Μπορεί ένα τυπικό μουσείο να αποκτήσει έναν πιο υβριδικό χαρακτήρα; Πώς μπορούν να αξιοποιηθούν οι ενδιάμεσοι χώροι ενός μουσείου; Υπάρχει χώρος για διάλογο ανάμεσα στη μοντέρνα και σύγχρονη τέχνη; Πώς μπορούμε να ενισχύσουμε τη δράση και την προβολή των σύγχρονων δημιουργών;
Αυτά είναι κάποια από τα βασικά ερωτήματα που εξετάζει το “Raw” του Ιδρύματος Β. & Μ. Θεοχαράκη, το εκθεσιακό, δηλαδή πρόγραμμα σύγχρονης τέχνης που εδώ και πλέον τέσσερα χρόνια έχει φανερώσει μία άλλη πλευρά του Ιδρύματος ενώ έχει εισχωρήσει για τα καλά μέσα του δίνοντας χώρο στις «σύγχρονες φωνές της Αθήνας, για να αρχίσει η συνομιλία», όπως μοιράζεται στο ελc η Μαρίνα Μήλιου Θεοχαράκη. Το πρόσωπο που βρίσκεται πίσω από το Raw, και που μετά από την πορεία της σε μουσεία στο Σικάγο και στην documenta βρίσκεται εδώ και οχτώ χρόνια στο Ίδρυμα Β. & Μ. Θεοχαράκη ανοίγοντας αυτόν τον δρόμο: με διαφορετικές εκθέσεις από αυτές που μας έχει συνηθίσει το Ίδρυμα. Τελικά το Raw έχει αποκτήσει μία σταθερή θέση, ταυτότητα, ένα μεγάλο κοινό ενώ έχει εξέλιξη, διάθεση για πειραματισμό και απ’ ό,τι φαίνεται μέλλον. Η Μαρίνα Μήλιου Θεοχαράκη μιλώντας για το Raw αναφέρει σχετικά: «Είναι σαν η τέχνη από έξω, από το πεζοδρόμιο, από την κοινωνία μας, από τους ανθρώπους της γενιάς μου να μπαίνει στο Ίδρυμα Β. & Μ. Θεοχαράκη και μετά κάπως ξαναβγαίνει, σαν ένας ζωντανός οργανισμός, ο οποίος μπαίνει στους τοίχους του μουσείου, τον γεμίζει και κάπως βρίσκει διεξόδους».
Αυτή τη στιγμή στο “Raw” του Ιδρύματος Β. & Μ. Θεοχαράκη παθαίνουμε “Vertigo” με την ομότιτλη έκθεση της Ναταλίας Μαντά και του Δημήτρη Ταμπάκη, σε επιμέλεια Φαίδρας Βασιλειάδου. Η Ναταλία Μαντά καταπιάνεται με διάφορα υλικά τα οποία συνδυάζει σε γλυπτικές δομές και μικρές ή μεγάλες εγκαταστάσεις και στην εικαστική της πρακτική χρησιμοποιεί σταθερά τον πηλό, καθώς και μέταλλο, γυαλί και κερί. Ο Δημήτρης Ταμπάκης τα τελευταία χρόνια δουλεύει με μέταλλα, κυρίως αλουμίνιο, το οποίο επεξεργάζεται σε φύλλα ή με διάφορες παραδοσιακές και αυτοσχέδιες τεχνικές χύτευσης ενώ στα φωτογραφικά έργα, τα οποία θεωρεί επίσης γλυπτά λόγω της αντανακλαστικότητας του υλικού, χρησιμοποιεί κασσίτερο και αλουμίνιο και εφαρμόζει τεχνικές χαρακτικής και μεταξοτυπίας. Κατά τη διάρκεια αυτών των διαδικασιών, όπως μοιράζεται στο ελc συχνά προκύπτουν αναπάντεχα αποτελέσματα, κυρίως επειδή τις περισσότερες τεχνικές τις έχει μάθει μόνος του, με μεγάλη βοήθεια από φίλους και συνεργάτες και αυτά τα «ατυχήματα» πλέον τα θεωρεί σημαντικά και τα έχει ενσωματώσει στην καλλιτεχνική του πρακτική.
Μας ξενάγησαν στην έκθεση, η οποία «εισχωρεί» με ένα εντυπωσιακό γλυπτό από το ισόγειο του Ιδρύματος και το οποίο ξεχωρίζει για πολλούς λόγους. Γιατί είναι ένα τεράστιο γλυπτό 16 μέτρων, το οποίο δημιουργήθηκε από κοινού με τα υλικά που δουλεύουν και οι δύο καλλιτέχνες. Απλώνεται στον χώρο του κλιμακοστασίου μέχρι την ταράτσα του κτηρίου. Το συναντάμε ανεβαίνοντας όλους τους ορόφους του Ιδρύματος με τα πόδια και όντως η θέασή του απ’ όποια οπτική γωνία το δούμε προκαλεί ακριβώς την ονομασία της έκθεσης, τον ίλιγγο. Είναι τόσο ενταγμένο σαν κομμάτι του χώρου που στιγμές δεν ξεχωρίζει ως έργο, σαν να είναι η ραχοκοκαλιά του κτηρίου. Μέχρι που βγαίνουμε στο μπαλκόνι του 5ου ορόφου, και στο οποίο λόγω της τοποθεσίας του Ιδρύματος, με ορίζοντα Παρθενώνα, Εθνικό Κήπο και Βουλή αποτελεί ξεχωριστή εμπειρία με τα γλυπτά του Δημήτρη Ταμπάκη και της Ναταλίας Μαντά.
Η Μαρίνα Μήλιου Θεοχαράκη, η Ναταλία Μαντά, ο Δημήτρης Ταμπάκης και η Φαίδρα Βασιλειάδου μας ξενάγησαν στην έκθεση “Vertigo”, μια ομάδα που πολύ τη χάρηκα αφού αντιλήφθηκα ένα δέσιμο, με πρώτο μέλημα τη δημιουργία και μια οικειότητα, αυτήν που αποκτάς με τους ανθρώπους, όταν έχεις κοπιάσει κι έχεις καταφέρει να προσπεράσεις όλα τα εμπόδια που φέρνει όχι μόνο ένα ομαδικό project αλλά και η ίδια η φύση του κτηρίου, ένα νεοκλασικό διατηρητέο, όπου δεν επιτρέπει παρεμβάσεις.
