Πριν καμιά δεκαριά βράδια κυκλοφορεί μεσάνυχτα το νέο άλμπουμ του ΛΕΞ, σπάει τα ρεκόρ, όλοι το ακούν, όλοι θέλουν να πουν κάτι. Mε ρωτάει μια φίλη, όλοι είπαν, εσύ όχι; Όχι, της λέω, τι να πω, πιο άσχετος με αυτά πεθαίνεις. Μετά με ρωτάνε απ’ το σάιτ. Μήπως θα με ενδιέφερε να γράψω κάτι; Ο καπιταλισμός μας κινεί όλους (κι ο ΛΕΞ νομίζω θα συμφωνούσε, αν και με πολύ λιγότερο βαρύγδουπα λόγια). Με ενδιαφέρει λοιπόν, αλλά μόνο αν είναι υπό τη διακηρυγμένη οπτική του πιο άσχετου ανθρώπου του κόσμου. 

Όταν το 2022 έγινε χαμός στις συναυλίες του ΛΕΞ στη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα, η φουλ αριστερόστροφη φούσκα μου στο Facebook γέμισε με ελπίδες και άλλα ηχηρά παρόμοια. Ναι λοιπόν, κάτι αλλάζει πια. Έρχονται οι νέοι μας που δεν αντέχουν άλλο έτσι. Κι εντάξει, η φούσκα μου δεν το έχει και πολύ για να γεμίσει με ελπίδα, αλλά μαζί της μάσησε και η απέναντι πλευρά. Εν μέρει θορυβημένος, εν μέρει στραβωμένος, ο Άρης Πορτοσάλτε αντιδρά και σπεύδει να βάλει από τηλεοράσεως τα πράγματα στη θέση τους: «Γενικότερα, έχουμε ένα πολύ σοβαρό θέμα, κυρίες και κύριοι, αν προστρέξω και σε αυτό, στο ότι πήγαν τριάντα χιλιάδες νέοι και άκουγαν κάτι αθλίους στίχους ενός υποτιθέμενου καλλιτέχνη που υποτίθεται ότι χτυπάει το σύστημα, εμ, εμ…».

Ο ΛΕΞ παραθέτει πειραγμένο το απόσπασμα σε ένα τραγούδι του κι ένας άλλος Άρης, ο Δημοκίδης, σπεύδει τώρα να μας εξηγήσει τι ακριβώς είχε συμβεί τότε. Οι νέοι που φώναζαν το γνωστό υβριστικό σύνθημα κατά του (τότε και τώρα και για το μέλλον και μακάρι και για πάντα) πρωθυπουργού, απλά εκτονώνονταν πρόχειρα μετά τις καραντίνες, δεν τα έβαλαν στα αλήθεια ποτέ μαζί του.

Στη συνέχεια περνάει ένα χεράκι όσους προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν, να καπελώσουν, να εργαλειοποιήσουν τον ΛΕΞ. Τους αριστερούς δηλαδή. Περίπου ρωτάει τον Κλέωνα Γρηγοριάδη, που μνημόνευε τον ΛΕΞ σε ομιλίες του στη Βουλή, αν πονάει που μετά τις εκλογές πήγε σπιτάκι του μαζί με το ΜΕΡΑ25, μετά τρολάρει τον Τσίπρα και τον Τρύφωνα Αλεξιάδη του ΣΥΡΙΖΑ (πρώην εφοριακό απ’ όλα τα επαγγέλματα του πιθανού τάργκετ γκρουπ του ΛΕΞ). Οπότε κάπως δίπλα στον μουσικό θρίαμβο του ΛΕΞ κουμπώνει τον εκλογικό θρίαμβο της Νέας Δημοκρατίας, παίρνει τα θριαμβευτικά δικά του κλικ και όλα μπλέκονται γλυκά. 

 

 

Γιατί όμως γράφω για τους δύο Άρηδες; Γιατί αυτός είναι ο κόσμος μου, γιατί αυτά είναι τα δικά μου διακυβεύματα και τα δικά μου μπιφ. Γιατί τον κόσμο του ΛΕΞ μόλις τώρα μπήκα στη διαδικασία να τον επισκεφτώ. Πώς μου φάνηκαν τα τραγούδια; Μου άρεσαν πολύ. Αλλά τι σημασία έχει αυτό; Υπάρχει όμως κάτι άλλο που ίσως έχει εδώ μια σημασία: το γεγονός ότι εγώ προσωπικά δεν είχα σχέση με αυτόν τον κόσμο, είναι μόνο μέχρι ενός βαθμού δική μου ευθύνη, απόφαση, στάση, όπως θέλει το ονομάζει κανείς, καθώς ο κόσμος των τραγουδιών του ΛΕΞ παραμένει εν πολλοίς χωρίς ορατότητα, χωρίς να του δίνεται ο λόγος, χωρίς εκπροσώπηση.

