Τέλη της δεκαετίας του ’90 ανακοινώσαμε με την Ελένη ότι θα παντρευτούμε. Αρραβώνα δεν κάναμε και ξεκινήσαμε αμέσως τις προετοιμασίες για τον γάμο. Μαζί με τις προετοιμασίες ξεκίνησε και η περιφορά μας στα σόγια. Ντυνόμουν κλαρινογαμπρός και με περιέφεραν τα πεθερικά μου στους στενούς συγγενείς τους. Κάτι ανάλογο έκαναν και οι δικοί μου στην Ελένη. Μία σου και μία μου. Σε μια τέτοια συνάντηση γνώρισα και τη θεία Κική, η οποία ένεκα ότι πλησίαζε Πάσχα, μας παρότρυνε να πάμε στο σπίτι της στην Κέρκυρα.
-Να πάτε στην Κέρκυρα, να σας δει και ο παππούς Στέφανος.
Μεγάλη Πέμπτη σκοτάδι μαύρο ακόμα έξω, αξημέρωτα, ξεκινήσαμε το ταξίδι. Το σπίτι που θα πηγαίναμε ήταν ένα παλιό διώροφο αρχοντικό μέσα στην πόλη που ζούσε εκεί μόνιμα ο πατέρας της θείας Κικής. Ο παππούς Στέφανος όπως όλοι τον έλεγαν. Πρώην δάσκαλος στο επάγγελμα, ετών ενενήντα εννέα. Όταν φτάσαμε μας υποδέχτηκε ένας κοτσονάτος γέρος που διόλου δεν θύμιζε κάποιον που είναι, πάρα ένα εκατό. Έμενε στον δεύτερο όροφο, χωρίς ασανσέρ και ο παππούς ανεβοκατέβαινε με άνεση όλη μέρα τις σκάλες για ψώνια και βόλτες.
Το σπίτι θύμιζε βιβλιοπωλείο. Όλοι οι τοίχοι γύρω γύρω ήταν καλυμμένοι με βιβλιοθήκες γεμάτες βιβλία. Όπου και να γύρναγε το μάτι σου έβλεπες βιβλία. Το πάτωμα ήταν ξύλινο, και από τα χρόνια τα καδρόνια είχαν πιτσικάρει και έτριζαν. Δεν υπήρχε ευθεία σ΄ αυτό το πάτωμα, σε σημείο να φαντάζει σαν πλοίο σε φουρτούνα. Οριακά δεν έπαθα ναυτία.
Μπήκαμε στο δωμάτιο που μας είχε ετοιμάσει ο παππούς και εκεί ανακάλυψα πως φεύγοντας αξημέρωτα δεν είχα βάλει στη βαλίτσα μας τα παντελόνια μου. Φορούσα μια βερμούδα στο ταξίδι και σίγουρα αυτή δεν έφτανε για να βγάλω τις υπόλοιπες μέρες, άσε που ο καιρός θα χάλαγε σύντομα. Διαμαρτυρήθηκα στην Ελένη.
– Σου είπα να μαζέψεις τα πράγματα σου και να τα βάλεις στη βαλίτσα. Τι γκρινιάζεις τώρα;
-Τα μάζεψα και τα έβαλα δίπλα στη βαλίτσα για να τα τακτοποιήσεις, δικαιολογήθηκα.
– Ο καθένας είναι υπεύθυνος για τα πράγματα του.
Ήμουν έτοιμος να πω, πως η μάνα μου θα τα μάζευε, αλλά μου έκοψε και το βούλωσα.
– Καλά ξεκινήσαμε, είπα θυμωμένος.
– Σήκω πάμε να βρούμε κάνα μαγαζί να αγοράσεις παντελόνι. Δεν γίνεται να γυρνάς με τη βερμούδα Πασχαλιάτικα στην Κέρκυρα.
