Σε ένα κείμενό του απ’ αυτά που στοχεύουν στο θυμικό των παλιών Ελλήνων, των νοσταλγών ενός αδιευκρίνιστου μεγαλείου της ελληνικής ψυχής και της περηφάνιας, ο γενικευμένα φοβικός και συγκεχυμένα πατριωτικός Στάθης προετοίμαζε τους αναγνώστες του για την επέτειο της 25ης Μαρτίου με ιστορικό συναισθηματισμό και κατέληγε με το εξής: «Καλύτερη από μας θα κάνουν την Ελλάδα τα παιδιά μας, έτσι γινόταν, έτσι γίνεται κι έτσι θα γίνεται…». Υπάρχει μια γνωστική ασυμφωνία κι ένα εξόφθαλμο κενό λογικής σε αυτή την ελπιδοφόρα ευχή. Αν ίσχυε ότι τα παιδιά παραλαμβάνουν τη σκυτάλη από τους γονείς και τους παππούδες τους για να βελτιώσουν τις συνθήκες και τις καταστάσεις, τότε θα ζούσαμε σε έναν παράδεισο. Όλα τα δεινά της Ελλάδας θα είχαν σταματήσει στον Εμφύλιο. Η χώρα δε θα είχε ζήσει ποτέ τον εφιάλτη της Επταετίας και την ασυδοσία της Μεταπολίτευσης. Στο λεξιλόγιό μας δε θα υπήρχε η λέξη «δικομματισμός» και τα πρόσφατα εκλογικά αποτελέσματα στις ηλικίες 18-24 δε θα προκαλούσαν τρόμο. Ο Στάθης όμως έπρεπε να κλείσει με μια ευχή που θα έφερνε δάκρυα στα μάτια, απλώς επειδή είναι ένας λαϊκιστής που θέλει να χειραγωγήσει τους αναγνώστες του μέχρι την αναφώνηση «Πες τα, ρε Στάθη!».

Η σημερινή νεολαία είναι σε χειρότερη κατάσταση απ’ αυτήν που είδαμε στο Wasted Youth. Είναι μια γενιά με μοναδική διέξοδο την οθόνη του smartphone, το προφίλ του Facebook, τα πακέτα κινητής τηλεφωνίας που προσφέρουν απεριόριστα μηνύματα και την πλατεία της γειτονιάς. Τη σημερινή νεολαία δεν την ενδιαφέρει αν έχει τη δυνατότητα να δει δωρεάν ταινίες, παραστάσεις και εικαστικές εκθέσεις. Μια θέση σ’ ένα πεζούλι είναι όλος της ο καημός ανάμεσα σε άλλους συνομηλίκους, το αθροιστικό λεξιλόγιο των οποίων γεμίζει, δεν γεμίζει δυο σελίδες λεξικού. Ούτε εμείς ήμασταν καλύτεροι, έτσι όπως ανακατεύαμε τα πάντα στο μπλέντερ του ηδονισμού. Τουλάχιστον όμως απλώναμε τα όριά μας σε όλη την αθηναϊκή επικράτεια, γιατί δεν είχαμε άλλο τρόπο να γνωρίσουμε τι συμβαίνει πέρα από την αυλή του σχολείου και τη γειτονιά μας. Γι’ αυτό κάναμε κοπάνες και χωνόμασταν στις κινηματογραφικές αίθουσες.

Φταίει το δικό μας παράδειγμα που μηδενίζοντας τα πάντα ανοίξαμε το δρόμο ώστε οι σημερινοί νέοι να ζουν μέσα από το YouTube ένα ατελείωτο Jackass; Φταίνε οι δάσκαλοι που έχουν παραδώσει τα όπλα, παρόλο που βλέπουν τους μαθητές τους να ανταλλάσσουν εντός της αίθουσας μηνύματα με τα κινητά; Φταίνε οι γονείς που μεταφέρουν την απαισιοδοξία τους μέσα στο σπίτι; Η απάντηση είναι ότι φταίνε κι αυτά, αλλά περισσότερο απ’ όλα φταίει η παραίτηση των ίδιων των νέων. Όχι από μια ζωή που γνωρίζουν και για συνειδητούς λόγους απορρίπτουν, αλλά από μια προσπάθεια να αποκτήσουν μια διαφορετική ζωή. Γιατί αγνοούν ότι υπάρχει, γιατί αδιαφορούν ή, ας είμαστε ειλικρινείς, γιατί είναι πολύ αποβλακωμένοι για να προσπαθήσουν.

