Αν στην αρχή του χρόνου έγραφα έναν καζαμία όπου ανέφερα ότι στο STAR θα αναφερόταν το όνομα της Λένας Κιτσοπούλου, ο γενικός γραμματέας ενός ακροδεξιού κόμματος θα δήλωνε πως «Ο καλός Χρυσαυγίτης δεν παρακολουθεί τουρκικά σίριαλ», χρήστης του Facebook θα συλλαμβανόταν για έναν σατιρικό λογαριασμό κι ένας μητροπολίτης θα έβγαζε ανακοίνωση για τους κινδύνους του στοματικού έρωτα, θα λέγατε ότι έχω ελαφρώς διεστραμμένο χιούμορ, αλλά σε γενικές γραμμές είμαι φαντασιόπληκτος και ίσως να κατάφερνα να τραβήξω την προσοχή κάποιου χολιγουντιανού στελέχους αν έγραφα ένα σενάριο. Όλο το 2012 μέχρι τώρα είναι μια καλή δεξαμενή ιδεών για όποιον θέλει να κάνει καριέρα στο Χόλιγουντ ως σεναριογράφος σε δυστοπικές ταινίες που θα χαρακτηρίζονταν άξιοι απόγονοι του Orwell. Αυτό δεν οφείλεται μόνο στην είσοδο ενός ακροδεξιού κόμματος στην ελληνική Βουλή. Όποιος είναι αρκετά μεγάλος σε ηλικία για να θυμάται από το σκίσιμο της οθόνης του Embassy σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την προβολή του Τελευταίου Πειρασμού μέχρι την απόσυρση ενός έργου του Thierry De Cordier από την έκθεση Outlook, δεν χρειαζόταν την άνοδο της ακροδεξιάς ως ισχυρό αποδεικτικό στοιχείο για το συντηρητισμό της ελληνικής κοινωνίας. Αν μάλιστα παρακολουθείς ελληνική τηλεόραση (να κάνουν ένα βήμα μπροστά οι Αυτιάδες, οι Αναστασιάδηδες και οι Λαζόπουλοί της!), δεν έχεις απολύτως καμία δικαιολογία για να αγνοείς την καλλιέργεια και τη συντήρηση μιας σκοταδιστικής νοοτροπίας που αντιδράει σε πολιτιστικά έργα/ιδέες/εκδηλώσεις που δήθεν απειλούν μια από αιώνες χαμένη εθνική και θρησκευτική καθαρότητα.

Δεν είμαστε περισσότερο συντηρητικοί από τους Ιταλούς, τους Αμερικάνους ή τους Άγγλους. Οι πρώτοι έχουν το Βατικανό, οι δεύτεροι έχουν διάφορες οργανώσεις γονέων και κηδεμόνων που ξεσηκώνονται με το παραμικρό (παρόλα αυτά το εκνευριστικά ρεπουμπλικανικό Fox μπορεί να δείχνει το Glee και το American Dad), οι τρίτοι σηκώνουν εύκολα το ακουστικό για να διαμαρτυρηθούν στο Ofcom. Όμως οι χώρες αυτές είναι μεγαλύτερες και οι αντιδράσεις απορροφώνται από το σύστημα, όχι πάντα ως γραφικότητες, αλλά τουλάχιστο χωρίς να επηρεάζουν τη δημιουργική παραγωγή, η οποία με τη σειρά της κρατάει τις ισορροπίες αποφεύγοντας τα άκρα. Αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα αυτούς τους τελευταίους εννιά μήνες είναι ένα case study μαζικής γνωστικής δυσλειτουργίας που οφείλει όμως να λάβει υπόψη το ιστορικό μας: ποτέ δεν ήμασταν ανεκτικοί, προοδευτικοί και άλλα τέτοια χαριτωμένα, που πάντα βέβαια ξεκινούν από την εθνική ψευδαίσθηση ότι είμαστε ο πιο φιλόξενος λαός. Μπορεί να σας φανεί άσχετο, αλλά έχω ένα περιστατικό να αφηγηθώ: Το καλοκαίρι έβγαλα στα μπουζούκια ένα φίλο ελληνικής καταγωγής, αλλά κοσμοπολίτικης ανατροφής, που μάλλον έχει διαμορφώσει τα στερεότυπά του για τους Έλληνες από τις ταινίες της Nia Vardalos. Αφού κατέβασε μισό μπουκάλι ουίσκι στην καθισιά του και ήρθε στο τσακίρ κέφι, σηκώθηκε για να χορέψει ελπίζοντας, ο κακομοίρης, ότι θα ενωνόταν με τον υπόλοιπο κόσμο σε ένα χορό διονυσιακού κεφιού. Κάποια στιγμή, λοιπόν, με ρώτησε: «When do people mingle?» Δηλαδή, σε ελεύθερη μετάφραση, «πότε γίνονται οι άνθρωποι μια παρέα;». Μας πήρε αρκετή ώρα να του εξηγήσω ότι οι άνθρωποι στην Ελλάδα δεν «mingle», γιατί είναι κλεισμένοι στις μικρές τους ομάδες και δεν αφήνουν καθόλου εύκολα «ξένους» (οποιαδήποτε μορφή κι αν έχει αυτό το «διαφορετικό») να εισχωρήσουν σ’ αυτές. Ακόμα και για να χορέψουν μαζί. Του είπα ότι αν προσπαθήσει να «mingle», εγώ δεν πρόκειται να τον ξεμπλέξω από τον καβγά που θα ξεσπάσει επειδή κάποιος μαντράχαλος θα νομίζει ότι ο φίλος μου προσπαθεί να τα ρίξει στην γκόμενά του.

