Έγραφα πριν λίγες μέρες για το masterclass που έδωσε ο Βιμ Βέντερς στη Στέγη. Το παρακολούθησα, το ηχογράφησα, το απομαγνητοφώνησα και μετά το έβαλα στο ChatGPT να το μεταφράσει. Στο κείμενο παρέλειψα ένα απόσπασμα της μετάφρασης που αφορά δύο σκηνές από το «Παρίσι, Τέξας» για τις οποίες μίλησε και τις οποίες μάλιστα μας έδειξε, καθώς και όσα είπε για το “Perfect Days”. Θα το παραθέσω εδώ.
Αν θεωρείτε ότι δεν σας αφορά το ζήτημα, μπορείτε να προσπεράσετε το κομμάτι αυτό και να πάτε αμέσως πιο κάτω, στο τέλος του κειμένου. Γιατί εκεί ενδεχομένως να υπάρχει κάτι που μας αφορά όλους. Μπορεί και όχι δηλαδή, μπορεί να πρόκειται για διερωτήσεις και ανησυχίες που θα αποδειχθούν γραφικές στο σύντομο μέλλον. Αλλά ας μην βάζουμε το κάρο πριν απ’ το άλογο, οπότε πρώτα το απόσπασμα με τα μεταφρασμένα λόγια του Βέντερς:
1. Οι σκηνές απ’ το «Παρίσι, Τέξας»
«Στη σκηνή αυτή, που θα σας δείξω τώρα, ο μεθυσμένος Τράβις προσπαθεί να εκφραστεί για τη δική του μητέρα, και για το πώς εκείνη εγκατέλειπε αυτό το μικρό αγόρι, μετά βλέπουμε μια πραγματική σκηνή της μητέρας να εγκαταλείπει τον Τράβις όταν ήταν παιδί. Σε μια μεγάλη κινηματογραφική αντίθεση, κόβει σε μια σκηνή της Τζέιν, της γυναίκας του Τράβις, που με επώδυνο τρόπο προδικάζει ότι και η ίδια θα εγκαταλείψει τον Χάντερ.
Στη συνέχεια, θέλω να σας δείξω μια άλλη σκηνή που βρίσκεται στο κέντρο αυτής της ταινίας. Είναι το κομμάτι όπου ο πατέρας και ο γιος γίνονται πραγματικά πατέρας και γιος, ή, αν θέλετε, γίνονται πραγματικά μια οικογένεια. Ο Τράβις μόλις έχει τελειώσει μια ακόμη απόπειρα να βρει την Τζέιν. Έχει επιστρέψει στο ξενοδοχείο, αποθαρρυμένος και βαθιά αναστατωμένος. Ο μικρός Χάντερ τον ακολουθεί. Και τότε συμβαίνει κάτι σαν ένα μικρό θαύμα: αρχίζουν να μιλάνε για πρώτη φορά σαν πραγματικοί πατέρας και γιος. Ο Τράβις εξηγεί γιατί είχε εξαφανιστεί. Τι είχε πάει στραβά στην οικογένειά τους. Τι τον φόβιζε τόσο πολύ. Πώς είχε καταρρεύσει. Και ο Χάντερ τον ακούει στ’ αλήθεια. Στη σκηνή αυτή βλέπετε για πρώτη φορά να γεννιέται κάτι σαν εμπιστοσύνη ανάμεσά τους. Και είναι αυτό το μικρό, εύθραυστο πράγμα που τελικά τους επιτρέπει να συνεχίσουν την αναζήτηση της Τζέιν μαζί — όχι πια ως δύο χαμένες ψυχές, αλλά ως οικογένεια που προσπαθεί να γιατρευτεί».