Παλιότερα οι ψυχολόγοι φόρτωναν τους γονείς με ευθύνες θέλοντας να εξηγήσουν τους λόγους που τα παιδιά κάπνιζαν χασίς και δεν είχαν καλούς βαθμούς στον έλεγχο. Το ψυχαναλυτικό πανηγύρι με τα διάφορα σύνδρομα και τις καθηλώσεις μετριάστηκε όταν άρχισαν να ακούγονται δυνατότερα οι φωνές που μιλούσαν για μίμηση συμπεριφορών και πίεση από τους συνομηλίκους. Μια πρόσφατη έρευνα έδειξε ότι ακόμα και τα παιδιά των δύο ετών μιμούνται τις συμπεριφορές των συνομηλίκων τους. Ή όπως λέει ο συγγραφέας της έρευνας Daniel Haun: «Λίγοι θα περίμεναν ότι τα δίχρονα παιδιά επηρεάζονται ήδη από την πλειοψηφία». Ας μεταφέρουμε αυτό το εύρημα σε μια παλιότερη εποχή, όταν ήμασταν εμείς έφηβοι. Χωρίς κινητά, χωρίς social media, παρά μόνο με το παράδειγμα των συμμαθητών και των φίλων μας που ούτε εκείνοι είχαν κινητά και social media. Τότε είχαμε περισσότερες πιθανότητες να επηρεαστούμε από διαφορετικά ερεθίσματα, γιατί τα μάτια και τα αυτιά μας ήταν ανοιχτά σε όσα είχαν να μας πουν οι συνομήλικοί μας. Αυτοί ήταν τα κανάλια επικοινωνίας μας με τον έξω κόσμο, οπότε όλο και κάτι θα τσιμπούσαμε, έστω και από τους πιο περιθωριοποιημένους απ’ αυτούς. Στην εποχή της new media επικοινωνίας υπάρχει μια τεράστια αντίφαση. Από τη μία όλος ο κόσμος προσφέρεται στην οθόνη, αλλά από την άλλη η πίεση από τους συνομηλίκους εξακολουθεί να είναι ασφυκτική. Ωστόσο, λόγω των οικονομικών συνθηκών και του διαφημιστικού βομβαρδισμού, οι νέοι δεν έχουν και πολλά περιθώρια να ξεφύγουν από το στενό πλαίσιο του μικρόκοσμού τους, με αποτέλεσμα όλοι μαζί να παγιδεύονται σε μια πολύ μικρή δεξαμενή ερεθισμάτων.

Παρατηρούσα το περασμένο καλοκαίρι τα παιδιά μιας φίλης μου. Είχαν κινητά, iPad, Facebook και Nintendo. Θα μπορούσαν να μάθουν και να δουν οτιδήποτε συμβαίνει στον κόσμο. Το μόνο που έκαναν ήταν να τσεκάρουν τι φωτογραφίες ανέβαζαν οι φίλοι τους στο Facebook. Κι από δίπλα, μια μητέρα που προσπαθούσε να ελέγξει τη χρήση αυτών ακριβώς των εργαλείων, που θα μπορούσε να είναι πιο επιμορφωτική κι από το ίδιο το σχολείο.

Κάπως έτσι φτάνουμε στην «πρόκληση της κανέλας» και στην κατανάλωση του απολυμαντικού χεριών. Αυτή την εποχή η μόδα μεταξύ των Αμερικανών εφήβων είναι να καταπίνουν χωρίς νερό μια κουταλιά κανέλα ή το απολυμαντικό των χεριών, να καταγράφουν το τόλμημά τους σε βίντεο και να το ανεβάζουν στο YouTube. Πριν προλάβεις να τους χαρακτηρίσεις ανεγκέφαλους, σκέψου τι θα έκανες εσύ στη θέση τους και στην ηλικία τους. Αν δεν είχες Facebook, θα ήσουν κάτι σαν πολιτικός εξόριστος. Αν δε βιντεοσκοπούσες τις περιπτύξεις με την γκόμενα σου για να τις δείχνεις στους φίλους σου, είναι πιθανό να μην είχες φίλους ούτε καν γκόμενα. Ας υποθέσουμε ότι κόντρα σε όλη αυτή την κοινωνική πίεση, εσύ έβλεπες ευρωπαϊκό κινηματογράφο. Θα αισθανόσουν πραγματικά πάρα πολύ μόνος ανάμεσα σε συνομηλίκους που ενδεχομένως δεν έχουν πάει ποτέ σινεμά, αφού κανένας νέος δεν έχει πια λεφτά να πάει σινεμά και κατεβάζει όποια μαλακία τρυπώσει μέσα από τη διαφήμιση στην περιορισμένης χωρητικότητας αντίληψή του.

Ανησυχώ μήπως το παραπάνω κείμενο είναι ένδειξη απομάκρυνσης από τη νεανική κουλτούρα. Βασικά, μήπως είναι ένδειξη γηρατειών. Κυκλοφορώ όμως στην πόλη και δε βλέπω σε κανένα πολιτιστικό γεγονός ‒τζάμπα ή επί πληρωμή‒ νέους κάτω των 24 ετών. Όταν τους συναντώ σε κάνα πεζούλι ή έξω από τα μπαρ με μπίρες από το περίπτερο στο χέρι, είναι σαν να βλέπω χιμπαντζήδες που μεταφέρθηκαν από τη ζούγκλα στον πολιτισμό. Και προσπαθώ να καταλάβω πώς στο καλό καταφέρνουν να πληκτρολογούν τόσο γρήγορα στα κινητά τους, αλλά δεν μπορούν να σταυρώσουν κουβέντα.

 

Φωτογραφία: σκηνή από την ταινία Κωλόπαιδα του Στέλιου Καμμίτση.