Το πένθος σε φέρνει όσο πιο κοντά στον συγκλονισμό της ύπαρξης. Σε συνδέει απευθείας με το τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος. Που θα παραμένει για πάντα σκανδαλωδώς αναπάντητο κι εκκρεμές ερωτηματικό. Σε συνδέει απευθείας με το θείο και το μεταφυσικό, δηλαδή με το ανθρώπινο και το φυσικό. Μόνο το πένθος έχει αυτή τη δύναμη. Ή μάλλον μόνο το πένθος και το συναίσθημα μετά από μια γέννα. Μόνο όταν έχει μόλις γεννηθεί ένας άνθρωπος ή μόνο όταν έχει μόλις πεθάνει. Μόνο τον πρώτο καιρό μετά από αυτά τα δύο αντίστροφα αλλά αλληλένδετα θαύματα. Ό,τι μεσολαβεί ανάμεσά τους, ανάμεσα στη γέννηση και τον θάνατο, η ζωή· και μαζί της η ανηλεής αλλά ίσως κι αναγκαία απώθηση της προσωρινότητάς μας. 

Με το πένθος όμως σταματά για λίγο να σιγοβράζει το αέναο υπαρξιακό άγχος. Η βαβούρα του παύει να ηχεί για λίγο στα αυτιά σου. Ακούς καθαρά. Βλέπεις καθαρά. Νιώθεις καθαρά. Το αμετάκλητο. Το τετελεσμένο. Το ως χθες ζωντανό και τώρα νεκρό. Όχι μόνο είμαστε πλάσματα προσωρινά ζωντανά, αλλά και καταδικασμένα να το γνωρίζουμε κιόλας. Πόσο ποιητικό. Πόσο πεζό. Τι τραγωδία. Τι κωμωδία. Πόσο μεγαλειώδες. Τι μαλακία. Πώς να το παλέψεις όλο αυτό; Δεν γίνεται. Αγχώνεσαι, φοβάσαι, κρύβεσαι, καμουφλάρεις, ντριμπλάρεις, παραπείθεις, ασχημονείς, κομπορρημονείς, παίρνεις κιλά, χάνεις κιλά, παίρνεις ουσίες, χάπια, νικοτίνες, αλκοόλ, τα κόβεις και απέχεις ολικώς, ψάχνεις το νόημα της ζωής, ψάχνεις τα μέσα σου, ασχολείσαι με τα κοινά, βοηθάς ανθρώπους, βοηθάς ζώα, βοηθάς τη φύση, βοηθάς σκοπούς, θυμώνεις για σκοπούς, δεν βοηθάς κανέναν και τίποτα, κάνεις πως αδιαφορείς, κάνεις πως λειτουργείς ερήμην του. Εις μάτην. 

 

 

Τώρα όμως έχεις ένα μικρό και τόσο όσο παράθυρο ελευθερίας, ανακούφισης και διαύγειας. Ντύνεσαι ολόκληρος το πένθος σου. Το πρόσωπό σου το φωτίζει ο σπαραγμός (που προηγήθηκε, που θα ακολουθήσει, που ακόμα και τώρα μαίνεται μέσα σου σιωπηλός). Γίνεται αύρα που σε περιβάλλει σαν να είσαι από κάπου αλλού. Και όντως τώρα δεν βρίσκεσαι ακριβώς εδώ. Είσαι σε ανοιχτή σύνδεση. Είσαι όλος ανοιχτός. Μια πύλη έχει ανοίξει για λίγο και μέσα της κοιτάς. Έχεις έρθει κατά πρόσωπο με το ανάμεσα. Ποτέ ξανά πριν και ποτέ ξανά μετά δεν θα είναι τόσο όμορφο το πρόσωπό σου. Δεν υπάρχει στο πρόσωπό σου τίποτα το οποίο να διαχειρίζεται στρατηγικά τον κόσμο. Mόνο η ευγένεια της συντριβής και η χάρη της συμφιλίωσης με το επέκεινα. Δεν υπάρχουν άλλες σημασίες, δεν υπάρχουν συναλλαγές, όνειρα, φόβοι, σχέδια, αξιώσεις, αναγνωρίσεις, ματαιώσεις, πίκρες, ελπίδες, πανικοί. Το μόνο που έχεις να διαχειριστείς είναι αυτό που υπάρχει μέσα σου, που τώρα σε κατακλύζει, που ποτέ δεν ήθελες να παραδεχτείς. Ούτε εσύ ούτε άλλος άνθρωπος κανείς.  

Οι αγκαλιές, τα φιλιά, τα χάδια, τα δάκρυα, τα λόγια, τα μάτια, τα τελετουργικά, το ελάχιστο μοίρασμα της προσωπικής οδύνης, η κοινότητα, η κοινωνία, οι επάλληλοι κύκλοι της οικειότητας, της επαφής, της επίδρασης, οι άλλοι, οι ακόμα τώρα ζωντανοί, όλοι όσοι μηδενός εξαιρουμένου θα ακολουθήσουν αργά ή γρήγορα ακριβώς την ίδια μοίρα. Όπως κι εσύ. 

Ένα όμως λεπτό. Το πένθος θα είναι πάντα πένθος, αλλά δεν είναι όλα τα πένθη ίδια. Πόσο αγάπησες και αγαπήθηκες απ’ τον νεκρό; Ήσουν τόσο τυχερός ώστε πολύ να αγαπήσεις και πολύ να αγαπηθείς; Τίποτα δεν είναι δωρεάν. Τώρα δυστυχώς θα χρειαστεί να καταβάλεις το τίμημα για αυτήν την ευλογία. Τώρα δυστυχώς ό,τι ήταν αγάπη θα μετατραπεί σε ίσης έντασης οδύνη. Τώρα παράλληλα όμως ευτυχώς αυτός ο μετασχηματισμός του συναισθήματος δεν παύει στον πυρήνα του να φέρει τα βασικά συστατικά της αγάπης. Είναι αφόρητο να νιώθεις τόσο πολύ, αλλά τουλάχιστον είσαι γεμάτος και όχι κενός, ολόθερμος και όχι παγωμένος, συντετριμμένος μα όχι καταστατικά μόνος. 

Αν πάλι έχεις ζήσει εκτός αυτής της επικράτειας, ή έστω κάπου παράπλευρά της, πάλι θα τον πενθήσεις τον δικό σου άνθρωπο, πάλι θα ραγίσεις, πάλι θα έρθεις φάτσα με φάτσα με την άβυσσο. Αλλά με έναν τρόπο που θα σε γεμίσει λιγότερο, θα σε απελπίσει λιγότερο, θα σε ζεστάνει λιγότερο. Δεν στερείσαι από εδώ και εμπρός. Έχεις στερηθεί από παλιά. Βασικά δεν ξέρεις καν πώς είναι. Δεν το επέτρεψες εσύ, δεν στο επέτρεψαν, μπερδεύτηκε κάπου το πράγμα στη μεταξύ σας σχέση, τι σημασία έχει πια;

Όταν πενθείς για έναν άνθρωπο που σε αγάπησε και τον αγάπησες πολύ, η δική του ομορφιά, η δική σου ομορφιά, η ομορφιά της αγάπης σας, η ομορφιά της οδύνης σου, γίνονται ένα αξεχώριστο ένα.