To “Βlack Bag”, που είναι ο πρωτότυπος τίτλος του «Σκιές στο Σκοτάδι», είναι όρος της αργκό της πρακτορικής, βάσει του οποίου οι πράκτορες δεν δικαιούνται να μιλήσουν για μια επιχείρηση στην οποία είναι αναμεμειγμένοι σε κανέναν άλλο, ακόμη κι αν είναι μέλος της ίδιας μυστικής υπηρεσίας, εφόσον δεν συμμετέχει και ο ίδιος ενεργά στην επιχείρηση. Κι είναι ταυτόχρονα και η τέλεια δικαιολογία για να έχουν μια δεύτερη, κρυφή από τους συντρόφους τους, ζωή, επιδιδόμενοι σε απιστίες, καθώς δεν χρειάζεται να δίνουν απολύτως κανέναν λογαριασμό για το κάθε πότε εξαφανίζονται και τι κάνουν κατά τη διάρκεια της εξαφάνισής τους: λένε ένα “black bag” και καθαρίζουν.
Ο Tζορτζ και η Κάθριν όμως, ακόμα κι αν είναι ένα ζευγάρι κατασκόπων που θα επικαλεστεί τη «μαύρη τσάντα», δεν είναι ένα ζευγάρι που θα την επικαλεστεί δολίως προκειμένου να κάνει κάτι άλλο. Η μονογαμία του Τζορτζ αποκαλείται από έναν συνάδελφό του σκανδαλώδης. Σε έναν κόσμο που το να λες ψέματα είναι η καθημερινότητά σου και το αντικείμενο της δουλειάς σου (κι άρα ούτε καν η δεύτερη, αλλά η πρώτη φύση σου), το να μην λες ψέματα στη σχέση σου, μπορεί να είναι το στοιχείο που όντως κάνει τη διαφορά.
Όταν λοιπόν κλέβεται από τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες ένα λογισμικό που λέγεται severus και το οποίο μπορεί να προκαλέσει εκρήξεις σε πυρηνικούς αντιδραστήρες (το μακγκάφιν της ταινίας), ανατίθεται στον Τζορτζ να βρει ποιο από τα πέντε άτομα που έχουν την πρόσβαση, την ικανότητα και το κίνητρο να το κλέψουν, το έχει όντως κλέψει. Ανάμεσα στους πέντε και η γυναίκα του. Είναι αναγκασμένος πια να την αντιμετωπίσει ως ύποπτη. Για τα μεταξύ τους δεν την υποπτεύεται, αλλά μήπως η πατρίδα (ή η δουλειά, ή η υπηρεσία) είναι άλλης τάξης ζήτημα;

Ο Τζορτζ έχει συνολικά στη ζωή του μεγάλη εμμονή με την αλήθεια, μην έχοντας κανένα πρόβλημα να είναι αδυσώπητος στο όνομά της. Είναι κορυφή στην αξιοποίηση του ανιχνευτή ψεύδους, ενώ, προκειμένου να την αποκαλύψει, είχε φτάσει στο παρελθόν να παρακολουθήσει και τον ίδιο του τον πατέρα, επίσης κατάσκοπο. Το πάτερν άπιστος πατέρας – πιστός γιος καλά κρατεί ανά τους αιώνες, όπως ίσως και το αντίστροφο, όπως ίσως επίσης και το πάτερν πιστός γονιός – πιστό παιδί, ή άπιστος γονιός – άπιστο παιδί, πάντως είτε πρόκειται για τήρηση προτύπου είτε για ανατροπή του, η διαφορά είναι μάλλον μικρή: σε κάθε περίπτωση δρας όχι αποκλειστικά σύμφωνα με τις δικές σου επιθυμίες και ανάγκες, αλλά σε έναν βαθμό εξαρτημένα και ετεροκαθορισμένα.
Ο Τζορτζ λοιπόν έχει ένα τεράστιο θέμα με την αλήθεια. Με την πατρίδα του μοιάζει να έχει λιγότερο. κι αν έχει ίσως το έχει δευτερευόντως, με την έννοια ότι αν δρούσε εναντίον της θα λειτουργούσε σε καθεστώς ψεμάτων. Αλλά με τον γάμο του, το στεφανάκι του, το Καθρινάκι του, έχει εξίσου τεράστιο θέμα. Και μοιάζει να έχει τεράστιο θέμα, όχι μόνο επειδή αλλιώς, σε περίπτωση δικής του απιστίας, δεν θα ήταν αληθινός ο ίδιος, αλλά και αυτοτελώς: είναι δηλαδή τέτοια η αφοσίωσή του στην Κάθριν, ώστε αν όντως ανακαλύψει ότι εκείνη είναι η προδότρια, θα χρειαστεί να αντιμετωπίσει την πιο μεγάλη εσωτερική σύγκρουση στο ποιο από τα δύο μεγάλα νοήματα της ζωής του θα προτεραιοποιήσει.