Γιατί -και εδώ εννοείται ότι ο κάθε Δημοκίδης έχει δίκιο και μόνο δίκιο- στην πράξη ο συγκεκριμένος κόσμος δεν εκπροσωπήθηκε ποτέ αυθεντικά από καμία εκδοχή της Αριστεράς. Και κατά τη γνώμη μου η Αριστερά έχει πάψει όχι απλά να εκπροσωπεί, αλλά στο πολύ μεγαλύτερο βαθμό της να αναφέρεται καν σε αυτόν τον κόσμο, να στρέφει το βλέμμα της εκεί, να προσπαθεί να τον δει, να τον νιώσει, να τον καταλάβει όπως είναι και όχι όπως φαντασιώνεται ή απαιτεί η ίδια να είναι. Με αποτέλεσμα σε ορισμένες περιπτώσεις να στέκεται και απέναντί του, εξακολουθώντας θεωρητικά να θέλει το καλό του και να ενεργεί υπέρ των συμφερόντων του, αρκεί όμως κι αυτός να μην λέει λάθος πράγματα, να μην λειτουργεί σαν γίδι, να μην ψηφίζει σαν μαλάκας, ή να μην απέχει απ’ τις εκλογές σαν μαλάκας, να δέχεται ότι εκείνη και μόνο ξέρει τόσο τι πρέπει να γίνει όσο και τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να γίνει, καθώς οτιδήποτε άλλο είναι από φασιστικό ως λούμπεν κι από απολιτίκ ως δίευρο.

Ακόμα χειρότερα και ακόμα περισσότερο, η έλλειψη εκπροσώπησης δεν αφορά μόνο την πολιτική. Αφορά το ραδιόφωνο που δεν παίζει ποτέ το συγκεκριμένο είδος μουσικής. Αφορά την τηλεόραση ως εκπρόσωπο της μαζικής κουλτούρας. Αφορά τις τέχνες, τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, το θέατρο, που περί άλλα τυρβάζουν. Μπορεί να κάνω λάθος και θα υπάρχουν σίγουρα και εξαιρέσεις, αλλά νομίζω ότι αυτή είναι η γενική εικόνα. Ένας κόσμος αόρατος. Ένα τμήμα της κοινωνίας κρυμμένο και αποσιωπημένο. Ένα χάσμα. Ένα μάτριξ. 

Ένα τμήμα της κοινωνίας που «η έκφραση είναι η μόνη λύση για όλους εμάς, αλλιώς είμαστε αλήτες με άσχημα τατουάζ». Ένα τμήμα της κοινωνίας που στα πέταλα των οργανωμένων οπαδών ανεβαίνουν πανό με στίχους του ΛΕΞ. Ένα τμήμα της κοινωνίας που ο υπάλληλος στην αποθήκη, ο πακετάς των ντελίβερι, η γραμματέας που φοβάται να είναι όμορφη, ο ανήλικος νταλαβερτζής ουσιών, ό,τι και αν κάνουν για τα προς το ζην, ιδρώνουν όλοι τους κάτω απ’ τον ήλιο, είναι όλοι τους σημαντικοί, κι ας μην πέφτουν τα φώτα σε όλους το ίδιο. Αλλά αν άρχισες να τα ακούς αυτά με φωνή Λεωνίδα Κύρκου, ή μάλλον Χάρρυ Κλυνν που μιμείται τον Λεωνίδα Κύρκο, δεν είμαστε στη Μεταπολίτευση πια, η Μεταπολίτευση ήταν ο προηγούμενος κόσμος μιας προηγούμενης εποχής, εδώ είμαστε κάπου αλλού, εδώ, ακόμα και μαζί με τους γιάπηδες με τις Μερσεντές και τις κοπέλες απ’ το OnlyFans, χορεύουμε κάθε Δευτέρα πρωί με τα κεφάλια μας στο πάτωμα breakdance, κι ας έχει αίματα ο μουσαμάς.

Χορεύουμε μαζί τους κι οι υπόλοιποι, ακόμα κι αν δεν ζούμε street life, ακόμα κι αν δεν έχουμε ιδέα από ραπ, ακόμα κι αν ο δρόμος και η νύχτα είναι για μας το σπίτι και η μέρα, κι είτε τα φράγκα απ’ τη σεζόν τα κάψουμε ένα Σάββατο στη Χαλκιδική, είτε κινδυνεύουμε να πεθάνουμε με τα ρούχα της δουλειάς μας, χορεύουμε κάθε Δευτέρα πρωί με τα κεφάλια μας στο πάτωμα breakdance, κι ας έχει αίματα ο μουσαμάς.

Xoρεύουμε μαζί τους κι οι υπόλοιποι, εδώ, έχοντας βγει για λίγο απ’ το μάτριξ, τη διαμεσολάβηση, την εκπροσώπηση, την αναπαράσταση μιας ζωής που τη ζούμε έτσι με τρόπους που μας κάνουν να πιστεύουμε ότι τη ζούμε αλλιώς, όσο ο ιδιοκτήτης προσπαθεί να δαγκώσει τον νοικάρη, ο νοικάρης τον ιδιοκτήτη, ο πελάτης τον ελεύθερο επαγγελματία, ο ελεύθερος επαγγελματίας τον πελάτη, το κράτος τον πολίτη, ο πολίτης το κράτος, ο αδελφός τον αδελφό, τον αδελφό ο αδελφός, η γυναίκα τον άντρα, ο άντρας τη γυναίκα, χορεύουμε breakdance, κι ας έχει αίματα ο μουσαμάς. «Πώς λες πως χέζεις τα λεφτά, σ’ όποιον πεθαίνει απ’ αυτά;».