Ας πάμε τώρα από το μερικό στο γενικό – χωρίς να ξεχνάμε ότι αυτή η δεξιότητα έχει πρωταρχική σημασία σε μια κοινωνία που έχει πάρει έστω και ξώφαλτσα μερικά μαθήματα από τον Διαφωτισμό. Δεν θα σας πάω στο πολύ γενικό, δηλαδή σε μεταναστευτικά, οικονομικά, πολιτικά και άλλα περίπλοκα ζητήματα. Δεν είναι δουλειά αυτής εδώ της στήλης, που ανησυχεί για πιο πεζά πράγματα όπως μην πάρει χαμπάρι κάποιο trashοκάναλο την παράσταση του Romeo Castellucci που ήρθε πέρυσι το καλοκαίρι στο Φεστιβάλ Αθηνών. Ξεκινώντας, λοιπόν, από το πολύ απλό γεγονός πως τα hipster μπαρ της πόλης μας δεν ενδείκνυνται για καινούργιες γνωριμίες (με τον ίδιο τρόπο που στα μπουζούκια δεν πρόκειται ποτέ να γνωριστείς και να διασκεδάσεις με τη διπλανή παρέα), οδηγείσαι σε άλλα φαινόμενα όπως η επιθετικότητα στο πρόσωπο του Λούκου (η οποία κέρδισε μια μάχη καταφέρνοντας να κάνει τη φετινή Επίδαυρο πιο αδιάφορη από ποτέ), η τρικυμία εν κρανίω σάτιρα του Λαζόπουλου, η ανάδειξη του Σμαραγδή σε… πρεσβευτή της άλλης Ελλάδας, οι ημίγυμνες χορεύτριες στα διαλείμματα συνεντεύξεων με βουλευτές της Χρυσής Αυγής στην εκπομπή του Θέμου Αναστασιάδη, η όψιμη επαναφορά των προφητειών του εγχώριου Νοστράδαμου Παΐσιου, η παρολίγον επικήρυξη της Λένας Κιτσοπούλου επειδή έγινε με λεφτά των φορολογουμένων τους οποίους δεν είδα τόσα χρόνια να διαμαρτύρονται που τους τα έτρωγαν αυτοί τους οποίους ψήφιζαν.

Μια αλυσίδα είναι όλα αυτά και πολλά ακόμα, που τα συγκρατεί η εθνική σύγχυση. Αυτήν που δεν μας επιτρέπει να καταλάβουμε ποιοι είμαστε, γιατί και σε τι φταίμε, από ποιον απειλούμαστε. Επειδή δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα τι πρέπει να κάνουμε για να σωθούμε, τα βάζουμε με τον καημένο τον Ονούρ και τη Σιλά: αλήθεια σας λέω, μπούχτισα να βγαίνει η κάθε Μπέσυ Μάλφα να κατηγορεί τις τούρκικες σειρές. Μπούχτισα όχι μόνο από την αυτονόητη αποδοχή και επιδοκιμασία των απόψεών της, αλλά και από εκείνους που τις αναπαράγουν επειδή πρέπει να ανεβάζουν 500 posts καθημερινά σε άχρηστες ειδησεογραφικές ιστοσελίδες ώστε να δικαιολογήσουν τα ψίχουλα που παίρνουν για μισθό. Μπούχτισα που αναγκάζομαι να ζω σε μια χώρα όπου πρέπει να ρίξεις στον πάτο το IQ σου για να απαντήσεις στις επιθέσεις ενάντια στην Κιτσοπούλου ότι η παράστασή της επέστρεψε τα λεφτά στους φορολογούμενους. Μπούχτισα που καταχειροκροτείται ο Λαζόπουλος ως τσολιάς και ενοχλεί ο Γέροντας Παστίτσιος. Μπούχτισα να μπαίνω σε ταξί και να ακούω το παραλήρημα του κάθε οδηγού ότι θα μπορούσαμε να ήμασταν Σαουδική Αραβία, αλλά δεν μας αφήνουν οι ξένοι. Μπούχτισα που δεν έχουμε και δεν είχαμε ποτέ χιούμορ, αυτογνωσία, περιέργεια, αλλά μας περισσεύουν οι φοβίες, η καχυποψία και ο απομονωτισμός. Κι επειδή μπούχτισα τόσο πολύ, θα ομολογήσω ότι τόση ώρα σας έκρυβα πως όλες αυτές οι εκδηλώσεις δεν είναι απλώς σύμπτωμα μιας κοινωνίας χωρίς κατεύθυνση. Είναι σύμπτωμα καθαρής βλακείας σε έξαρση.