Extra tip: επειδή ο φωτισμός των έργων είναι κομμάτι του έργου, σας προτείνω να πάτε κατά τη δύση του ηλίου, ώστε να την πετύχετε οπωσδήποτε φωτισμένη, η Πέμπτη είναι ιδανική μέρα, αφού η έκθεση “Vertigo” είναι ανοιχτής έως τις 21:00 το βράδυ.

«Ο Δεσμώτης του Ιλίγγου» και η λέξη Vertigo πώς αποτυπώνεται στη δομή της έκθεσης;
Φαίδρα Βασιλειάδου: «Ο ίλιγγος – vertigo στα αγγλικά – ενσωματώνεται στην έκθεση ως ψυχολογική κατάσταση, και αποτυπώνεται χωροταξικά και νοηματικά στις δυο αφηγηματικές ενότητες που απαρτίζουν την έκθεση. Χαρτογραφεί την αστάθεια που αισθανόμαστε στη σύγχρονη πραγματικότητα, που συνδέεται συχνά με μια αίσθηση αποπροσανατολισμού ή χαοτικής αντίληψης των πραγμάτων που βιώνουμε. Με έναν τίτλο επηρεασμένο από το εμβληματικό φιλμ του Χίτσκοκ του 1958, «Ο Δεσμώτης του Ιλίγγου», ενδεχομένως να προκαταλάβει τον θεατή ότι σίγουρα θα αισθανθεί τον ίλιγγο που προκαλεί η ζαλάδα της σύγχρονης ζωής. Παρόλα αυτά, η συγκεκριμένη έκθεση φέρνει στην επιφάνεια όλους τους τρόπους και τα εργαλεία που μπορεί να αποκτήσει ο άνθρωπος προκειμένου να ισορροπήσει απέναντι στον ψυχολογικό ίλιγγο-άλλωστε τα πράγματα γύρω μας διαμορφώνονται από την οπτική που έχουμε εμείς για αυτά.
Η αλληλεγγύη, η κατανόηση, το να συναντήσουμε ο ένας τον άλλον στα μέσα της διαδρομής, η συλλογικότητα, η ειλικρίνεια και το θάρρος που χρειαζόμαστε να βλέπουμε τους εαυτούς μας με συγχώρεση και συμπόνια, είναι μερικοί από τους τρόπους που αυτή η έκθεση αντιπροτείνει απέναντι στη ζαλισμένη πραγματικότητα που βιώνουμε. Η μεταμόρφωση, η αναγέννηση και η ολοκλήρωση, το διαγενεακό τραύμα, το πένθος και η απώλεια ως πνευματικές εμπειρίες κάθαρσης και μετάβασης, είναι ζητήματα που αυτή η έκθεση επιθυμεί να κουβεντιάσει. Η ενδοσκόπηση του εαυτού και η αυτοεξέταση, ως μορφές ίασης».


Το in situ γλυπτό “Spine” σαν ένας “gate keeper” στη βιωματική εμπειρία του ιλίγγου – Η διαδρομή του “Vertigo”
Φαίδρα Βασιλειάδου: «Ξεκινώντας από τη γλώσσα του Ιδρύματος, τον ισόγειο χώρο, ο επισκέπτης συναντά το γλυπτό της Μαντά ως ένας “gate keeper” που καλωσορίζει τον επισκέπτη στη βιωματική εμπειρία του ιλίγγου. Πίσω από το γλυπτό της, η πρώτη μεταξοτυπία του Ταμπάκη κάνει μια εισαγωγή στη βαθιά ενδοσκόπηση που σύντομα θα συναντήσει.
Ο ίλιγγος ξεκινά μέσα από το in situ γλυπτό Spine που από κοινού δημιούργησαν οι Μαντά και Ταμπάκης, το οποίο βρίσκεται στο κλιμακοστάσιο του Ιδρύματος και διατρέχει τους τέσσερις ορόφους του. Πρόκειται για μία κάθετη μεγάλων διαστάσεων γλυπτική εγκατάσταση από κεραμικά γλυπτά της Μαντά που αγκαλιάζεται σπονδυλωτά από μεταλλικές γλυπτικές προσθήκες του Ταμπάκη. Ο θεατής το βιώνει, είτε κατά την άνοδο είτε κατά την κάθοδο της περιήγησής του στους ορόφους, έχοντας διαφορετική κάθε φορά εμπειρία και θέαση του ιλίγγου που προκύπτει. Το Spine αναπτύσσεται ως σπονδυλική στήλη στο κλιμακοστάσιο των τεσσάρων ορόφων που καταλήγει σε έναν γλυπτικό αυχένα στην πυραμίδα του τετάρτου. Εκεί διασταυρώνεται με τα πορτρέτα του Δημήτρη, ώστε να γίνει μια απότομη βουτιά στα ζητήματα που απασχολούν τα επόμενα έργα της έκθεσης – την αυτοεξέταση ως ίαση, την τέχνη του καλού αποχαιρετισμού ως εμπειρία μετάβασης και ολοκλήρωσης.
Ανεβαίνοντας στη δεύτερη ενότητα της έκθεσης, που απλώνεται στο μπαλκόνι του πέμπτου ορόφου, συναντάμε τις εσωτερικές διεργασίες αυτοεξέτασης προκειμένου να απεγκλωβιστούμε από τον προσωπικό, ψυχολογικό ίλιγγο.
