Η ιστορία της δυτικής τέχνης είναι γεμάτη με το γυναικείο σώμα. Το συναντάμε διαρκώς ως θέμα, ως αντικείμενο θέασης, ως μούσα, ως γυμνό, ως αλληγορία. Σπάνια, όμως, το βλέπουμε ως υποκείμενο να διαθέτει βούληση, φωνή, επιθυμία.
Η Paula Rego και η Tracey Emin ανήκουν σε δύο διαφορετικές γενιές, όμως μοιράζονται κάτι θεμελιώδες: αρνήθηκαν να επιτρέψουν στο σώμα να παραμείνει διακοσμητικό. Δώσανε φωνή στο σώμα. Το άφησαν να μιλήσει για επιθυμία, τραύμα, βία και απώλεια. Αντιστάθηκαν στα «χαριτωμένα» πρότυπα και στη συμβολική εξιδανίκευση. Και υποκλίθηκαν, όχι στην ωραιοποίηση αλλά στην ειλικρίνεια και στην αλήθεια της ζωής.
Paula Rego – Το σώμα που αντιστέκεται στη χάρη
Από πολύ μικρή θυμάται τον εαυτό της να ζωγραφίζει στο playroom του σπιτιού της γιαγιάς της. «Φοβόμουν τα πάντα», έλεγε αργότερα. Ασυμβίβαστη, αιχμηρή, βαθιά πολιτική χωρίς ποτέ να γίνεται διδακτική, η Paula Rego υπήρξε μία από τις σημαντικότερες φωνές της ευρωπαϊκής τέχνης του 20ού αιώνα. Η φαντασία της ήταν ανεξάντλητη, αλλά και διαποτισμένη από έναν υπόγειο τρόμο. Όταν ήταν παιδί, ο πατέρας της διατηρούσε τον πρώτο ιδιωτικό κινηματογράφο στη Λισαβόνα. Καθισμένη δίπλα στη γιαγιά της, μέσα στη σκοτεινή αίθουσα, βυθιζόταν στον μαγικό κόσμο της Walt Disney Productions. Η μαγεία και ο φόβος των παραμυθιών θα την ακολουθήσουν στη ζωή της.
Ίσως γι’ αυτό, όταν το 1995 η Hayward Gallery την προσκάλεσε να δημιουργήσει ένα έργο για την έκθεση Spellbound: Art and Film, η Rego στράφηκε στο παράδοξο αριστούργημα της Disney, το Fantasia. Από τη διάσημη σκηνή με τις «χορεύτριες στρουθοκαμήλους» που ερμηνεύουν το Dance of the Hours από την όπερα La Gioconda του Ponchielli, η καλλιτέχνις άντλησε έμπνευση για να υφάνει μια δική της, σκοτεινότερη αφήγηση.

Στους οκτώ μεγάλους πίνακες της σειράς Dancing Ostriches, η παιχνιδιάρικη ανθρωπομορφία της Disney μετασχηματίζεται σε μια ομάδα γυναικών που αντιστέκονται στα στερεότυπα του μπαλέτου, στη νεότητα, στην ιδανική ομορφιά, στη θηλυκότητα, στη χάρη. Οι μορφές της Rego δεν είναι αιθέριες. Είναι γήινες, με σώματα βαριά που αρνούνται τη χάρη, με βλέμματα κουρασμένα. H Rego αφηγείται ιστορίες για τη γυναικεία καταπίεση.
Οι περισσότερες φιγούρες βασίζονται στη μούσα και στενή φίλη της καλλιτέχνιδας, Lila Nunes. Όμως η επανάληψη εδώ δεν αφορά ένα πορτρέτο διαφορετικών γυναικών αλλά πρόκειται για ψυχικές διακυμάνσεις. Το ίδιο σώμα, διαφορετικές διαθέσεις. Το ίδιο πρόσωπο, διαφορετικές εσωτερικές εντάσεις. Ένα έργο από τη σειρά, πρώην μέρος της συλλογής Saatchi, θα παρουσιαστεί σε δημοπρασία του οίκου Christie’s στο Λονδίνο, στην 20th/21stCentury: London Evening Sale στις 5 Μαρτίου 2026 με αρχική εκτίμηση £1.800.000–2.500.000 αποτυπώνοντας εκτός από τη σπανιότητα του έργου, τη διαρκή επικαιρότητα της ματιάς της Rego: μια τέχνη που συλλαμβάνει τις τριβές της γυναικείας εμπειρίας.
