μου συμβαίνει, του είμαι μέσα σε ό,τι μου συμβαίνει αλλά είμαι και μια άλλη έξω που το αναλύω, ενσαρκώνει ιδανικά την αμφισημία του ενίοτε λέω πράγματα που ακούγονται κυνικά ή ειρωνικά αλλά εγώ τα εννοώ και κυριολεκτικά και τρυφερά, είναι μια ηρωίδα που μπορεί να είναι και ευαίσθητη και σκληρή, και τέρμα εγκεφαλική και βαθιά συναισθηματική. Δίπλα της ο Κρις Έβανς και ο Πέδρο Πασκάλ έχουν το τεράστιο προσόν των αμερικανών ηθοποιών, αυτή την φυσικότητα, αυτό το ανεπιτήδευτο, αυτό το είμαι εκεί και φέρνω την αύρα μου. Ο Πασκάλ είναι παντού πια, είναι ίσως το πιο καυτό όνομα στο Χόλιγουντ αυτή την εποχή, δεν έχω μπορέσει να καταλάβω πώς λειτουργούν οι μόδες, όταν τον είχα πρωτοδεί προ ετών στο “Νarcos” δεν είχα εισπράξει τέτοια ακτινοβολία σταρ, εδώ πάντως εκτός όλων των άλλων ξεχωρίζει η στάση του σώματός του, το πώς το τοποθετεί και το γέρνει προς την πλευρά των άλλων όταν κάθεται σε μια καρέκλα, αυτή η χαλαρότητα και η αυτοπεποίθηση που βγάζει, η οποία προφανώς και πηγάζει από την αυτοπεποίθηση του χαρακτήρα του, ωστόσο όλο αυτό δεν ξέρω πώς γίνεται να το υποδυθείς αν ούτως ή άλλως από μόνος σου δεν έχεις μάθει να στρέφεις το σώμα σου έτσι, λες και είσαι ένα δώρο προς την ανθρωπότητα. Ο Κρις Έβανς από την άλλη, με σκούρο μαλλί και κούρεμα που δεν τον κολακεύει, δεν είναι ο Κάπτεν Αμέρικα, είναι ένας ακόμα φτωχός Αμερικάνος, μεταδίδει σε μεγάλες δόσεις ευθραυστότητα, τρυφερότητα, την επιθυμία οι ματαιώσεις του να μην τον μετατρέψουν σε λούζερ, την ελπίδα η ζωή να μην αξιολογείται με βάση μόνο το τι μπορεί να αγοράσει κανείς. 

Μιλώντας για την οικονομική κατάσταση του χαρακτήρα του, μου έστειλαν κάτι που δεν το πίστευα. Επειδή όπως είπαμε η ηρωίδα έχει να επιλέξει ανάμεσα σε εκείνον και τον πολύ πλούσιο Πασκάλ, και επειδή ανεξάρτητα από το τι τελικά θα επιλέξει, πάντως μπαίνει σε ένα δίλημμα και άρα τον θεωρεί θεμιτή επιλογή, ακούστηκαν κριτικές για το πώς γίνεται, για το ότι όλο αυτό είναι “Βroke boy propaganda”. Η Σονγκ απάντησε ψιλοφρικαρισμένη και πάρα πολύ ωραία για το πώς γίνεται, για το τι είδους διαστροφή είναι να θεωρείται ένας φτωχός άντρας ως ένας συνολικά αποτυχημένος άνθρωπος, για το τι είδους διαστροφή είναι να θεωρείται αντιφεμινιστικό και υποτιμητικό για μια γυναίκα το να εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο να είναι με έναν άντρα που δεν έχει λεφτά. Ας της πιστώσουμε άλλωστε, ότι όχι μόνο ο χαρακτήρας του Κρις Έβανς ψήφισε τον «Μπέρνι», αλλά και το ότι τον βάζει να λέει πως ντροπή και κακό είναι να βγάζεις τα προς το ζην ως λομπίστας όπλων ή δουλεύοντας στη Shell ή στην McKinsey. 

Ας κλείσουμε με το – κρυφό ( ; ) και βαθύτερο ( ; ) – διακύβευμα της ταινίας. Το «Ταιριάζουμε;» είναι μια ταινία για την αξία. Η Σονγκ παίζει αριστοτεχνικά με την ιδέα. Υπάρχει η οικονομική αξία, αλλά υπάρχει και η άλλη, η άυλη. Η αξία του κάθε ανθρώπου, η αξία μας. Σε μια εποχή που ένα από τα βασικά της δόγματα είναι το λύσε τα θέματά σου αφού δεν θα στα λύσει κανείς για σένα, το ότι αξία στον εαυτό σου εσύ θα δώσεις και μην περιμένεις να την πάρεις απ΄τους άλλους, η Σονγκ είναι σαν να λέει, όχι, φυσικά και θα σου δώσει και ο άλλος αξία. Πώς με βλέπεις; Πώς με βλέπω; Πώς με βλέπεις τόσο ως πιθανό ή υπαρκτό ταίρι, αλλά ακόμα κι έξω απ’ αυτό, πώς με βλέπεις ως άνθρωπο και πελάτισσά σου; Πόσο σημαντικός με κάνεις να νιώθω; Είτε με τον τρόπο που μου φέρεσαι, είτε όμως και επειδή είσαι αυτός που είσαι. Επειδή φέρεις το πλαίσιο. Και εγώ είμαι δίπλα σου. Εκτός απ’ το πώς νιώθω για τον άλλο, υπάρχει και το πώς νιώθω για τον εαυτό μου επειδή είμαι με τον άλλο. Η σύνδεση της συντροφικότητας με την ταυτότητα. Δείξε μου τον σύντροφό σου να σου πω ποιος είσαι και να σου δείξω την αξία σου; Μοιάζει παθέτικ; Δείξε μου την αξία που πηγάζει μόνο από σένα και τι σημασία έχει ποιος είναι δίπλα σου και αν είναι κανείς δίπλα σου, εσύ μόνο έχεις αξία; Ε, αυτό κι αν είναι παθέτικ.