Εκεί μας υποδέχονται οι τρεις κυανοτυπίες της Ναταλίας, τα «φαντάσματα», τοποθετημένες στο εσωτερικό των παραθύρων αλλά με θέαση από τον εξωτερικό χώρο. Με φως που τις λούζει ανοδικά, οι κυανοτυπίες της μεταφέρουν το άυλο στο υλικό, την αρχιτεκτονική της μνήμης ως βαθύ κομμάτι του ερπετικού μας εγκεφάλου και του υποσυνείδητου νου. Με λεπτεπίλεπτες κεραμικές χειρονομίες ραμμένες πάνω στο βαμβακερό ύφασμα, η Μαντά καταφέρνει να δώσει σάρκα και οστά σε μια μνήμη που χάνεται και σβήνει, ώστε συνέχεια να την επαναφέρει και να την κρατάει ζωντανή.
Ζωντανά στέκονται τα επόμενα τρία γλυπτά του Ταμπάκη, χυτά αλουμίνια με ακροφοβικές τάσεις, τοποθετημένα να υποδεικνύουν την εσωτερική ισορροπία μπροστά στον φόβο του υπαρξιακού κενού.
Τέλος, την έκθεση αποχαιρετά ένα μικρό σκάμμα με γλυπτά της Μαντά που αναγεννούνται από το χώμα. Τα τελευταία γλυπτά, και των δύο καλλιτεχνών, με θέα το χαώδες κέντρο της πόλης αλλά και εσκεμμένα τοποθετημένα πιο κοντά στον ουρανό, αποχαιρετούν τον επισκέπτη με την προτροπή να αντικρίσει τον προσωπικό του ίλιγγο με θάρρος και τόλμη προς μια εμπειρία μεταμορφωτική».


Δύο καλλιτέχνες σε μία έκθεση – Ο Δημήτρης Ταμπάκης και η Ναταλία Μαντά μιλούν για την καλλιτεχνική σύμπραξη του Vertigo
Δημήτρης Ταμπάκης: «Θα έλεγα ότι οι συνεργασίες είναι από τα πιο σημαντικά στοιχεία στον καλλιτεχνικό χώρο, να μάθουμε να διαχειριζόμαστε το εγώ μας και να αντιληφθούμε τη δύναμη ενός πρότζεκτ που αποτελείται από διαφορετικά μυαλά και δυναμικές σε πολλαπλά επίπεδα. Κάπως έτσι δούλεψε και στην περίπτωσή μας, μέρα με τη μέρα βλέπαμε με ενθουσιασμό πώς το ένα έργο συμπλήρωνε το άλλο, δημιουργώντας μια ενιαία και πολυεπίπεδη αφήγηση. Η συνεργασία μας ξεκίνησε από την επιμελήτρια, Φαίδρα Βασιλειάδου, η οποία, μαζί με την ομάδα RAW, δημιούργησαν ένα περιβάλλον εμπιστοσύνης που μας επέτρεψε να συνεργαστούμε ελεύθερα και να αναπτύξουμε νέα έργα. Είναι πολύ σημαντικό σε κάθε συνεργασία να καταλαβαίνουμε ότι όλοι βάζουν το καλύτερο κομμάτι τους για να δημιουργηθεί η συνολική εμπειρία της έκθεσης, και θεωρώ ότι ήμασταν πολύ τυχεροί που βρεθήκαμε σε μια τέτοια συνθήκη.
Με τη Ναταλία γνωριζόμαστε χρόνια και, μέσα από συζητήσεις και παρατηρήσεις της δουλειάς ο ένας του άλλου, αρχίσαμε να συνεργαζόμαστε έχοντας μια ξεκάθαρη εικόνα για την κατεύθυνση του καθενός. Η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίσαμε ήταν η από κοινού δημιουργία του κεντρικού έργου της έκθεσης, το οποίο και αποτέλεσε τη ραχοκοκαλιά της. Τα στάδια του έργου αυτού, νομίζω, απαντούν καλύτερα στο ερώτημα της συνεργασίας.
Λόγω του μεγέθους του (16 μέτρα), αναγκαστήκαμε να δομήσουμε τα τμήματά του εξ αποστάσεως, χωρίς να μπορούμε να το δούμε έτοιμο μέχρι την εγκατάσταση. Κατά τη διάρκεια της εγκατάστασης, ξεκινήσαμε να βλέπουμε το έργο να συντίθεται για πρώτη φορά, και τότε συνειδητοποιήσαμε πραγματικά την κλίμακα και τη μορφή του. Πιστεύω ότι εκείνες οι ημέρες συναρμολόγησης προσφέρουν την καλύτερη εικόνα της συνεργασίας μας, και όταν λέω “μας”, αναφέρομαι σε όλη την ομάδα. Τα διάφορα μέρη του γλυπτού ισορροπούν μεταξύ τους, και η μορφή τους επηρεάζει τη συνολική δομή του έργου. Ο καθένας μας έβρισκε χώρο για το έργο του άλλου, με κοινό στόχο και όχι απλώς μεμονωμένες συνεισφορές».

Ναταλία Μαντά: «Ολοένα και περισσότερο βλέπουμε τη συνεργασία καλλιτεχνών, είτε ως καλλιτεχνικά ντουέτα είτε ως κολεκτίβες, να παίρνουν μέρος σε εκθέσεις, εκδόσεις, αναθέσεις και άλλες δράσεις. Αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο, συνέβαινε από πάντα, δεκαετίες πριν, και πιστεύω πως αποτελεί φυσική τάση και μέρος της εικαστικής πρακτικής. Έννοιες όπως: η τελετουργία και το παιχνίδι εδράζονται σε αυτή τη διάσταση της τέχνης. Ιδιαίτερα σε ένα επάγγελμα όπως αυτό, πολλές φορές η παραγωγή έργων στο στούντιο καθώς και η έρευνα γύρω από τα έργα αποτελούν πολύ μοναχικές διαδικασίες, ενδοσκόπησης και αυτοσυγκέντρωσης. Έτσι, έχουμε το αρχετυπικό μοντέλο του καλλιτέχνη που συνδιαλέγεται με τον εαυτό του και με την πραγματικότητα, με μια σχέση προσωπική που εκπορεύεται από εκείνον και τις αντιλήψεις του.