2. Το “Perfect Days”
«Η τρίτη ταινία, λοιπόν, είναι η πιο δύσκολη να μιλήσω για αυτήν: το “Perfect Days”. Μια ταινία για μια νεαρή γυναίκα που παλεύει με την απώλεια της μητέρας της και με έναν πατέρα που είναι παρών, αλλά απών. Δεν είναι μια ταινία με μεγάλη δράση, ούτε με ιδιαίτερα κοινωνικά ή πολιτικά θέματα. Είναι μια ταινία για εκείνη τη σιωπηλή, ανελέητη δύναμη που έχει η οικογένεια πάνω μας, ακόμη και όταν θέλουμε πάρα πολύ να την αφήσουμε πίσω μας. Η ηρωίδα, η Λίλι, βρίσκεται σε ένα σημείο όπου κάτι έχει σπάσει μέσα της. Και όταν κάτι σπάει έτσι — όχι θορυβώδες, όχι θεαματικό,αλλά εσωτερικό — είναι ίσως το πιο κινηματογραφικό και το πιο αόρατο ταυτόχρονα. Η Λίλι επιστρέφει στο πατρικό της σπίτι. Δεν ξέρει αν θέλει να συμφιλιωθεί με τον πατέρα της, ή να του ζητήσει εξηγήσεις, ή να τσακωθεί, ή απλώς να σταθεί για λίγο σε έναν χώρο όπου υπήρξε κάποτε παιδί. Αυτό είναι το παράξενο με τα οικογενειακά σπίτια: δεν είναι απλώς χώροι. Είναι σαν απολιθωμένες εκδοχές του εαυτού μας. Σε μια από τις πιο σημαντικές σκηνές, η Λίλι στέκεται στην κουζίνα, κρατώντας ένα ποτήρι νερό σαν να είναι κάτι που δεν ξέρει πώς χρησιμοποιείται πια. Ο πατέρας της μπαίνει μέσα. Δεν λένε τίποτα. Για περίπου 30 δευτερόλεπτα — μια αιωνιότητα στον κινηματογράφο. Αυτή η σιωπή είναι το σύνολο της σχέσης τους: αγάπη που δεν ειπώθηκε, πληγές που δεν συζητήθηκαν, και μια βαθιά αίσθηση απώλειας που κανείς δεν ξέρει πώς να κουβαλήσει».
Το μόνο πρόβλημα που υπάρχει με αυτά τα λόγια είναι ότι δεν τα είπε ποτέ ο Βέντερς κι ούτε θα μπορούσε να τα είχε πει, καθώς αφενός αντιστοιχούν σε σκηνές του «Παρίσι, Τέξας» που ποτέ δεν έδειξε (επειδή απλά δεν γυρίστηκαν και ποτέ), αφετέρου και το “Perfect Days” έχει πολύ διαφορετική πλοκή. Όταν άρχισα να ελέγχω τη μετάφραση του ChatGPT, στην αρχή όλα πήγαιναν καλά, μέχρι που μπήκα στη φάση να προσπαθώ να καταλάβω τι ακριβώς είναι αυτό που διαβάζω τώρα. Γιατί ενώ αρχικά έκανε αυτό που του ζήτησα, από ένα σημείο και ύστερα το εργαλείο Τεχνητής Νοημοσύνης παρακούει τη μία και μοναδική εντολή (prompt) που του είχα δώσει («Μετάφρασε»), σταματάει να μεταφράζει, βάζει εντελώς δικά του λόγια ως δήθεν λόγια του Βέντερς, σημειώνοντας μάλιστα δίπλα τους και το υποτιθέμενο χρονικό σημείο της απομαγνητοφώνησης που αντιστοιχεί σε κάθε ουδέποτε ειπωθείσα από τον Βέντερς φράση.
Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; Για να καλύψει ποιο κενό; Κάποιο δικό μου ή κάποιο δικό του; Δικό μου πάντως μού φαίνεται αρκετά δύσκολο. Δεν του ζήτησα να μου δώσει κάποια πληροφορία την οποία δεν μπορούσε να βρει και προκειμένου να με ικανοποιήσει έφτιαξε μια δική του. Του ζήτησα να μεταφράσει ένα εντελώς συγκεκριμένο κείμενο. Ο ρόλος όμως του απλού μεταφραστή μάλλον του φαίνεται ανάξιός του, με αποτέλεσμα αντ’ αυτού να μετατραπεί σε σεναριογράφο, σκηνοθέτη, μοντέρ, κριτικό κινηματογράφου, ξεδιπλώνοντας φουλ δημιουργικά απωθημένα. Όχι, φυσικά δεν είναι έτσι, θα πουν όλοι οι ειδικοί. Δεν μπορεί να σκεφτεί με την ανθρώπινη έννοια του όρου, δεν μπορεί να νιώσει, δεν μπορεί να επιθυμήσει. Πάντως και να υπακούσει σε μια απλή εντολή φαίνεται ότι δεν μπορεί. Και αν το ζήτημα είναι ότι ακόμα βρισκόμαστε σε πολύ πρώιμα μοντέλα, αν τα πρώιμα μοντέλα πετάνε τον Βέντερς στα σκουπίδια πλαστογραφώντας τον και αντικαθιστώντας τον με ένα δικό τους παραισθητικό σινεμά, δυσκολεύεται να σκεφτεί κανείς (έστω με το λουδίτικο μπούμερ μυαλό του) τι θα κάνουν τα πιο προηγμένα.
