Λίγες ημέρες πριν, πήγα με το παιδί μου στο θέατρο για να δούμε το «Μικρό Πρίγκιπα». Όταν βγήκαμε, ο μικρός μού είπε ότι εκείνο που τον συγκίνησε περισσότερο ήταν «το αεροπλάνο». Εγώ περίμενα να έχει προσέξει κάτι πιο «εντυπωσιακό», δεδομένου ότι η παράσταση ήταν ένα μουσικοχορευτικό θέαμα. Ύστερα θυμήθηκα τα λόγια του ήρωα: «Τα μάτια είναι τυφλά. Πρέπει να ψάξεις με την καρδιά.» Και μετά, μελετώντας, ανακάλυψα ότι ο ίδιος ο Εξυπερύ, αν αγαπούσε κάτι πάνω από όλα, αυτό ήταν το αεροπλάνο, για το οποίο έγραψε: «Νιώθω γι’ αυτό κάτι σαν στοργή. Ένα είδος βρεφικής τρυφερότητας».

Γεννήθηκε σχεδόν μαζί με την αεροπλοΐα, στα 1900. Όταν ήταν μικρός, έφτιαξε φτερά από σεντόνια και τα κόλλησε στο ποδήλατό του, στριφογυρίζοντας αδιάκοπα στον κήπο, μιμούμενος τον ήχο του αεροπλάνου. Υπήρξε ηγετικό στέλεχος της πρώτης διεθνούς γαλλικής εμπορικής εταιρείας από την οποία ξεπήδησε η Air France. Το Διεθνές Αεροδρόμιο της Λυών φέρει το όνομά του. Λόγω σοβαρού ατυχήματος στα 1923, σταμάτησε για ένα διάστημα τις πτήσεις και τότε έγραψε το πρώτο του έργο, «Ο Αεροπόρος».
«Ακόμα και τη συγγραφή, τη χρωστά στην αγάπη του για το αεροπλάνο»
Ακόμα και τη συγγραφή, τη «χρωστά» επομένως στην αγάπη του για το αεροπλάνο. Έπειτα, καθώς η νοσταλγία για τους αιθέρες ήταν ανίκητη, έγινε πιλότος στη Λατεκέρ που εκτελούσε ταχυδρομικές πτήσεις μεταξύ Τουλούζης-Βορείου Αφρικής. Μέσα στα αεροπορικά υπόστεγα, αφού συχνά συμμετείχε και στη συντήρηση, έγραφε. Στο βιβλίο του «Ταχυδρομείο του Νότου», εκείνο που τον καταξίωσε αρχικά, σημειώνει τι συλλογιζόταν όσο κοιτούσε από ψηλά τους ανθρώπους: «Τι να σκέφτονται, πώς να ζουν εκεί κάτω οι χωρικοί, τι να κάνουν μέσα στη νύχτα σε εκείνα τα φωτάκια;».
Ωστόσο, αυτό που είναι πραγματικά συγκινητικό, είναι ότι πίσω από τις σελίδες κρύβεται ένας άνθρωπος στ’ αλήθεια γενναίος, με απύθμενο ψυχικό μεγαλείο και βαθιά ανθρώπινη κριτική ματιά. Στο «Πιλότος Πολέμου» ο Εξυπερύ γράφει στα 1942: «Ένα άτομο οφείλει να θυσιάζεται για τη σωτηρία μιας κοινότητας». Και λίγο πιο κάτω προσθέτει: «Η κοινότητά μας, όπως την είχε διαμορφώσει ο πολιτισμός μας, δεν ήταν το άθροισμα των συμφερόντων μας, ήταν το άθροισμα των προσφορών μας».