Στην περίπτωση της συνεργασίας δύο ή περισσότερων καλλιτεχνών, τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Για μένα αποτελεί μια πολύτιμη συνθήκη, που συγκροτείται από στοιχειά πηγαίου ενθουσιασμού και μοιράσματος και στοιχειοθετεί σχεδόν ένα μανιφέστο γύρω από τη δύναμη της τέχνης. Αυτή δεν είναι ένας εύκολος σχηματισμός και σίγουρα δεν είναι για όλους. Πιστεύω πως η πετυχημένη συνέργεια σε ένα καλλιτεχνικό duo, έχει να κάνει πολύ και τη χημεία μεταξύ των καλλιτεχνών, την επικοινωνία και τον αλληλοσεβασμό. Αποτελεί μια πραγματικά στενή και πνευματική σχέση, που χτίζεται μέσα από τις αφηγήσεις των υλικών, που μας προσκαλούν να τα αφουγκραστούμε ενδελεχώς. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο καλούμαστε να βγούμε από τον εαυτό μας, να ξεβολευτούμε, να δοκιμάσουμε υλικά και τρόπους με τους οποίους ίσως ποτέ να μην καταπιανόμασταν αν δεν υπήρχε αυτός ο καλλιτεχνικός διάλογος.
Από τη μια, ενδεχομένως μπορεί βρεθούν δυσκολίες σε θέματα επικοινωνίας, πρακτικά ή διαφορές μεταξύ απόψεων που κάθε φορά, θα πρέπει να αναλυθούν και να συζητηθούν. Από την άλλη, η αλληλοσυμπλήρωση, η ανακάλυψη και η αλληλεγγύη που προκύπτει από μια τέτοια συνθήκη είναι κάτι το φοβερό! Για μένα, ήταν και είναι μια πολύτιμη εμπειρία που ενημερώνει την πρακτική μου καθώς και εμένα την ίδια ως άνθρωπο, με έναν τρόπο μοναδικό. Στη συγκεκριμένη συνθήκη, της συνεργασίας μας με τον Δημήτρη Ταμπάκη πέραν του αλληλοσεβασμού που έχουμε μεταξύ μας, θεωρώ κομβικής σημασίας την ενορχήστρωση της επιμελήτριάς μας Φαίδρας Βασιλειάδου, όπου χωρίς το όραμα της τίποτε δεν θα ήταν το ίδιο».

Πώς έρχονται σε διάλογο τα έργα των Ναταλία Μαντά και Δημήτρη Ταμπάκη;
Φαίδρα Βασιλειάδου: «Οι Μαντά και Ταμπάκης, δυο καλλιτέχνες με φαινομενικά υλικές αντιθέσεις δημιουργούν ένα ποιητικό αφήγημα, παραμένοντας πιστοί στο υλικό τους και ξεπερνούν τις νοηματικές προσεγγίσεις τους με το να ρισκάρουν να εμβαθύνουν σε ψυχαναλυτικό επίπεδο στην πρακτική τους, παρουσιάζοντας μια απόλυτα ολοκληρωμένη και συμπυκνωμένη νέα εικαστική παραγωγή. Μαζί, αλλά και χωριστά. Από το συνεργατικό in situ έργο που δημιούργησαν, μέχρι τις προσωπικές γλυπτικές χειρονομίες τους που απλώνονται σπονδυλωτά σε όλο το αφήγημα της έκθεσης, όχι μόνο συνομιλούν αλλά συμπορεύονται, με σεβασμό και χώρο ο ένας για τον άλλον. Θα μπορούσα με σιγουριά να πω, πως να τους παρακολουθώ να προσεγγίζουν το υλικό τους και την πρακτική τους με τόση αφοσίωση και επαγγελματισμό, τόσο μαζί όσο και χώρια, ήταν και παραμένει μία από τις πιο ανταποδοτικές εμπειρίες που έχω βιώσει ως επιμελήτρια».

Από τον Scottie του Χίτσκοκ στο Vertigo … ανεβαίνοντας τη σκάλα του Ιδρύματος Β. & Μ. Θεοχαράκη
Ποια είναι τα χαρακτηριστικά των έργων σας και πώς αυτά διαλογίζονται μεταξύ τους σε σχέση και με τους χώρους του Ιδρύματος;
Δημήτρης Ταμπάκης: «Η αρχική συζήτηση με την ομάδα ξεκίνησε με την κατεύθυνση που μας έδωσε η Φαίδρα, βασισμένη στην ταινία Vertigo (1958) του Alfred Hitchcock. Στην ταινία, ο Scottie ξεπερνά την υψοφοβία του και ανεβαίνει τη σκάλα προς το καμπαναριό. Αυτές οι δύο σκηνές και η ίδια η παρουσία της σκάλας στο Ίδρυμα Θεοχαράκη αποτέλεσαν την αφετηρία για τα έργα στη σκάλα. Αυτή η αίσθηση του ιλίγγου μορφοποιήθηκε με το συνεργατικό έργο που κάναμε με τη Ναταλία, το μεγάλο γλυπτό που διαπερνά τη σκάλα και καταλήγει στην “καμπάνα” στο ψηλότερο σημείο της σκάλας. Το έργο αυτό αποτέλεσε το κεντρικό στοιχείο της έκθεσης και είχε μια βαθιά συνεργατική διάσταση, καθώς οι διαφορετικές μας προσεγγίσεις και τεχνικές συνεργάστηκαν για να δημιουργήσουν κάτι ενιαίο και συνθετικό αλλάζοντας την εμπειρία σε ένα μεταβατικό χώρο ενός κτιρίου σε κάτι αφηγηματικό.
Κατά τη διάρκεια της ανάβασης της σκάλας τοποθέτησα τρία πορτρέτα που εστιάζουν στο vertigo που βιώνει το άτομο της στιγμής της απώλειας και τη σημασία της κοινής αυτής εμπειρίας. Χαρακτηριστικό αυτών των έργων είναι η σχέση τους με το φως, είναι λευκή μεταξοτυπία πάνω σε αλουμίνιο και αυτό τους δίνει τη δυνατότητα να αλλάζουν ανάλογα με τη θέση του θεατή λόγο της αντανακλαστικότητας του υλικού.