Credit: Claudette Barius/Focus Features © 2025 All Rights Reserved.
Οι άλλοι τέσσερις ύποπτοι είναι επίσης ζευγάρια μεταξύ τους. Τους καλεί λοιπόν “for a night of fun and games with George and Katherine”, φέρνοντας έτσι στο μυαλό μας το «Ποιος Φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ». Ο ίδιος ο Σόντερμπεργκ δεν δηλώνει σε συνεντεύξεις του, ότι ήθελε η ταινία του να αποτελεί την κατασκοπευτική εκδοχή της ταινίας του Μάικ Νίκολς και του θεατρικού του Έντουαρντ Άλμπι, αλλά για όνομα του Θεού κάπου, όχι, δεν είναι. Αν κάτι θυμίζουν περισσότερο οι «Σκιές στο Σκοτάδι» είναι μια μεταφορά στο σινεμά έργου του Τζον Λε Καρέ (ακόμα και στο “Tinker Tailor Soldier Spy” έχουμε την ίδια μυστική υπηρεσία και την ίδια βασική αποστολή ανεύρεσης του προδότη ανάμεσα σε περιορισμένο κύκλο ανθρώπων), αλλά πέραν όλων των άλλων διαφορών, από τον Λε Καρέ βγαίνεις πάντα με ουλές και απώλειες. Λερώνεσαι με όλους τους τρόπους στο σύμπαν του Λε Καρέ, όποια κι αν είναι η στάση σου απέναντι στο παιχνίδι της εξαπάτησης, των μυστικών, των προδοσιών, των παρακολουθήσεων, του μεγάλου ψαριού, της μεγάλης εικόνας, των συμψηφισμών, των παράπλευρων απωλειών, αυτού του συνδυασμού κυνισμού και ιδεαλισμού που είναι το να είσαι κατάσκοπος υπέρ των συμφερόντων μιας χώρας ή μιας ιδεολογίας.
Κι αν όλα αυτά ισχύουν για τον Λε Καρέ, η οποιαδήποτε σύγκριση με το «Ποιος Φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ» αγγίζει τα όρια της ύβρης: δεν υπάρχει μισή στιγμή κινηματογραφικής αλήθειας στη σχέση ανάμεσα στον Μάικλ Φασμπέντερ και την Κέιτ Μπλάνσετ, η σχέση τους είναι ένα εγκεφαλικό εφεύρημα που γράφτηκε στο χαρτί και δεν μετουσιώθηκε ποτέ στην οθόνη σε τίποτα περισσότερο από ένα αισθητικό ολόγραμμα, σκιές είναι και οι δύο τους, αν όχι στο σκοτάδι, στην εμβληματική κιτρινίλα – κατρουλίλα στο φίλτρο, στο χρώμα σήμα κατατεθέν του Σόντερμπεργκ. Οι «Σκιές στο Σκοτάδι» ξεκινούν βυθισμένες σε αυτό το χρώμα και με ένα μικρής διαρκείας μονοπλάνο, το οποίο ενόψει και της συγκυρίας μοιάζει φτωχός συγγενής του “Adolescence”, αλλά και αυτοτελώς είναι αχρείαστο, σημάδι όχι τόσο σκηνοθετικού κεφιού, παρά έλλειψης σκηνοθετικής έμπνευσης.

Καθώς λοιπόν στο σπιτικό του ο Τζορτζ, η ύποπτη γυναίκα του και τα δύο ύποπτα ζευγάρια συναδέλφων τους αρχίζουν να παίζουν παιχνίδια αποκαλύψεων μυστικών, κατά βάση ερωτικών, προσωπικά δεν μου ήρθε στο μυαλό η Βιρτζίνια Γουλφ, αλλά ότι εδώ έχουμε μετά το «Tέλειοι Ξένοι» άλλη μια ταινία την οποία θα μπορούσε να κοπιάρει ο Θοδωρής Αθερίδης, με τον ίδιο στον ρόλο του Φασμπέντερ και τη Σμαράγδα Καρύδη στον ρόλο της Κέιτ Μπλάνσετ. Kι επειδή δεν έχουμε να κάνουμε με μια κατασκοπευτική ταινία με σκηνές δράσης, καταδιώξεις, εκρήξεις κλπ, στις ελάχιστες εξαιρέσεις μπορούμε είτε να έχουμε μια κάποια προσομοίωσή τους, με μοιρασμένη την ντροπή ανάμεσα στους δημιουργούς και τους θεατές, είτε, ακόμα καλύτερα, την πλήρη παράλειψή τους, βάζοντας κάποιον να τις διηγηθεί.