Μαγαζί ανοικτό ούτε για δείγμα. Όλα κλειστά λόγω των ημερών. Μόνο ένα τουριστικό με σουβενίρ βρήκαμε και από εκεί αγόρασα ένα σαλβάρι σαν αυτά που φόραγαν οι χίπηδες τη δεκαετία του εξήντα. Δεν αποκλείεται από τότε να είχε ξεμείνει στο μαγαζί. Το φόρεσα, κατάπια την ντροπή μου, και γυρίσαμε σπίτι. Ο παππούς με κοιτούσε σιωπηλός, μάλλον απογοητευμένος με το θέαμα. Εγώ αισθανόμουν σαν τον Τσιβιλίκα στη «Θεία μου τη χίπισσα».
Έκλεβα τις εντυπώσεις.
Ο παππούς ρώτησε κρυφά την Ελένη αν είμαι αλλοδαπός.
– Πολλά βιβλία έχετε, αποφάσισα να ρίξω μια άγκυρα επικοινωνίας.
– Είναι το πάθος μου. Τα μάτια μου πια δεν με βοηθάνε. Αν φτάσω να μην μπορώ να διαβάσω καλύτερα να πεθάνω.
– Τα έχετε διαβάσει όλα αυτά; ρώτησα και αμέσως ντράπηκα με την ερώτηση μου.
– Όσα είναι στις βιβλιοθήκες, αυτά που βλέπεις τριγύρω είναι προς ανάγνωση.
– Τι διαβάζετε, τι σας αρέσει να διαβάζετε;
– Τα πάντα, κυρίως ιστορία.
Είχα φέρει και εγώ μαζί μου ένα βιβλίο για να διαβάζω. Τις «Δέκα χιλιάδες βέργες» του Apollinaire. Ένα οριακά πορνογραφικό μυθιστόρημα που δεν τόλμησα να βγάλω από τη βαλίτσα. Νύχτωνε ο παππούς διάβαζε και εμάς μας είχε κόψει η πείνα αλλά στο σπίτι δεν υπήρχε κάτι βρώσιμο. Εν τέλει πέσαμε νηστικοί να κοιμηθούμε. Η κοιλιά μου γουργούριζε πιο δυνατά και από το ροχαλητό του παππού. Ο ύπνος δεν ερχόταν. Αποφάσισα να σηκωθώ να πάω στην κουζίνα μπας και βρω τίποτα να τσιμπήσω. Έτριξε το σπίτι στο πρώτο μου βήμα. Στο δεύτερο ξύπνησε η Ελένη.
– Γιατί κάνεις θόρυβο βραδιάτικα;
– Εγώ δεν κάνω τίποτα, το πάτωμα …
– Πέσε κοιμήσου..
– Πεινάω.
Καμία απόκριση. Μάνα, πού είσαι μάνα; Ούρλιαξα από μέσα μου.
Το ξημέρωμα μας βρήκε άυπνους, Μεγάλη Παρασκευή, και ο παππούς αφού μας πρότεινε τι να κάνουμε στην πόλη, μας ανακοίνωσε ότι σήμερα λόγω της μέρας δεν θα φάμε φαγητό. Μόνο νερό θα πιούμε.
Τόμπολα!
– Να ξεκινήσετε από τον πεζόδρομο Λιστόν, πρότεινε ο παππούς.
– Λιστόν με γιώτα, με πρόλαβε η Ελένη πριν αμολήσω καμιά επική κοτσάνα, από τη λίστα, το Libro d ‘Oro, εκεί που ήταν γραμμένα τα ονόματα των ευγενών της Κέρκυρας.
– Κατάλαβα στων ληστών, συμφώνησα.
Γυρίσαμε την πόλη ολόκληρη κυρίως γιατί ψάχναμε κάτι να φάμε. Ο καιρός είχε βαρύνει και οι πρώτες σταγόνες άρχισαν να πέφτουν. Γκρίνιαζα για τα πάντα. Για την πολυκοσμία, για τα ρούχα που είχα ξεχάσει, για τον παππού που ροχάλιζε, για το πάτωμα που μου έφερνε ναυτία. Όταν τελικά ανακαλύψαμε ένα ανοικτό μπεργκεράδικο, ημέρεψα.