Η έκθεση συνεχίζει στον ανοιχτό χώρο της ταράτσας του Ιδρύματος. Τα γλυπτά που τοποθετηθηκαν κυκλικά στο άνοιγμα είναι μια συνέχεια της δουλειάς μου γύρω από την L’appel du Vide / την έλξη που νιώθουμε στο χείλος του γκρεμού. Η πρόκληση του να στήσω έργα σε έναν ανοιχτό χώρο χωρίς να επέμβω στο διατηρητέο ιστορικό κτίριο με βοήθησε να εργαστώ εσκεμμένα με την προοπτική και την οπτική του κάθε έργου, τοποθετώντας τα γλυπτά σε απρόσμενα σημεία για να ενθαρρύνω τους θεατές να τα παρατηρήσουν από διαφορετικές θέσεις, προκαλώντας μια αλλαγή στο σώμα και την προοπτική τους και φέρνοντας την αίσθηση της σταθερότητας σε ένα φαινομενικά ανασφαλές σημείο. Η κλασικότητα του κτιρίου αλλά και της ευρύτερης περιοχής με ώθησε στο να φέρω μια αντίθεση με γλυπτά που έχουν κάτι το πρωτόγονο και το ανοίκειο».

Ναταλία Μαντά: «Τα έργα μου χαρακτηρίζονται συνήθως από μια έντονη σωματικότητα, λόγω του κεραμικού υλικού που χρησιμοποιώ και των χειρονομιών που συμβαίνουν χειρώνακτα. Παρατηρώντας και προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσω στοιχεία της δουλειάς μου, θα έλεγα πως τα έργα μου συγκροτούνται μεταξύ αντιθέσεων και υλικών νύξεων/ εντάσεων. Έτσι σε αντιπαραβολή με το κεραμικό και το κερί από τα οποία είναι φτιαγμένα τα έργα, έχουμε το γυαλί, το βαμβακερό ύφασμα και ίχνη πάνω σε φωτοευαίσθητες επιφάνειες. Από την ύλη στο κενό, από την παρουσία στην απουσία, αυτά είναι περάσματα τα οποία με ενδιαφέρουν πολύ.
Στο ισόγειο του κτιρίου του Ιδρύματος Β. & Μ. Θεοχαράκη, στην είσοδο της έκθεσης, βρίσκεται ένα κεραμικό λευκό γλυπτό, το οποίο μεταξύ μας ονομάζουμε ως “gatekeeper”. Αυτό το γλυπτό είναι μέρος μιας ευρύτερης σειράς έργων μου με τίτλο “UNDER OUR BONES” στην οποία εξερευνώ τα ενδεχόμενα νέων ανατομιών, ανθρώπινων ή μη/ μέτα ανθρώπινων. Η υβριδική τους ανατομία τα εκτοξεύει σε κάτι φουτουριστικό, που μπορούμε να πούμε πως ανήκει περισσότερο στην επιστημονική φαντασία παρά στην αρχαιολογία. Συζητώντας αναλυτικά αυτές τις έννοιες με τον Δημήτρη και τη Φαίδρα συναρμολογήθηκε αυτή η ενότητα έργων που μαζί με τα έργα του Δημήτρη, χορογραφούν και χαρτογραφούν το αίσθημα του Ιλίγγου.
Η τοποθέτηση των έργων στον χώρο, ήταν κάτι που μας απασχόλησε από πολύ νωρίς και η τελική σύνθεση έγινε πολύ συνειδητά, ομαδικά και αβίαστα. Τα έργα διασπείρονται και εξαπλώνονται κατακόρυφα στο κτίριο, ξεκινώντας από το ισόγειο και καταλήγοντας στην ταράτσα, διαγράφοντας την πορεία ενός νοητού σώματος, διευρυμένου και αποσυναρμολογημένου. Πολύ σημαντικό στο αφήγημά μας, είναι το κεντρικό έργο της έκθεσης με τίτλο “SPINE”, το οποίο είναι ένα κοινό έργο που συναρμολογήσαμε και συνθέσαμε μαζί με τον Δημήτρη. Αυτή η κατακόρυφη σπονδυλική στήλη, πλασμένη από τα υλικά και των δυο: αλουμίνιο, κεραμικό, κερί, συρματόσχοινο είναι ίσως το ορόσημο του Ιλίγγου που προσκαλεί τους θεατές στην εμπειρία της ακροβασίας και της ανάτασης».


Η Μαρίνα Μήλιου Θεοχαράκη μιλάει για τη σύγχρονη σειρά εκθέσεων Raw
«Το εκθεσιακό πρόγραμμα σύγχρονης τέχνης Raw ξεκίνησε σαν ιδέα πριν από 4 χρόνια, στην καρδιά του Ιδρύματος Β. & Μ. Θεοχαράκη, και από τότε αναπτύσσεται με σημαντικούς ρυθμούς, τόσο μέσα στο μουσείο όσο και εκτός αυτού, καθώς ήδη έχει παρουσιάσει εννέα εκθέσεις.
Ουσιαστικά, το Raw ξεκίνησε λόγω της επιθυμίας μου να διανθίσω το εκθεσιακό πρόγραμμα του Ιδρύματος με τη σύγχρονη τέχνη της αθηναϊκής καλλιτεχνικής σκηνής. Ωστόσο, παρά το ενδιαφέρον που συγκέντρωσε η ιδέα της σύγκλισης μοντέρνας και σύγχρονης τέχνης, οι διαθέσιμοι εκθεσιακοί χώροι του μουσείου ήταν περιορισμένοι και ενώ αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί ένα σημαντικό εμπόδιο, εν τέλει λειτούργησε υπέρ μας, καθώς έτσι σκεφτήκαμε να αξιοποιήσουμε τους μη εκθεσιακούς χώρους του μουσείου. Μέσα από την αξιοποίηση των ενδιάμεσων χώρων του Ιδρύματος το Raw δίνει «χώρο» και «φωνή» στη σύγχρονη τέχνη και τους σύγχρονους δημιουργούς.