Βλέπεις την Μπλάνσετ με όλες τις επεμβάσεις στο πρόσωπό της να προχωρά διαρκώς προς την παραμόρφωση, βλέπεις πώς αντιθέτως ο Φασμπέντερ (που είναι πάντως κι αρκετά χρόνια μικρότερός της) φέρει τις ρυτίδες του περήφανα και ως κόσμημα, και λες για πολλοστή φορά πόσο άδικο είναι όλο αυτό. Και πόσο λάθος. Ο Πιρς Μπρόσναν πάλι, ο 007 που εδώ είναι ο επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών, μοιάζει επικίνδυνα στο γκρίζο των μαλλιών του και των κουστουμιών του με τον Θοδωρή Ρουσόπουλο. Στους δεύτερους ρόλους κλέβει την παράσταση η Μαρίσα Αμπέλα του “Industry”. Δεν έχω δει το “Back in Black” στο οποίο υποδύεται την Έιμι Γουάινχάουζ, μπορώ πάντως να καταλάβω μια χαρά το κάστινγκ, αφού η κοπέλα το έχει ξεκάθαρα.


Ας κάνουμε την εξής διάκριση: αν ο κίνδυνος που προκύπτει από την κλοπή του λογισμικού είναι μόνο ο απαραίτητος μηχανισμός για να κινηθεί η πλοκή, να γεννηθεί το σασπένς και να αρχίσουν να αναπτύσσονται οι δυναμικές μεταξύ των ηρώων, αν, όπως έλεγε ο Χίτσκοκ στον Τριφό, όσο πιο διακηρυγμένα ασήμαντο είναι το μακγκάφιν τόσο πιο σημαντική η ταινία, το ποιος όμως συνωμοτεί έναντι τίνος και με ποιο ακριβώς σχέδιο δεν είναι μακγκάφιν. Έχει συνεπώς τη σημασία του. Όπως όμως συμβαίνει συχνά στο genre, έτσι και στις «Σκιές στο Σκοτάδι» πρόκειται για εξελίξεις που δυσκολεύεσαι να παρακολουθήσεις. Είναι ψιλοπάγιο το πρόβλημα ότι οι ίντριγκες ξεδιπλώνονται με τρόπο που σε κάνουν να νιώθεις ανεπαρκής και περιορισμένων αντιληπτικών δυνατοτήτων θεατής. Απ’ την άλλη πιθανότατα υπάρχει κόσμος που τα πιάνει όλα με τη μία, οπότε ίσως εδώ περιγράφω μόνο το δικό μου αίσθημα ανεπάρκειας.
Ακόμα κι έτσι πάντως, έχουμε να κάνουμε με μια ταινία την οποία την παρακολουθείς ιδιαίτερα ευχάριστα. Αλλά και με μια ταινία που τη στιγμή που σβήνουν τα φώτα, σαν να αρχίζει να σβήνει και η επίδρασή της. Όπως γίνεται πολύ συχνά στο σινεμά του Σόντερμπεργκ, το στυλ επικρατεί της ουσίας. Κι εδώ αντίστοιχα και το σενάριο του πολύπειρου Ντέιβιντ Κεπ, περισσότερο τελικά άσκηση ύφους και επιδεξιότητας είναι, παρά ένα σενάριο που μέσω της κατασκοπευτικής ιστορίας καταφέρνει να πει μισή αλήθεια ή έστω μισό ψέμα για τη σχέση αλήθειας και ψέματος στα ζευγάρια.
Το ότι το “Black Bag” κρατάει μόνο μιάμιση ώρα πρέπει να πιστωθεί και στο πυκνό γράψιμο του Κεπ, αλλά και στον Σόντερμπεργκ, που μοντάροντας ο ίδιος την ταινία, φροντίζει να είναι όσο πιο σφιχτή γίνεται. Μια ακόμα άσκηση αφηγηματικής οικονομίας που πέτυχε. Σύμφωνοι. Αλλά, στην εποχή των σειρών, ειδικά τέτοιου είδους ταινίες, που δεν είναι να πεις κι ότι ξεχειλίζουν από ζουμί και χαρακτήρες για να μπορούν να σταθούν μόνες τους, επανέρχεται μια απορία που σου έχει δημιουργηθεί και στο παρελθόν σε ανάλογες περιπτώσεις: μια χαρά διασκεδαστικό ό,τι είδαμε, αλλά δεν μπορεί να ήταν μόνο αυτό ε; Όλο αυτό ήταν μόνο ο πιλότος, σωστά;