Στην εποχή που γράφτηκε το «Πιλότος Πολέμου» είχε μεγάλο εκδοτικό ενδιαφέρον, δεδομένου ότι ο συγγραφέας του είχε μόλις γυρίσει από τον πόλεμο και είχε βρει άσυλο στις Η.Π.Α. Είχε θεωρήσει την πτώση της Γαλλίας αποτέλεσμα ολιγωρίας και προδοσίας και είχε αρνηθεί στην κυβέρνηση του Βισύ να συμμετάσχει, πέφτοντας έτσι σε δυσμένεια, εξού και τα βιβλία του απαγορεύτηκαν. Δυστυχώς είχε μία σύντομη ζωή. Σκοτώθηκε στα 44, όταν – βληθείς προφανώς από γερμανικά καταδιωκτικά – έπεσε με το αεροπλάνο του κάπου στο Τυρρηνικό πέλαγος και δε βρέθηκε ποτέ. Αναφέρθηκε ως «απωλεσθείς». Ο ίδιος γράφει στο βιβλίο, το οποίο είναι αφιερωμένο στον Αλιάς και σε όλους τους αγαπητούς συναδέλφους της αεροπορικής μονάδας 2)33: «Πώς ζυγίζουν τους κινδύνους, όταν όλα καταρρέουν; Μένουμε ακόμα για ολόκληρη Γαλλία 50 πληρώματα. Είπα χθες στον υποσμηναγό Γκαβουάιγ: Θα τα σκαλίσουμε αυτά μετά τον πόλεμο. Κι ο υποσμηναγός μου απάντησε: Δεν πιστεύω να έχετε την απαίτηση να ζείτε μετά τον πόλεμο, σμηναγέ μου;» Και να φανταστεί κανείς πως ο Αντουάν –Ζαν- Μπατίστ-Μαρί-Ροζέ ντε Σαιντ Εξυπερύ χρησιμοποίησε τις γνωριμίες του για να συμμετάσχει στις πολεμικές επιχειρήσεις. Αργότερα, στις σελίδες του ίδιου βιβλίου σημειώνει: «Δεν υπάρχει προστασία για τους άνδρες. Όταν ανδρωθείς σε αφήνουν να φύγεις…»

Κλείνοντας το «Πιλότος Πολέμου» συνειδητοποίησα πως ο «Μικρός Πρίγκιπας» δεν είναι απλώς ένα γλυκό πλάσμα που ήρθε στη Γη ταξιδεύοντας τυχαία, αλλά η κατακερματισμένη, από την αδικία του πολέμου και της φαυλότητας των ανθρώπων που κυβερνούν τους λαούς, ψυχή του Εξυπερύ, που επιζητά την ανθρωπιά. Έγραψε με νοσταλγία: «Τον καιρό της ειρήνης τα καλοδιπλωμένα ασπρόρουχα τακτοποιούνται στα ντουλάπια, ξέρει κανείς πού να βρει το καθετί» και για την προσφυγιά πρόσθεσε πικραμένος, καθώς έβλεπε τους Γάλλους συμπατριώτες του από ψηλά να εγκαταλείπουν τα χωριά τους: «Το σύνθημα, ένα πρωί κατά τις τρεις, αναστάτωσε ξαφνικά το χωριό: – Εκκένωση!(…) Ο άνθρωπος όμως έπαψε από πολύ καιρό να κάνει νομαδική ζωή. Έχτιζε χωριά που διαρκούσαν αιώνες. Γυάλιζε έπιπλα που χρησιμοποιούσαν τα δισέγγονά του.
«Είμαι ιδρυτικό μέλος της κοινότητας των ανθρώπων»
Το οικογενειακό σπίτι τον δεχόταν στη γέννησή του και τον κουβαλούσε μέχρι το θάνατό του κι έπειτα, σαν καλό βαποράκι, περνούσε από τη μια όχθη στην άλλη, στο γιο. Αλλά τέρμα στην κατοικία! Έφευγαν, χωρίς μάλιστα να ξέρουν γιατί!» Σήμερα τίποτε δυστυχώς από όλα αυτά δε λείπει˙ ούτε ο πόλεμος, ούτε η προσφυγιά, ούτε η αβεβαιότητα, ούτε η αδικία. Μα ο Αντουάν ντε Σαιντ Εξυπερύ διδάσκει την πίστη στον άνθρωπο, που – πιο πολύ από καταστροφέας – είναι δημιουργός: «Αν προσπαθώντας να δικαιολογηθώ, φορτώνω τη δυστυχία μου στο πεπρωμένο, υποτάσσομαι στο πεπρωμένο. Αν τη φορτώνω στην προδοσία, υποτάσσομαι στην προδοσία. Αλλά, αν πάρω την ευθύνη πάνω μου, διεκδικώ τα ανθρώπινα δικαιώματά μου. Μπορώ να επενεργήσω σε αυτό που είμαι. Είμαι ιδρυτικό μέλος της κοινότητας των ανθρώπων».
Κι ύστερα τον φαντάζομαι να πέφτει με το αεροπλάνο του, χτυπημένος από τα πυρά των αντιπάλων, με το σάκο του ταχυδρομείου δίπλα του, με μια ουρά από φωτιά να τον συνοδεύει, όπως αυτή του κομήτη από τον οποίον πιανόταν ο μικρός πρίγκιπας κάθε φορά που ήθελε να ταξιδέψει κάπου και η νοερή σκηνή πλαισιώνεται από μουσική˙ ο Τζον Λένον τραγουδά το «imagine» και λίγο πριν το αεροπλάνο σκάσει στο κύμα πέφτουν οι τίτλοι τέλους…