Πώς, όμως, το επιτυγχάνουμε αυτό; Σε κάθε πολιτιστική σεζόν προσκαλούμε έναν επιμελητή/τρια, ο οποίος/α φέρνει μια εκθεσιακή πρόταση που περιλαμβάνει καλλιτέχνες με τους οποίους θα ήθελε να συνεργαστεί. Εν συνεχεία, μέσα από ένα διαρκή διάλογο με τον/την επιμελητή/τρια και τον/την καλλιτέχνη/χνιδα συνδιαμορφώνουμε την τελική πρόταση και επιλέγουμε ποιοι ενδιάμεσοι χώροι μπορούν να υποστηρίξουν το αφήγημα της έκθεσης. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν την τωρινή έκθεση Vertigo, δεν είναι τυχαίο πως επιλέχθηκε ο χώρος του κλιμακοστασίου, καθώς λόγω της ελικοειδούς του κατεύθυνσης μπορεί να εκφράσει το αίσθημα του ιλίγγου, το οποίο πραγματεύεται εν μέρει η παρούσα έκθεση.
Στα πλαίσια αυτά, μέχρι στιγμής, έχουν αξιοποιηθεί χώροι όπως τα μπαλκόνια της πρόσοψης του Ιδρύματος, το κλιμακοστάσιο, το αμφιθέατρο και ο χώρος της υποδοχής του μουσείου. Ενώ, οι προαναφερθέντες χώροι διαρκώς εναλλάσσονται αυτός που αξιοποιείται πάντα είναι το μπαλκόνι του 5ου ορόφου, όχι μόνο λόγω των τετραγωνικών του, αλλά και των σημαντικών τοποσήμων που υπάρχουν τριγύρω, όπως ο Εθνικός Κήπος, ο Παρθενώνας, το Ελληνικό Κοινοβούλιο, τα οποία δημιουργούν σημαίνουσες συμπαραδηλώσεις σε σχέση με τα έργα που παρουσιάζονται κάθε φορά στο μπαλκόνι. Έτσι, όλο το μουσείο αντιμετωπίζεται σαν ένας ζωντανός οργανισμός, που διαρκώς αλλάζει και μεταβάλλεται, ανάλογα με την τέχνη που εισχωρεί σε αυτόν και τις συνεργασίες που δημιουργούνται.
Τα έργα της εκάστοτε έκθεσης, στην πλειονότητα τους, δεν προϋπάρχουν, αλλά δημιουργούνται κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας της έκθεσης. Από τα παραπάνω προκύπτει πως το Raw όχι μόνο δίνει τη δυνατότητα προβολής και ανάδειξης των σύγχρονων δημιουργών, αλλά δίνει και το έναυσμα για νέες καλλιτεχνικές παραγωγές και εκφράσεις».

Το “Raw” είναι η σειρά σύγχρονων εκθέσεων του Ιδρύματος Θεοχαράκη
Μαρίνα Μήλιου Θεοχαράκη: «Στην αρχή το εκθεσιακό πρόγραμμα του Raw δεν συνοδευόταν από κάποιο δημόσιο πρόγραμμα, ωστόσο στην πορεία παρατηρήσαμε πως ήταν αναγκαίο για να μπορέσουμε να φέρουμε τη σύγχρονη τέχνη κοντά στο κοινό του Ιδρύματος Β. & Μ. Θεοχαράκη, αλλά και να προσεγγίσουμε ένα ευρύτερο κοινό. Πλέον, ως απόρροια της παραπάνω σκέψης κάθε έκθεση συνοδεύεται από ποικίλες παράλληλες δράσεις που απευθύνονται σε ενήλικες, αλλά και σε παιδιά. Πέραν των διαδραστικών ξεναγήσεων, ενδεικτικά θα αναφέρω τις επισκέψεις που διοργανώνουμε στα εργαστήρια των εικαστικών, που έχουν σαν στόχο την εις βάθος κατανόηση της καλλιτεχνικής πρακτικής και των ιδεών τους, αλλά και τη δημιουργία μιας ουσιαστικής επαφής, που δεν μένει στην επιφανειακή προσέγγιση των εκθεμάτων.
Επίσης, προσπαθούμε να συμπεριλαμβάνουμε εκπαιδευτικά προγράμματα για παιδιά, τα οποία σχεδιάζονται και υλοποιούνται από τους καλλιτέχνες και τον/την επιμελητή/τρια. Παραδείγματος χάριν στην τρέχουσα έκθεση έχει σχεδιαστεί από τους αντίστοιχους συντελεστές το εκπαιδευτικό πρόγραμμα «Γλυπτά σε ισορροπία», για οικογένειες με παιδιά, του οποίου στόχος είναι γονείς και παιδιά να ανακαλύψουν τα υλικά μέσα και τη σκέψη πίσω από το συνεργατικό έργο τεραστίων διαστάσεων “Spine” και σε συνεργασία, μέσα από τον πειραματισμό, να φτιάξουν το δικό τους έργο.
Σκοπός όλων των προγραμμάτων, είναι να φέρουμε τον επισκέπτη είτε μικρό είτε μεγάλο κοντά στο έργο, τον καλλιτέχνη και τον επιμελητή και να δώσουμε το έναυσμα για να δημιουργηθεί μια σχέση αμοιβαίας συνδιαλλαγής και ανταλλαγής απόψεων. Όσον αφορά στη συμπερίληψη ατόμων με αναπηρία, δεν είναι πάντα εφικτή η επίσκεψή τους στην έκθεση, κάτι το οποίο εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το ότι οι χώροι που αξιοποιούνται δεν είναι εύκολα προσεγγίσιμοι / προσβάσιμοι. Το ζήτημα της προσβασιμότητας είναι βαρύνουσας σημασίας, όχι μόνο για το project του Raw, αλλά και για όλες τις δραστηριότητες του μουσείου. Υπάρχουν αρκετές ελλείψεις, για τις οποίες έχουμε ξεκινήσει σταδιακά να μεριμνούμε και ευελπιστώ μέσα στα επόμενα χρόνια να είμαστε ένα μουσείο πιο ανοιχτό και προσβάσιμο σε άτομα με αναπηρία».