Φαγωμένος με καλύτερη διάθεση μπήκα με μπρίο στο σπίτι του παππού, σαν τη Βλαχοπούλου, τραγουδώντας «Κέρκυρα Κέρκυρα με το Ποντικονήσι … Έτσι κι αλλιώς κάπως η όλη φάση μου φάνταζε ότι παίζω σ’ ελληνική ταινία. Με τα καντούνια τα στενά…»
– Είναι μεγάλη Παρασκευή Κωνσταντίνε, άκουσα τη φωνή του παππού. Αυστηρή, χωρίς όμως ένταση, δοκιμασμένη σαν από τότε που ήταν δάσκαλος, και γνωρίζει πως θα συνετίσει ένα παιδί που κάνει σκανταλιά.
… που τα ’χω… κάνει σκατά. Το βούλωσα.
Συνεχίζω να κερδίζω τις εντυπώσεις.
– Μπορείτε να μου προτείνετε ένα βιβλίο να διαβάσω;
Ο παππούς σηκώθηκε πήγε σε μία από τις βιβλιοθήκες και μου έφερε το «Το πλατύ ποτάμι» του Γιάννη Μπεράτη.
Το βράδυ ο Επιτάφιος ήταν μια πραγματική αποκάλυψη. Κάθε εκκλησία βγάζει τον επιτάφιο συνοδευόμενη από μια Φιλαρμονική. Τελευταίος στις δέκα βγαίνει της Μητρόπολης. Οι φιλαρμονικές παίζουν πένθιμα εμβατήρια και η χορωδία της Μητρόπολης ψάλλει το «Αι γενεαί πάσαι». Ο κόσμος ακολουθεί με αργά βήματα, ενώ προπορεύονται όσοι κρατούν φανάρια και λάβαρα. Δέος. Ό,τι καλύτερο είχα ακούσει σε εκκλησιαστική μουσική. Μαγεύτηκα. Ακολουθούσα τους Επιταφίους, σαν αρουραίος που ακούει τον Μαγεμένο Αυλό στο παραμύθι των αδελφών Γκριμ. Δεν υπάρχουν λόγια να το περιγράψω. Ένιωσα μια απίστευτη γαλήνη, ξέχασα ακόμα το σαλβάρι, το κρεβάτι, τον καιρό, την πολυκοσμία. Μια απόκοσμη ανάταση. Αυτή τη σκέψη μου τη μοιράστηκα με την Ελένη.
– Να μην σου μείνει κουσούρι μόνο, μου απάντησε.
Στο σπίτι ο παππούς συνέχιζε να διαβάζει, εμείς προσπαθούσαμε να μην τον ενοχλούμε. Βγήκαμε Μεγάλο Σάββατο πρωί να δούμε τους μπότηδες τα μεγάλα κανάτια γεμάτα με νερό που πετάνε από τα μπαλκόνια και σπάνε. Εμένα το όλο σκηνικό μου φάνηκε σαν μια ακόμα ανούσια τσουτσουνομαχία. Όλες οι τσουτσουνομαχίες είναι ανούσιες. Εγώ την έχω μεγαλύτερη και τη δείχνω με καμάρι. Έτσι κ αλλιώς όλες σπασμένες καταλήγουν. Συγνώμη, αλλά μετά τις Φιλαρμονικές το βράδυ και όλη αυτή τη μαγεία οι κανάτες ήταν σαπουνόπερα.
Έφτασε η Ανάσταση. Εντάξει, έχω ζήσει και πιο επικίνδυνες. Με μπαρούτι κανονικό, με αυτοσχέδιες βόμβες, με όπλα γεμάτα. Δεν τρόμαξα στην Κέρκυρα.
Την Κυριακή πρωί ο καιρός είχε γαληνέψει. Ξεκινήσαμε να πάμε σε κάτι ξαδέλφια της Ελένης μαζί με τον παππού, όπου θα σούβλιζαν τον οβελία. Η φύση οργίαζε από ομορφιά. Μαζί της οργίαζε και η μύτη μου λόγω της αλλεργίας που έχω στη γύρη.
– Δεν έχεις φέρει κάνα αντισταμινικό με ρώτησε η Ελένη.
– Εδώ δεν έφερα παντελόνια.
