Τρεις κατηγορίες πολιτικών συνθηκών και η σχέση τους με τρεις κατηγορίες πολιτικής στάσης:

Η σταθερή: όταν η κατάσταση είναι σε γενικές γραμμές παγιωμένη, τότε ως πολίτης βρίσκεσαι εκεί που σου αναλογεί να βρίσκεσαι: είσαι με την εξουσία (είτε συμμετέχοντας ενεργά στην άσκησή της, είτε απλά επειδή τη γουστάρεις), ή τσινάς, διαμαρτύρεσαι και προσπαθείς να αντιδράς στα μαύρα της σημεία και τις καταχρήσεις της, ή δεν ασχολείσαι με αυτά και κοιτάς απλά τη δουλειά σου.

Η ταραγμένη: όταν το ως τώρα status quo κλονίζεται και μπαίνουμε σε περίοδο αναταραχών, τότε, αν υποθέσουμε ότι οι δύο πρώτες κατηγορίες πολιτών εντείνουν τη στράτευσή τους προς τη μία και προς την άλλη κατεύθυνση, είναι η τρίτη κατηγορία που καλείται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να βγει από την ιδιώτευσή της και να διαλέξει στρατόπεδο, είτε ψυχικά είτε και πρακτικά.

 

 

Η μεταβατική: το κλίμα μεταβάλλεται, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα μεταβάλλεται, οι συσχετισμοί δυνάμεων αρχίζουν να μεταβάλλονται, στο βάθος ξεπροβάλλει μια μεγάλη αλλαγή. Είτε η αλλαγή λάβει χώρα σχετικά ομαλά, είτε συνοδευτεί από αναταραχές, μεταβατική είναι η περίοδος που προηγείται της αλλαγής, η περίοδος που το παλιό πατά ακόμα στα πόδια του, αλλά υπογείως οι τεκτονικές πλάκες κινούνται. Εδώ λοιπόν είναι κυρίως η πρώτη κατηγορία που καλείται να επανεξετάσει τη θέση της. Πώς να κινηθεί; Αν είναι φουλ συνδεδεμένη με το τωρινό καθεστώς, μάλλον δεν έχει πολλά περιθώρια κίνησης, καθώς είτε θα πολεμήσει μανιασμένα για να μην πραγματοποιηθεί η μετάβαση, είτε στην καλύτερη θα προσπαθήσει να καλύψει τις ζημιές της, μην αντιστεκόμενη στις αλλαγές και περνώντας προς τα έξω ότι τις διευκολύνει κιόλας, προκειμένου να σώσει ό,τι μπορεί να σώσει.

Τα πιο κάτω στελέχη όμως, ο πιο αόρατος μηχανισμός της εξουσίας, οι άνθρωποι που τον στελέχωσαν γιατί εξαρχής κινούνταν στρατηγικά στη ζωή τους, οφείλουν να τροποποιήσουν τη στρατηγική τους, ώστε να προσαρμοστούν εγκαίρως. «Τα Κύματα της Άνοιξης» διαδραματίζονται ακριβώς σε μια τέτοια μεταβατική περίοδο, στο έτος που προηγήθηκε και οδήγησε στην «Άνοιξη της Πράγας» το 1968, και η πιο ενδιαφέρουσα ατάκα της ταινίας δεν ανήκει σε κάποιον από τους βασικούς ήρωες, αλλά σε ένα μεγαλοστέλεχος της Υπηρεσίας Εσωτερικής Ασφαλείας, της μυστικής αστυνομίας που παρακολουθούσε τους πολίτες της χώρας: «Σύνεση δεν σημαίνει να μπορείς να προβλέπεις το μέλλον, αλλά να είσαι προετοιμασμένος για κάθε έκβασή του»