Ποιες είναι οι συνθήκες στην Ελλάδα στις οποίες μπορείτε να δημιουργείτε;
Ναταλία Μαντά: «Πιστεύω πως η Ελλάδα είναι μια κατάλληλη βάση για έναν σύγχρονο καλλιτέχνη. Το οικονομικό κόστος ζωής και παραγωγής έργων, ο ήπιος καιρός, η υψηλή ποιότητα των πρωτογενών υλικών είναι παράγοντες που βοηθούν στη διαμονή και δημιουργία καλλιτεχνικού έργου στην Ελλάδα. Παρόλα αυτά η οικονομική στήριξη των καλλιτεχνών είναι ελάχιστη αναλογικά με το πλήθος των καλλιτεχνών που ενεργοποιούνται σήμερα στην Ελλάδα. Λόγω αυτού, τις περισσότερες φορές οι αυτοδημιούργητοι καλλιτέχνες χωρίς οικονομικό υπόβαθρο, αναγκαζόμαστε να δουλεύουμε δυο, οι τρεις δουλειές ταυτόχρονα (κάποιες από αυτές εντελώς εκτός αντικείμενου) ώστε να βιοποριστούμε.
Ακόμη και established καλλιτέχνες δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν στα καθημερινά έξοδα και ιδιαίτερα στις απαιτήσεις παραγωγής, όπως στη γλυπτική που είναι απαραίτητα τα υλικά, το στούντιο, ο εξοπλισμός κ.ά.. Για παράδειγμα, πολλοί καλλιτέχνες διορίζονται ως εκπαιδευτικοί στο δημόσιο ώστε να έχουν οικονομική σταθερότητα, χωρίς να είναι αυτό μια συνθήκη που θα επέλεγαν υπό άλλες συνθήκες. Η οικονομική αστάθεια, και η πολυπλοκότητα των απαιτήσεων που έχουμε να διαχειριστούμε κατά μεγάλο βαθμό αποθαρρύνει πολλούς αξιόλογους καλλιτέχνες να συνεχίσουν το επάγγελμα και αποσύρονται από τον χώρο. Η παραίτηση, το άγχος και η τοξικότητα που ως αναπόφευκτο παράγεται από την αγωνιά είναι μερικά από τα θέματα που βρίσκονται συνεχώς στις συζητήσεις της καλλιτεχνικής κοινότητας. Όλα τα παραπάνω μας δείχνουν, πως καθόλου εύκολες δεν είναι οι συνθήκες για να δημιουργεί και να ζει κανείς από την τέχνη του, σήμερα, στην Ελλάδα».
Δημήτρης Ταμπάκης: «Η συνθήκη αυτή απαιτεί επιμονή. Για να μπορείς να δημιουργείς έργα και να τα εξελίσσεις, χρειάζεται να συνδυάζεις πρωινή δουλειά (πολύ συχνά άσχετη με το έργο), κυνήγι χρηματοδοτήσεων που σε αυτή τη χώρα σπάνια φτάνουν για όλους, παρουσία στα social media, εγκαίνια κλπ, η διαχείριση των λογιστικών σου και ό,τι άλλο προκύψει. Αν και από έξω μπορεί να μην είναι πάντα εμφανές, το να έχεις καλλιτεχνική πρακτική στην Ελλάδα είναι από τις πιο απαιτητικές δουλειές. Στην καθημερινότητά μου, δουλεύω κυρίως στο στούντιό μου, ωστόσο για συγκεκριμένες τεχνικές επισκέπτομαι τα στούντιο φίλων ή μικρούς κατασκευαστές. Όλα αυτά, όμως, δεν θα ήταν δυνατά χωρίς την αλληλεγγύη και τους δημιουργικούς κύκλους που στηρίζονται αμοιβαία».

Αν ένα έργο σου θα μπορούσε να εκτεθεί δημόσια στην Αθήνα, ποιο σημείο θα διάλεγες;
Δημήτρης Ταμπάκης: «Θα ήθελα να δω ένα έργο σε ένα από τα κρυφά σημεία της Αθήνας που συναντάς τυχαία. Ένα έργο σε μια βιτρίνα σε μια απ’ τις στοές γύρω από την πλατεία Κλαυθμώνος ή ένα έργο μέσα στη δεξαμενή του Αδριάνειου Υδραγωγείου ή κάποιο μεγάλο έργο στην οροφή ενός ιστορικού κτιρίου όπως στο Ίδρυμα Β. & Μ. Θεοχαράκη που μόνο τυχαία βλέποντας προς τα πάνω μπορείς να συναντήσεις. To έργο μάλλον θα ήταν μια κανονικού μεγέθους σαρκοφάγος από αλουμίνιο γυαλισμένη. Ένα περιγραφικό έργο γύρω από το vanity που φαντασιώνομαι αρκετά χρόνια».
Ναταλία Μαντά: «Πιστεύω πολύ στη δημόσια τέχνη, που βρίσκεται σε κοινή θέα και είναι προσβάσιμη σε όλους, όλες τις ώρες. Αν είχα να επιλέξω ένα σημείο για να εκθέσω κάποιο έργο μου δημόσια στην Αθήνα θα ήταν μέσα στις υπόγειες σήραγγες του μετρό. Αρκετά χρόνια τώρα, φαντάζομαι φωτιζόμενα έργα και χειρονομίες να διατρέχουν όλες τις σήραγγες του μετρό. Και αυτό είναι κάτι που μου συμβαίνει σχεδόν “οραματικά” γιατί χρησιμοποιώ πολύ τα μέσα και πάντα κοιτάζω έξω όπως όλοι τον γκριζωπό “θόρυβο της εικόνας” που παράγεται στα παράθυρα του τρένου που κινείται. Αυτές οι στιγμές αναμονής από στάση σε στάση, αποτελούν για μένα παύσεις μέσα στην ταχύτητα του τρένου, αλλά και της πραγματικότητας. Φαντάζομαι, λοιπόν, μεγάλες φωτιζόμενες χειρονομίες να διατρέχουν το ιπποδάμειο σύστημα της Αθήνας, μέσα στις σκοτεινές σήραγγες, σαν ηλεκτροφόρα ευρήματα που ακόμη δεν έχουν ανακαλυφθεί από τους αρχαιολόγους, που ρηγματώνουν τη γη και μεταφέρουν ως υπόγειο δίκτυο πληροφορίες και μηνύματα».