Λόγω ότι φτερνιζόμουν ακατάπαυστα κάθισα μέσα στο σπίτι, ενώ όλοι οι άλλοι έψηναν έξω το κατσίκι, έπιναν και διασκέδαζαν. Μαζί μου κάθισε παρέα ο παππούς. Πιάσαμε την κουβέντα. Τα λέγαμε για ώρες. Του είπα τα δικά μου. Μου είπε και δικά του. Ήρθαμε πιο κοντά. Νομίζω ότι κάποια στιγμή εξαφανίστηκε και το βλέμμα αποδοκιμασίας που είχε. Ήταν ανοιχτόμυαλος, και σίγουρα δεν τον άφησε η εικόνα μου, να διαμορφώσει την άποψη του για μένα. Εκτός από το σαλβάρι, είχα μακριά κοτσίδα και κάποια εμφανή τατουάζ που στάθηκαν αφορμή για μια πολλή όμορφη κουβέντα. Μου εκμυστηρεύτηκε ότι κάποια τα θεωρεί έργα τέχνης αν και ο ίδιος μάλλον δεν θα έκανε.
Τέλος μου εξιστόρησε ότι κρατούσε τετράδιο με όλους τους μαθητές που κατά καιρούς ως δάσκαλος είχε και πως με αρκετούς από αυτούς κρατάει μέχρι σήμερα επαφή. «Όταν πάτησα τα ενενήντα με πήγαν τα εγγόνια μου στο Μεσολόγγι», μου είπε. «Εκεί είχα πρώτο-διοριστεί. Με το τετράδιο αυτό έψαξα τους πρώτους μαθητές μου. Βρήκα κάποιους λίγους. Κάτι γερόντια που ζούσαν ακόμα. Με αναγνώρισαν. Δεν το πίστευαν που με είδαν. Μάλλον δεν πίστευαν ότι ζούσα ακόμα. Καθίσαμε και τα ήπιαμε σε ένα καφενέ. Ήταν από τις πιο όμορφες στιγμές της ζωής μου».
Πριν φύγουμε από την Κέρκυρα, καθώς μαζεύαμε τα πράγματα μας, ο παππούς είδε το κρυμμένο βιβλίο του Apollinaire. «Ο Πικάσο» μου είπε, «το θεωρούσε αριστούργημα αυτό το βιβλίο». Γέλασα αμήχανα και τον πήρα μια αγκαλιά για να τον αποχαιρετήσω. Μου χάρισε το βιβλίο του Μπεράτη. «Το έχω διπλό, κράτα το». Εγώ διπλό είχα μόνο τον Θωμά Μαύρο από κάτι αυτοκόλλητα της Panini με ποδοσφαιριστές που μάζευα παιδί.
Το Πάσχα στην Κέρκυρα, δεν είναι αυτό που με έχει σημαδέψει. Υπάρχει ολόκληρο βιβλίο, που έχω γράψει, για ένα άλλο Πάσχα. Ήταν όμως αυτό, που μου χάρισε έναν παππού, ένα υπέροχο βιβλίο και την πιο κατανυκτική Μεγάλη Παρασκευή. Ο παππούς πέθανε εκατόν ένα χρονών, καθισμένος μπροστά σ’ ένα ανοικτό βιβλίο. Χρόνια αργότερα αγόρασα το βιβλίο του Μπεράτη και το έχω διπλό. Μεγαλώνω, και που ξέρεις ίσως το κάνω και εγώ δώρο κάποια στιγμή. Δεν έχω ξαναπάει στην Κέρκυρα.
——–
Ο Κώστας Εξαρχέας γεννήθηκε στη Αθήνα τον Δεκέμβρη του 1969, και δεν έχει μνήμες από τα μεγάλα γεγονότα της χρονιάς εκείνης. Το 1994 εισβάλλει στον χώρο της παραγωγής ταινιών και από τότε εργάζεται ως sound designer, κυρίως στο πεδίο των διαφημιστικών σποτ. Έχει συνεργαστεί με τα μεγαλύτερα brands και τις κορυφαίες διαφημιστικές εταιρείες, κερδίζοντας διακρίσεις. Παράλληλα ασχολήθηκε με τη δημιουργική γραφή, κυρίως με τη συγγραφή σεναρίων και διηγημάτων. Το Μήλο δεν έπεσε κάτω απ’ τη μηλιά είναι η πρώτη του προσπάθεια στον χώρο του μυθιστορήματος. Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ψυχογιός.
