Το «Σάουντρακ για Ένα Πραξικόπημα» ξεκινά καταιγιστικά, σε ένα κρεσέντο, σε παίρνει απ’ τα μούτρα, προσπαθείς να συντονιστείς με τη φούρια του, να προλάβεις τις εικόνες του, τις πληροφορίες του, την μουσική του, να εξοικειωθείς με το συντακτικό του και τη γλώσσα του, τη γλώσσα ενός οπτικοακουστικού ρυθμού που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί παραληρηματικός, αλλά αντίθετα είναι εντελώς συγκροτημένος, δομημένος, επεξεργασμένος, με μια επεξεργασία όμως όχι στεγνά νοητική αλλά και καταλυτικά ενστικτώδη. Η σύνθεση των εικόνων και των ήχων, του περιεχομένου και της μορφής, όσων λέγονται, όσων ακούγονται και όσων προβάλλονται, το τέμπο με το οποίο μοντάρονται, το κατατάσσουν στην κατηγορία των ταινιών που ακόμα κι αν για οποιοδήποτε λόγο εσένα δεν σου αρέσουν, δεν σου κάνουν, δεν σε αφορούν, και πάλι έχουν μια ελκτική δύναμη την οποία δεν μπορείς να αρνηθείς, δεν μπορείς να αρνηθείς πόσο επιδραστική και engaging (δεν θέλω να βάζω αγγλικές λέξεις, αλλά δεν μπορώ να σκεφτώ εδώ μια αντίστοιχα ακριβή ελληνική) είναι η αφήγησή της.

Επιβιβάσου για ένα ταξίδι δυόμισι ωρών που θα σε αφήσει στο τέλος του εσωτερικά κάθιδρο, σαν να τα έχεις δώσει κι εσύ όλα ως θεατής όχι κινηματογραφικού έργου αλλά συναυλίας. Συναυλίας τζαζ όμως. Θα μπορούσε ίσως να ισχύει το αντίστοιχο και με μια ροκ συναυλία, στην οποία θα χοροπηδούσες αφιονισμένος, αλλά τελικά όχι, η ροκ είναι διονυσιασμός σε μικρά κομμάτια, ελεγχόμενος, ολιγόλεπτα τραγούδια με αρχή, μέση και τέλος, με λέξεις που κάτι λένε, κάτι προσπαθούν να ορίσουν και περιορίσουν, φυλακίζοντας συναισθήματα δια της ονοματοδοσίας νοημάτων και καταστάσεων, ενώ το «Σάουντρακ για ένα Πραξικόπημα» είναι σαν την μουσική του εντελώς τζαζ, ζητώντας σου μια άλλου είδους εμπλοκή και καταβύθιση, όχι διακεκομμένη αλλά συνεχή, όχι τμηματική αλλά ολοκληρωτική. Συγχρονίζεσαι χωρίς περισπάσεις σε ένα κύμα, το ακολουθείς και πας στα βαθιά, μέχρι να μην βλέπεις και να μην ακούς οτιδήποτε άλλο εκτός από τον κόσμο τον οποίο δημιούργησε.
Ενώ θεωρητικά τα ντοκιμαντέρ είναι (εκ της θεματολογίας τους και της σύνδεσής τους με πραγματικά γεγονότα τα οποία με τον ένα ή τον άλλο τρόπο καταγράφουν) τα πιο περιορισμένα και η μυθοπλασία η πιο ελεύθερη (τι πιο ελεύθερο από την φαντασία να φτιάξεις μια ιστορία εκ του μηδενός άλλωστε), αν απομένει στον κινηματογράφο ένα ανοικτό ακόμη πεδίο άξιας του ονόματός της δημιουργικής ελευθερίας είναι το ντοκιμαντέρ. Όχι μόνο επειδή, καλώς ή κακώς, η μυθοπλασία διηγείται ιστορίες που υπακούουν σε κανόνες και δομές, τις οποίες όσο κι αν πειράζεις, υπάρχει ένα όριο πέραν του οποίου αν ξεφύγεις ελλοχεύει η πολύ σοβαρή πιθανότητα του εκτροχιασμού του έργου σου και του πετάγματος έξω του θεατή. Αλλά και επειδή στο μυθοπλαστικό σινεμά το όριο το θέτει το θεμελιώδες σκέλος της αναπαράστασης. Οι εικόνες που συνοδεύουν την ιστορία σου είναι εικόνες αναπαράστασης. Ηθοποιοί υποδύονται ρόλους παριστάνοντας ότι τους συμβαίνει κάτι. Δεν συνηθίζεται η ιστορία σου να λέει ένα πράγμα και οι εικόνες σου να δείχνουν ένα άλλο. Οι εικόνες σου είναι που λένε την ιστορία.
Αλλά στο ντοκιμαντέρ, το πως θα αφηγηθείς π.χ, την ιστορία ενός πραξικοπήματος του Κονγκό του 1960 και του γενικότερου γεωπολιτικού πλαισίου της εποχής στο οποίο εντάσσεται, το με τι εικόνες θα επιλέξεις να συνοδεύσεις τα γεγονότα τα οποία διηγείσαι, είναι μια απόφαση η οποία από την ίδια τη φύση του είδους υπόκειται σε πολύ λιγότερους περιορισμούς. Το ότι δηλαδή θεωρητικά στο ντοκιμαντέρ οι εικόνες είναι συνοδευτικές του περιεχομένου και όχι ένα αξεχώριστο σύνολο με την ιστορία, ανοίγει στους ντοκιμαντερίστες διάπλατη την πόρτα της καλλιτεχνικής ελευθερίας.