Γεννημένη το 1935 στην Πορτογαλία, η Rego μεγάλωσε υπό τη δικτατορία του António de Oliveira Salazar. Ο πατέρας της, αντίθετος στο καθεστώς, ζούσε με τη μόνιμη απειλή αντιποίνων. Η ίδια μετέτρεψε αυτόν τον υπόγειο φόβο σε δημιουργική ύλη. «Αν φοβάσαι κάτι, το καλύτερο είναι να το ζωγραφίσεις», έλεγε αργότερα. Σε όλη τη διάρκεια της παιδικής της ηλικίας, η Πορτογαλία ζούσε υπό το αυταρχικό καθεστώς του Estado Novo και τη μακρά δικτατορία του António de Oliveira Salazar. Παρότι το οικογενειακό της περιβάλλον ήταν προστατευμένο και φιλελεύθερο, το πολιτικό σκοτάδι στεκόταν σαν μόνιμη σκιά πάνω τους προκαλώντας άγχος και αγωνία.
Η τέχνη έγινε γρήγορα για εκείνη τρόπος διαφυγής αλλά και δρόμος ελευθερίας. Οι γονείς της, αντίθετοι στο καθεστώς, την ενθάρρυναν να ακολουθήσει τον δρόμο της τέχνης και να φύγει από τη χώρα. Έτσι, η Rego εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο για να σπουδάσει στο Slade School of Fine Art, ένα περιβάλλον που της προσέφερε όχι μόνο εκπαίδευση, αλλά και το έδαφος για να διαμορφώσει τη δική της εικαστική γλώσσα. Όταν πέθανε το 2022, άφησε ένα σημαντικό έργο που αντικατοπτρίζει το ενδιαφέρον της για τη διερεύνηση των «παιχνιδιών εξουσίας και των ιεραρχιών» – ομολογουμένως ένα από τα αγαπημένα της θέματα.
Η Paula Rego απογύμνωσε τη χάρη. Διέγραψε από το γυναικείο σώμα την υποχρέωση να είναι ελαφρύ, πειθαρχημένο και ευχάριστο στο βλέμμα. Έστρεψε με έξυπνο τρόπο το βλέμμα της στα παραμύθια και τις σκηνοθετημένες σκηνές και με τα πινέλα της μας επανασύστησε μια νέα μορφής θηλυκότητα που απέχει από τη διακοσμητική και γίνεται υπαρξιακή.
Λίγα χρόνια αργότερα, μια άλλη Βρετανίδα καλλιτέχνις θα κάνει το επόμενο βήμα. Αν η Rego έδειξε ότι το σώμα μπορεί να αρνηθεί να είναι χαριτωμένο, η Tracey Emin θα δείξει ότι μπορεί να αρνηθεί να παραμείνει σιωπηλό.
Tracey Emin – Η γυναικεία εμπειρία χωρίς φίλτρο
Η Tracey Emin επιλέγει ένα διαφορετικό δρόμο μακριά από αλληγορίες, παραμύθια ή θεατρικές μεταμορφώσεις. Φέρνει το ίδιο της το κρεβάτι, την ίδια της τη ζωή, τις ίδιες της τις πληγές στο κέντρο του δωματίου. Η Emin εκθέτει την προσωπική εμπειρία. Και το κάνει με ωμή ειλικρίνεια. Ένα πραγματικό κρεβάτι, ακατάστατο, φορτισμένο, με ίχνη εξάντλησης καταφέρνοντας κάτι που λίγα έργα μπορούν: ανάγκασε το βλέμμα του κόσμου να σταθεί εκεί που συνήθως αποστρέφεται. Το έργο της My Bed (1998), υποψήφιο για Turner Prize, προκάλεσε μεγάλες συζητήσεις γύρω από το τι ονομάζουμε τέχνη. Και σύντομα ήρθε η μεγάλη δικαίωση με την Tracey Emin να κατακτά την κορυφή, να γίνεται παγκόσμιο πολιτισμικό γεγονός στα ‘90s.