Τι φαντάζεσαι για τους αρχαιολόγους του μέλλοντος; Τι θα ανακάλυπταν αν εξερευνούσαν την εικαστική Αθήνα του σήμερα;
Μαρίνα Μήλιου Θεοχαράκη: «Αν οι αρχαιολόγοι του μέλλοντος εξερευνούσαν την εικαστική Αθήνα του σήμερα, θα ανακάλυπταν μια πόλη γεμάτη δυναμισμό και αντιφάσεις. Μέσα από τα έργα τέχνης, θα αντλούσαν μια εικόνα μιας εποχής που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην κληρονομιά του παρελθόντος και τις προκλήσεις του μέλλοντος. Οι καλλιτέχνες της Αθήνας του σήμερα αγγίζουν τα βαθιά κοινωνικά, πολιτικά και περιβαλλοντικά ζητήματα, αλλά και την απομόνωση του ατόμου, σε έναν κόσμο που αλλάζει διαρκώς.
Η σύγχρονη εικαστική σκηνή της Αθήνας θα τους φανέρωνε μια πόλη που τολμά να γυρίσει στην υλικότητα, αλλά και να την αμφισβητήσει, αποτυπώνοντας τη συναισθηματική ένταση, καθώς εξερευνά την αναζήτηση νοήματος. Μέσα από τις τολμηρές μορφές έκφρασης, η τέχνη θα τους έδινε μια αίσθηση της δημιουργικής εσωτερικότητας, που χαρακτηρίζει αυτή την εποχή. Θα βρουν μια Αθήνα που, παρά τις αντιφάσεις της, παραμένει ζωντανή και γεμάτη πάθος για δημιουργία, με έργα που φωτίζουν τις ανησυχίες, τις ελπίδες και τις τρυφερές στιγμές των ανθρώπων της».

Φαίδρα Βασιλειάδου: «Η εικαστική Αθήνα του σήμερα, τόσο πλούσια σε περιεχόμενο, αποτελεί μια μεγάλη πρόκληση για τους εργαζόμενούς της. Ποικιλόμορφη, ελεύθερη αλλά και εξαρτημένη, για τους λίγους άλλα και για τους πολλούς όταν το θέλει, με μικρές πίτες χρηματοδοτήσεων και πολλούς πεινασμένους, πολεμοχαρείς αλλά και αλληλέγγυους με μικρές αχτίδες φωτός, του ύψους ή του βάθους, συμπυκνωμένη σε νόημα τις περισσότερες φορές αλλά και κενή περιεχομένου κάποιες άλλες, με χώρους που σφύζουν από ζωή αλλά και από μοναξιά μαζί – η εικαστική Αθήνα έχει τις μεγάλες αντιθέσεις που έχει και η ίδια η πόλη.
Προσωπικά, από την εμπειρία μου τόσο σε θεσμικό όσο και σε ανεξάρτητο πλαίσιο, στην εικαστική κοινότητα χρειαζόμαστε όλοι και χωράμε και όλοι. Ακόμη και αν είναι μια συνθήκη love to hate κάποιες φορές, είναι αυτή που φέρνει στον δρόμο μας ανθρώπους που εκπέμπουμε στις ίδιες συχνότητες, ανθρώπους με όραμα και ειλικρινές ενδιαφέρον για το αντικείμενό τους, που μπορούμε να μοιραστούμε ιδέες σε ένα κοινό έδαφος σεβασμού και κατανόησης».

Ναταλία Μαντά: «Πολλά από τα σύγχρονα έργα δημιουργούνται με υλικά, τα οποία δεν αντέχουν στον χρόνο. Έχουμε πολύ σημαντικά σύγχρονα έργα δημιουργημένα ψηφιακά, μέσω βίντεο, φωτογραφιών και σχεδίων. Επίσης, αρκετά από μη βιοδιασπώμενα υλικά, που δυστυχώς μένουν στον χρόνο, όπως το πλαστικό, τα ρητινούχα μείγματα, ο πολυεστέρας, το plexiglas. Σταδιακά αισθάνομαι πως κάποιοι επανερχόμαστε σε μια οικολογία των υλικών χρησιμοποιώντας ξανά χαρτί, ύφασμα, χώμα, κερί ή καθαρά μέταλλα. Σίγουρα οι αρχαιολόγοι του μέλλοντος θα ανακάλυπταν πολλά ίχνη έργων καθώς και πολλά ακαθόριστα πλαστικά μέρη και θα καλούνταν να ανασυνθέσουν το αφήγημα ενός πολιτισμού σε κρίση ή μεταμόρφωση, που ταλαντεύεται ανάμεσα στην εμφάνιση και την εξαφάνιση».
Δημήτρης Ταμπάκης: «Σίγουρα όσον αφορά στην υλικότητα θα βρουν τη μεγαλύτερη ποικιλία υλικών και τεχνικών συγκριτικά με τις προηγούμενες δεκαετίες, με references απ’ όλη την ιστορία τέχνης (δεδομένου το ότι είμαστε σε μια δεκαετία που όλα είναι προσβάσιμα και τα ερεθίσματα είναι άπειρα στην κυριολεξία), έργα από συνεργασίες με επιστημονικές μελέτες, ένα τεράστιο data entry απο ψηφιακά έργα, έργα που μοιάζουν με ψευτοαρχαιολογία εστιάζοντας σε διαφορετικές ερμηνείες της ιστορίας ή τελείως απόκοσμα που έχουν δημιουργηθεί με βάση έναν τεχνητό κόσμο».