Έτη φωτός μακριά από τέτοιες στρατηγικές αντιμετώπισης των πραγμάτων, ο Τόμας, ο πρωταγωνιστής, ανήκει στην τρίτη κατηγορία πολιτών, εκείνων που κανονικά κοιτάνε μόνο τη δουλειά τους. Κι αν μη τι άλλο, οφείλει κανείς να του αναγνωρίσει πως «η δουλειά του» εμπεριέχει ήδη μια αίσθηση καθήκοντος και αφοσίωσης σε κάτι έξω από τον εαυτούλη του και το μικροσυμφέρον του, αφού έχει αναλάβει εδώ και χρόνια την επιμέλεια, τη φροντίδα και την οικονομική στήριξη του μικρότερου του αδελφού, που βρίσκεται ακόμα στα πρόθυρα της ενηλικίωσης. Οι γονείς τους έχουν πεθάνει, ο Τόμας δούλευε για να τα βγάλει πέρα και να κρατά τον αδελφό του στο σπίτι, για να μην τον πάρει η Πρόνοια. Εκείνος πάλι, μην έχοντας αντίστοιχο βάρος να σηκώσει, ή απλά επειδή είναι τέτοια η ιδεολογική φτιαξιά του, ανήκει στη δεύτερη κατηγορία, είναι ενταγμένος σε ένα ευρύτερο φοιτητικό και νεολαϊίστικο κίνημα που διαδηλώνει, συγκρούεται με την αστυνομία, ζητά δημοκρατικοποίηση, περισσότερες ατομικές ελευθερίες, ελευθερία λόγου. 

 

 

Ο Τόμας ζει μια μονοθεματική ας την πούμε ζωή, με αποκλειστικό γνώμονα την προστασία του αδελφού του. Μια αρκετά ειρωνική σπόντα θα τον φέρει να αρχίσει να εργάζεται σε ένα προκεχωρημένο φυλάκιο των διαδικασιών που επιταχύνουν τη μετάβαση, καθώς θα προσληφθεί ως τεχνικός στο δημόσιο Τσεχοσλοβακικό Ραδιόφωνο και συγκεκριμένα στον τομέα διεθνών ειδήσεων, που έχει επικεφαλής έναν άνθρωπo, ο οποίος υψώνει το ανάστημά του ενάντια στο μαγείρεμα του επίσημου κρατικού λόγου. Δέχεται πιέσεις, αλλά το γεγονός ότι μπορεί και υψώνει το ανάστημα του, είναι μεν για τον ίδιο τιμητικό, είναι όμως ταυτόχρονα και ενδεικτικό του κλίματος που αλλάζει. Τα υπόλοιπα είναι λίγο πολύ Ιστορία, την οποία θα παρακολουθήσουμε να ξεδιπλώνεται και στην ταινία: η «Άνοιξη της Πράγας» και ο «σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο» του Ντούμπτσεκ θα έρθει να δώσει ελπίδα για ένα άλλο υπόδειγμα και έναν άλλο τρόπο, πρόκειται όμως για ένα πάρα πολύ μικρό διάλειμμα, το οποίο θα διακοπεί βιαίως και με τρόπο εντελώς σοκαριστικό, με τα σοβιετικά τανκς να εισβάλουν στην Πράγα τον Αύγουστο του 1968 και τελικά τον ίδιο τον Ντούμπτσεκ να συνθηκολογεί πρακτικά άνευ όρων.    

«Τα Τραγούδια της Άνοιξης» είναι μια πετυχημένη στους σκοπούς της ταινία, επειδή όσο κι αν δείχνει παροδικά σημάδια αμφιταλάντευσης για το ποιον δρόμο θα ακολουθήσει ως προς τους χαρακτήρες της και τις συμπεριφορές τους, οι γραμμές που τελικά τραβάει είναι αδρές και αδιαμφισβήτητες: από εδώ οι καλοί από εκεί το κακό, από εδώ οι δίκαιοι κι από εκεί το άδικο. Θέλει να αναβιώσει μια πολύ σύντομη ιστορική περίοδο η οποία ήταν εξαιρετικά σημαντική, όχι μόνο για την Τσεχοσλοβακία, αλλά και για ολόκληρο τον κόσμο. Και προχωρά στην αναβίωση μεταφέροντας φωναχτά ηθικά διδάγματα. Και κάπου εδώ μπορούμε να κάνουμε έναν διαχωρισμό ανάμεσα στο ιδεολογικό και το καλλιτεχνικό.