Η Tate Modern παρουσιάζει από τις 27 Φεβρουαρίου τη μεγαλύτερη μέχρι σήμερα survey έκθεση της Dame Tracey Karima Emin με τίτλο A Second Life. Φιλοξενώντας περισσότερα από 90 έργα της, η έκθεση ξεφεύγει από μια απλή αναδρομή στο έργο της Emin και αποπειράται ένα είδος καλλιτεχνικού πορτρέτου, καλύπτοντας τέσσερις δεκαετίες δημιουργίας, από τις κομβικές εγκαταστάσεις των ‘90s έως πρόσφατες ζωγραφικές δουλειές και μπρούντζινα γλυπτά που παρουσιάζονται για πρώτη φορά.
Αν και η πρακτική της εκτείνεται σε πολλά δημιουργικά πεδία από ζωγραφική, βίντεο, κεντήματα, neon, γλυπτική και εγκαταστάσεις, η καρδιά του έργου της χτυπάει σταθερά για ένα και μόνο καλλιτεχνικό σκοπό: τη μετατροπή της προσωπικής εμπειρίας σε δημόσια μαρτυρία. Η Emin δεν διαχωρίζει το ιδιωτικό από το καλλιτεχνικό. Tο σώμα, η επιθυμία, η απώλεια, η σεξουαλικότητα, η ασθένεια και η ευαλωτότητα αποτελούν υλικό της τέχνης της που τα «δουλεύει» με ωμότητα αλλά και βαθιά ποιητικότητα.
Πάντα με τόλμη, θάρρος αλλά κυρίως καλλιτεχνική επιμονή, αγγίζει θέματα που συχνά περιθωριοποιούνται. Στο κέντρο της καλλιτεχνικής της αφήγησης βρίσκεται η αντιμετώπιση του τραύματος, χωρίς αισθηματολογία: η εμπειρία της σεξουαλικής κακοποίησης, η άμβλωση, η θεσμική αδιαφορία, η σωματική και ψυχική επίπτωση της άρνησης της μητρότητας, ο μισογυνισμός που συνοδεύει την «προσωπική» διαχείριση και απόφαση του σώματος.

Στην έκθεση θα παρουσιαστούν έργα όπως το neon I could have Loved my Innocence(2007) και το embroidered calico Is This a Joke (2009). Ιδιαίτερη θέση έχει το βίντεο How It Feels (1996), μια αφήγηση ωμή και ταυτόχρονα ενδυναμωτική για μια άμβλωση. Και για πρώτη φορά δημόσια θα εκτεθεί το quilt The Last of the Gold (2002), με ένα “A to Z of abortion”, ένας οδηγός υποστήριξης προς άλλες γυναίκες.
Το πρόσφατο μπρούντζινο γλυπτό Ascension (2024) εξερευνά τη νέα της σχέση με το σώμα μετά από μια δύσκολη χειρουργική επέμβαση για καρκίνο της ουροδόχου κύστης, ενώ φωτογραφικό υλικό αποτυπώνει τη ζωή της με στομία μετά τα χειρουργεία.


Δύο γυναικείες παρουσίες που άφησαν έντονο το αποτύπωμά τους, όχι μόνο στην τέχνη, αλλά και στον τρόπο που κοιτάζουμε. Δύο γυναικείες φωνές που άφησαν ανεξίτηλο αποτύπωμα. Και εμείς, θαυμάζοντάς τες, νιώθουμε όχι μόνο συγκίνηση αλλά και ευθύνη να συνεχίσουμε τον διάλογο που εκείνες τόλμησαν να ανοίξουν.
