Παρακολουθώντας το “Kontakthof” της Πίνα Μπάους στο Εθνικό Θέατρο, σκεφτόμουν ότι ίσως αυτός είναι ο πιο ακριβής τρόπος να παρουσιάσεις το ερωτικό παιχνίδι των ανθρώπων. Όχι με λόγια, αλλά με κινήσεις. Όχι από κοντά και εξειδικευμένα, αλλά πανοραμικά και συνολικά. Όχι με δύο πρόσωπα ή έστω ένα τρίτο ανάμεσά τους, αλλά με πάνω από είκοσι ταυτόχρονα. Όχι ως δράμα, αλλά ως χορογραφία.
Μα μήπως, αντίθετα, διαστρεβλώνει την αλήθεια αυτή η εικόνα; Μα ο κάθε ένας άνθρωπος ξεχωριστά, ως δράμα δεν βιώνει συνήθως τα ερωτικά του; Εντάξει, κάποιοι μπορεί να τα βιώνουν και ανάλαφρα, αλλά ακόμα κι αν αυτός είναι ο κανόνας τους, αποκλείεται να μην έχουν ζήσει και εξαιρέσεις όπου έπεσαν με τα μούτρα σε βαθιά συναισθηματικά πηγάδια. Ναι, σύμφωνοι. Αφενός όμως αν κάτι δεν μας έχει λείψει σε κάθε μορφή τέχνης, κάθε μορφή αφήγησης, κάθε μορφή ιδεών που έχουμε στο κεφάλι μας, είναι το close-up στον ατομικό ερωτικό συγκλονισμό (είτε στο φωτεινό του σκέλος είτε στο σκοτεινό) κι αφετέρου η ζωή δεν είναι ένα δέντρο, η ζωή είναι ένα δάσος. Και το “Kontakthof” παίρνει το φόκους από τον καθένα μας ως δέντρο και μας παρουσιάζει το δάσος του οποίου είμαστε τμήματα.
Γνώρισα δηλαδή κάποιον κάποτε και ζήσαμε μια φοβερή και τρομερή ιστορία. Ή ίσως την έζησα περισσότερο εγώ ως τέτοια και λιγότερο εκείνος. Δεν έχει τόσο σημασία, σημασία έχει ότι για μένα ήταν ορόσημο. Άρα εκεί εντοπίζεται μια μεγάλη μου αλήθεια; Ναι μεν, αλλά. Έτσι ξαφνικά φύτρωσα στο συγκεκριμένο κάποτε; Πριν το κάποτε δεν ζούσα, δεν ήμουν ενεργό μέλος του χορού; Δεν είχα ζητήσει άλλα χέρια να χορέψουμε μαζί; Δεν τα είχα έστω ζητήσει στη φαντασία μου; Ταυτόχρονα με εμένα δεν έκαναν το ίδιο και όλοι οι άλλοι; Δεν ζητούσαν άλλα χέρια να χορέψουν μαζί τους, στην πραγματικότητα ή έστω στη δική τους φαντασία; Μα τι θράσος να απομονώνεις ένα συγκεκριμένο χορό από όλους τους προηγούμενους, τους παράλληλους ή τους μελλοντικούς, τους αληθινούς ή τους φανταστικούς, και να θες να του προσδώσεις όλο το υπαρξιακό φορτίο του κόσμου! Το θράσος ενός τυφλού.

Ποια αλυσίδα συμπτώσεων, τυχαιοτήτων, χρονισμών έφερε εσένα και τον παρτενέρ σου στο συγκεκριμένο κάποτε που εκκινεί την ιστορία σας; Ταιριάζατε προφανώς, αλλά εξίσου ή και περισσότερο σημαντικό από το το ταιριάζατε, ήταν το τύχατε. Τύχατε ο ένας πάνω στον άλλο. Ήταν η στιγμή. Θα μπορούσε να είχε τύχει κάποιος άλλος που σας ταίριαζε και του ταιριάζατε. Θα ζούσατε την ίδια ακριβώς ιστορία; Όχι βέβαια. Tίποτα ποτέ δεν είναι ακριβώς το ίδιο. Αλλά όποια ιστορία κι αν ζήσατε, το πλαίσιο είναι πιο δυνατό από εσάς. Το πλαίσιο του χορού στο όποια χέρια ανταλλάσουν χέρια – στα αλήθεια ή στο μυαλό. Εντός αυτού του πλαισίου, εντός αυτού του κόντεξτ, εντός αυτής της προδιατυπωμένης ιδέας περί ερωτικών ιστοριών, ξεκινήσατε να ζείτε και να νοηματοδοτείτε τη δική σας.
Κι όσο εσείς ζείτε τη δική σας, δίπλα σας άλλοι ζουν τη δική τους, και ταυτόχρονα χέρια ζητάνε χέρια, χέρια αποδέχονται χέρια, χέρια απορρίπτουν χέρια και κινούμαστε όλοι διαρκώς πέρα – δώθε, δώθε – πέρα, άλλοτε κατά μόνας, άλλοτε σε κύκλους και σχηματισμούς και δεν ησυχάζουμε ποτέ, όσο τουλάχιστον είμαστε ακόμα ζωντανοί, όσο τουλάχιστον είμαστε ακόμα ερωτικοί, όσο τουλάχιστον η επικράτεια του έρωτα δεν έχει παραχωρήσει την πρωτοκαθεδρία της σε εκείνη του θανάτου.
Όχι με λόγια λοιπόν. Τα λιγοστά λόγια που ακούγονται στην παράσταση είναι σαν να μας αποπροσανατολίζουν από την αλήθεια που τα λόγια δεν μπορούν να πουν, γιατί η γλώσσα εφευρέθηκε για να κρυβόμαστε ο ένας απ’ τον άλλο, για να κρυβόμαστε κυρίως από τον ίδιο μας τον εαυτό, αφού με λόγια σκεφτόμαστε διαρκώς στο κεφάλι μας, αφού τα λόγια στο κεφάλι μας προσπαθούν ακατάπαυστα είτε να μας ευνουχίζουν είτε να μας δικαιολογούν, και στις δύο όμως περιπτώσεις να μας αποπροσανατολίζουν από την αλήθεια ότι δεν είμαστε μόνο δέντρα αλλά και τμήματα ενός δάσους, ότι δεν μπορούμε να νοηθούμε μόνο ως δέντρα αλλά και ως δάσος, από την αλήθεια ότι δεν είμαστε μόνοι στη σκηνή αλλά μέλη ενός χορού, από την αλήθεια ότι όσο υπάρχουν άνθρωποι θα ζητούν διαρκώς άλλα χέρια για να χορεύουνε μαζί τους.

