Εν όψει καλοκαιριού ας ρίξουμε μια σύντομη ματιά σε δύο μικρά σε έκταση έργα Ελλήνων λογοτεχνών που ξεχωρίζουν από τις πρόσφατες εκδόσεις: μια συλλογή διηγημάτων και μία νουβέλα.

Ας ξεκινήσουμε με τη συλλογή της Μαρίας Μανωλέλη In God we trust, (εκδόσεις Ποταμός), μια ενδιαφέρουσα συλλογή ολιγοσέλιδων διηγημάτων με πρωταγωνιστές αφ’ ενός κάθε λογής παρείσακτους που κατοικούν στο περιθώριο της αμερικάνικης κοινωνίας: τοξικομανείς και κάθε μορφής εξαρτώμενους, ορφανούς και άστεγους, περιπλανώμενους σαν σκιές που όμως χωρίς την παραμικρή διάθεση απολογίας και με ζωτικό θράσος, χορεύουν ένα υπαρξιακό βαλς με τον δικό τους, ενίοτε σαγηνευτικό ρυθμό, και αφετέρου βιοπαλαιστές που τους έχουν μοιράσει το χειρότερο χαρτί στην τράπουλα της ζωής.

Η συλλογή είναι άνιση, αλλά ορισμένα διηγήματα λειτουργούν πραγματικά εξαιρετικά. Ορισμένα εξ’ αυτών είναι αινιγματικά επεισόδια που καδράρουν μία σκηνή, στην παράδοση της εξέλιξης του σύγχρονου διηγήματος. Άλλα πάλι, ακολουθούν μια πιο παραδοσιακή προσέγγιση και εστιάζουν σε αμφιλεγόμενες ηθικές επιλογές. Αυτά που ανήκουν στην πρώτη κατηγορία (“In God we trust”, «Πρωτοχρονιά στην Τάιμ Σκουέρ», «Αναζητώντας το Κάνσας» μου θυμίζουν πολύ έντονα τον Ντένις Τζόνσον και την περίφημη συλλογή του Jesus’ Son, ένα βιβλίο που αποτελείται από αντίστοιχα ολιγοσέλιδα διηγήματα με πρωταγωνιστές ανθρώπους από το περιθώριο, το οποίο εκδόθηκε πριν από τριάντα χρόνια και απέκτησε σύντομα το στάτους ενός σύγχρονου κλασικού της αμερικάνικης πεζογραφίας.

Δεν ξέρω κατά πόσο η επιρροή αυτή είναι συνειδητή ή όχι, αλλά οι ομοιότητες είναι πολλές: η επίκληση στο Θείο στον τίτλο, το μίγμα μαύρου χιούμορ και προκλητικής αναίδειας εκ των αφηγητών-πρωταγωνιστών που υψώνουν το μεσαίο δάχτυλο σε όσους βιαστούν να τους ερμηνεύσουν με οίκτο, η αίσθηση του παραλόγου που προσεγγίζεται αισθητικά. Ακόμα και το πρώτο ομώνυμο διήγημα της συλλογής που αποτελεί την πρωτοπρόσωπη περιγραφή ενός αυτοκινητιστικού δυστυχήματος, μοιάζει πολύ με το αντίστοιχο εισαγωγικό διήγημα της συλλογής του Τζόνσον.

Μεταξύ εκείνων που ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία είναι ίσως και τα πιο επιτυχημένα («28 βαθμοί Φαρενάιτ στη λίμνη Μίσιγκαν», «Ρουθ») και εξερευνούν το φάσμα του ηθικού σχετικισμού απηχώντας το σύμπαν των αδελφών Κοέν. Είναι απρόβλεπτα και οικονομικά, έχοντας καλή αίσθηση ρυθμού και πλοκής. Θα προτιμούσα η επιλογή των διαφόρων περιοχών των ΗΠΑ στα οποία εκτυλίσσονται τα διηγήματα να συσχετίζονται οργανικά με αυτά, όμως έστω κι έτσι η συλλογή δείχνει ουσιαστική προοπτική και οφείλει να λειτουργήσει ως εφαλτήριο για τη συγγραφέα ώστε να ακονίσει ακόμα περισσότερο τις ικανότητές της στη σύντομη φόρμα.  

 

 

Από την άλλη έχουμε να κάνουμε με την πολύ ενδιαφέρουσα νουβέλα Μαργαρίτα Ιορδανίδη (εκδόσεις Κίχλη) του Μιχάλη Μακρόπουλου, ένα ψυχόδραμα για τη δομή της οικογένειας και τους ρόλους στους οποίους εγκλωβίζεται η Ελληνίδα γυναίκα. Ο Κώστας αφήνει το χωριό του στην Ήπειρο για να γίνει λογιστής στην Αθήνα και εκεί γνωρίζει τη Μαργαρίτα. Όμως ο Κώστας μοιάζει με έναν άνθρωπο χωρίς ιδιότητες, δεν κάνει κάτι λάθος αλλά στερείται φαντασίας, δημιουργικότητας, περιέργειας για τη ζωή. Η Μαργαρίτα από την άλλη, όντας υιοθετημένη από μεγάλο σε ηλικία ζευγάρι, έχει μεγαλώσει μέσα στη φαντασία της διαβάζοντας συνεχώς λογοτεχνία (ο Μακρόπουλος κλείνει διακειμενικά το μάτι στον αναγνώστη με τα μυθιστορήματα που διαβάζει η Μαργαρίτα, όπως το Μαντάμ Μποβαρύ, η Άννα Καρένινα ή η Μεγάλη Χίμαιρα).

Παράλληλα, η αφήγηση μας πηγαίνει μπρος και πίσω στον χρόνο, όταν η Μαργαρίτα δεν φαίνεται να είναι η κανονική Μαργαρίτα αλλά μία άλλη γυναίκα με το ίδιο όνομα και χαρακτηριστικά. Εδώ λοιπόν υπάρχουν και ορισμένες αντηχήσεις από τη Ρεβέκκα της Ντάφνι Ντι Μοριέ, αλλά σε μία ελληνική, μικροαστική εκδοχή. Αντί για την έπαυλη στην Κορνουάλη έχουμε ένα δυάρι στο Παγκράτι (αν και τώρα που το σκέφτομαι πλέον το δυάρι στο Παγκράτι κοστίζει όσο περίπου και μία βικτωριανή έπαυλη στην Κορνουάλη).

Όμως το μυθιστόρημα δεν είναι αποκομμένο από την κοινωνική πραγματικότητα, αφού εκτυλίσσεται στα τέλη της δεκαετίας του ’90 και τις αρχές του 2000, στην κορύφωση της έλευσης οικονομικών μεταναστών από την Αλβανία στην Ελλάδα αλλά και την εποχή της οικονομικής ευμάρειας, κάτι που προσθέτει παραμέτρους και προοπτικές στην αφήγηση. Ο Μακρόπουλος είναι όπως πάντα οικονομικός στο ύφος, χωρίς λεκτικές εξάρσεις και στόμφο, με έφεση στην αποτύπωση γνώριμων λεπτομερειών. Δείχνει πως κάθε του έργο είναι και λίγο αρτιότερο από το προηγούμενο, λίγο πιο δουλεμένο και φιλοσοφημένο. Το αποτέλεσμα είναι μία πολύ ενδιαφέρουσα νουβέλα που διατηρεί έναν αινιγματικό πυρήνα και καλεί τον αναγνώστη να την αποκρυπτογραφήσει, μόνο που στη διαδικασία αυτή της ερμηνείας πρέπει να έρθει αντιμέτωπος με καίρια ζητήματα.