Και τελικά εκείνο που κάνει κάθε μεγάλο ντοκιμαντέρ είναι το να δημιουργεί το δικό του κόσμο. Και η διαφορά ενός σημαντικού ντοκιμαντέρ από ένα ντοκιμαντέρ που μπορεί να χαρακτηριστεί μεγάλο ανάγεται στο κατά πόσο το δεύτερο δεν περιορίστηκε μόνο στο να μας μιλήσει για κάτι καίριο, αλλά επιπλέον το έκανε και με έναν τρόπο κατά τον οποίο η αφήγηση, οι εικόνες, η επιλογή τους, η ροή τους, η σκηνοθεσία τους, έχουν μια αυταξία, έτσι ώστε αφού το δεις να δυσκολεύεσαι να σκεφτείς το θέμα για το οποίο μιλάνε έξω από τον κινηματογραφικό κόσμο στο οποίο το ενέταξαν.
Μολονότι με τον τίτλο «Σάουντρακ για Ένα Πραξικόπημα» ο Γιόχαν Γκριμονπρέζ είναι σαν μας λέει ότι παίρνω την ιστορία ενός πραξικοπήματος και της βάζω ένα σάουντρακ, κάνει κάτι πολύ περισσότερο απ’ το να πλαισιώσει μουσικά μια πολιτική ιστορία. Ακόμα δηλαδή κι αν δεχτούμε ότι τείνουμε γενικά να υποτιμούμε τον ρόλο της μουσικής στις ταινίες, παίρνοντας ως δεδομένο και ταυτόχρονα ξεχνώντας το σε πόσο μεγάλο βαθμό αποτελούν μέρος της αφήγησης και πόσο μας χειραγωγούν, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με μια συναισθηματική υποβολή. Εδώ έχουμε έναν απευθείας διάλογο της ιστορίας της αποαποικιοποίησης της Αφρικής και της Ασίας στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, με τον εντός των ΗΠΑ ρατσισμό, με την τζαζ, με την προσπάθεια εκμετάλλευσης της ως μοχλού πολιτισμικής διπλωματίας των ΗΠΑ, με τις παράλληλες ωμές επεμβάσεις των δυτικών δυνάμεων στα εσωτερικά των πρώην αποικιών, εδώ η τζαζ, εκτός από τη συνεισφορά της στον κινηματογραφικό ρυθμό και την αισθητική ατμόσφαιρα, αναδεικνύεται με έναν τρόπο ως ένα ακόμα κομμάτι μιας ενιαίας τελικά εικόνας: μια φωτογραφία παγώνει στο πρόσωπο του Τζον Κολτρέιν που παίζει με κλειστά μάτια, σαν να μην παίζει μόνο για εκείνον, σαν στο πρόσωπό του και στην μουσική του να είναι συμπυκνωμένη η ιστορία αιώνων.

Η ανεξαρτησία του Κονγκό το καλοκαίρι του 1960, ο Πατρίς Λουμούμπα στο Κονγκό και ο Μάλκολμ Χ στις ΗΠΑ, ο κίνδυνος που αποτέλεσαν, ο κοινός τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκε η απειλή τους, το Κίνημα των Αδεσμεύτων, ο ΟΗΕ ένα πεδίο συναρπαστικών διπλωματικών μαχών. Εποχές ψυχρού πολέμου, διαρκούς απειλής πυρηνικού ολοκαυτώματος, διαρκών πραξικοπημάτων και εμφυλίων, δεν σημαίνει ότι ήταν καλύτερος κόσμος από σήμερα, ενδεχομένως να ήταν και χειρότερος, κι όμως με το τωρινό μάτι φαντάζει ζωντανότερος, φωτεινότερος, με μεγαλύτερο άνοιγμα προς την ελπίδα. Ή κι αν όχι, κι αν αυτά είναι ηλικιακές προβολές, πάντως εποχές στις οποίες οι κορυφές της τζαζ μουσικής οργιάζουν. Το δικό τους μελαγχολικό φως παραμένει αναμφισβήτητο.
Δεκαετία του 1940, μέσα απ’ τη γη του Κονγκό ουράνιο που θα εξορυχθεί, θα ταξιδέψει τον κόσμο, θα περάσει απ’ τις ερήμους του Λος Άλαμος για επεξεργασία και μετά σε συσκευασία ατομικής βόμβας θα ξαναταξιδέψει, προκειμένου να πέσει πάνω από τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι σπέρνοντας τον αφανισμό. Δεκαετία 1960, λίγο πριν φύγει το Βέλγιο απ’ το Κονγκό παραχωρώντας του την ανεξαρτησία του, φροντίζει να ιδιωτικοποιήσει την εταιρία που εξόρυσσε το ουράνιο. Κι επειδή αυτό δεν έφτανε, μετά μια σειρά άλλων «διευθετήσεων» (πραξικοπηματικών, δολοφονικών, εμφυλιοπολεμικών), προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι δεν θα κρατικοποιηθεί από το Κονγκό. Ο ρατσισμός και η οικονομία πήγαιναν πάντα μαζί, Η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο γίνεται πάντα με ευνοϊκότερους όρους όταν βλέπεις τον άλλο άνθρωπο ως κατώτερό σου. Και στην περίπτωση της Αφρικής, όταν βλέπεις μια ολόκληρη ήπειρο ως νόμιμη πηγή για τον πλουτισμό σου, είτε δια της εκμετάλλευσης των δικών της πλουτοπαραγωγικών πηγών, είτε δια της μεταφοράς ανθρωπίνου δυναμικού της στα μέρη σου προκειμένου να σου κάνουν τη δουλειά ως δούλοι.