Ως προς το τι λέει και πού τοποθετείται ιδεολογικά για την Άνοιξη της Πράγας και την έξωθεν καταστολή της με τα τανκς, πολύ δύσκολα θα διαφωνήσει κανείς ότι καλά τα λέει. Ιστορικά λοιπόν μαζί της. Κι αλήθεια είναι ότι, τόσο σε επίπεδο μεγάλης Ιστορίας, όσο και σε επίπεδο πολιτικής αποτίμησης προσώπων και πραγμάτων τη στιγμή που συμβαίνουν, πολύ συχνά δεν έχουμε καμία κατανόηση για τις αντιφάσεις των ανθρώπων, πολύ συχνά δεν θέλουμε να σκεφτούμε οτιδήποτε με όρους πολυπλοκότητας, αλλά με όρους σωστού εναντίον λάθους. Όταν όμως έχουμε να κάνουμε με μια ταινία ή με ένα βιβλίο, το να είναι κάποιοι καθαρά απ’ τη σωστή πλευρά και κάποιοι καθαρά απ’ την λάθος, κάνει τα πράγματα πιο βαρετά, φτιάχνοντας ένα είδος αφήγησης προορισμένο να μας εμπνεύσει ενδεχομένως αν όλα πάνε καλά στην εκτέλεση της συνταγής του, αλλά όχι ικανό να φωτίσει λίγο περισσότερο την ανθρώπινη κατάσταση και μαζί της τα κίνητρα των ανθρώπων ακόμα κι όταν βρίσκονται στη λάθος πλευρά, όπως θα έπρεπε να κάνει ένα έργο τέχνης.

 

 

Nιώθεις λοιπόν ότι μέσα στα «Κύματα της Άνοιξης» υπάρχει εγκλωβισμένη μια άλλη ταινία που θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις να ανθίσει. Ότι μην αφήνοντάς την να ανθίσει, κάπου βρίσκει τα όρια της, εντός των οποίων αξιοπρεπέστατα μεν βλέπεται (φτάνοντας να γίνει και shortlisted για το όσκαρ διεθνούς ταινίας ως επίσημη πρόταση της Τσεχίας), αλλά και μην μπορώντας να μετουσιωθεί σε κάτι πολύ πιο επιδραστικό. Θα χρειαζόταν για κάτι τέτοιο χαρακτήρες πιο πολύχρωμους, συμπεριφορές πιο αμφίσημες, διλήμματα πιο δραματικά, συνέπειες διλημμάτων πιο επώδυνες.

Και τελικά, αν είναι να μείνουν στο δικό μου το μυαλό κάποιοι, δεν είναι οι ιδεαλιστές, αγωνιστές και έτοιμοι να αναλάβουν το ρίσκο της αντίστασης δημοσιογράφοι, αλλά χαρακτήρες πιο λερωμένοι, με τον τρόπο που το καθεστώς ήξερε πώς να σε λερώνει, και κυρίως ένα στέλεχος που φαίνεται ότι ανήκει σε μια πιο σπάνια, τέταρτη κατηγορία πολιτών: σε εκείνους που δεν θα πήγαιναν με κάθε εξουσία, αλλά μόνο με μια εξουσία με την οποία ιδεολογικά θα ταυτίζονταν, με αποτέλεσμα αν έβλεπαν να τους σαρώνει η διάψευση των ιδανικών τους, να κατέρρεαν απαγγέλλοντας ποίηση και εξηγώντας μας πως εκείνοι δεν είχαν ποτέ στα αλήθεια το αίμα του λύκου.