Η χορογράφος Κατερίνα Φώτη παρουσιάζει το “(REST IN) BLUE” στο πλαίσιο του Onassis Dance Days 2026, μια παράσταση χορού που ισορροπεί ανάμεσα στο προσωπικό πένθος και τη συλλογική μνήμη της Αθήνας. Αφετηρία οι μπλε μουσαμάδες που καλύπτουν τα υπό ανακαίνιση κτίρια της πόλης μας, εκεί που μαρμάρινοι νεροχύτες πετιούνται, μωσαϊκά καλύπτονται και γειτονιές μετατρέπονται σε απρόσωπα airbnb. Σε αυτό το τοπίο έρχεται η Κατερίνα Φώτη και δημιουργεί μια «χορογραφική αυτοεθνογραφία» που μπορούμε να γίνουμε μάρτυρές της από τις 5 έως τις 8 Φεβρουαρίου.
Συνομιλήσαμε πριν πάει στην πρόβα και θέλω πριν μοιραστώ μαζί σας το τι είπαμε να σταθώ και να σας παραθέσω το σημείωμα που έγραψε ως δημιουργός. Ένα σημείωμα που πολύ με άγγιξε: «Στα κορίτσια που γίνανε μανάδες. Στα baby blues και τα identity crises. Στα στέκια που κλείσανε. Στα στέκια που εγκαταλείψαμε. Στις γενέτειρες και στις γεννητόρισσες. Στα χωριά μας. Στις κασέτες με αφιερώσεις. Στα πιο ωραία λαϊκά. Στο Mo Better και στο Decadence. Στα σαράντα. Στον μπαμπά μου τον Γιώργο που έφυγε τον Απρίλη του 2024. Στον γιο μου τον Γιώργο που γεννήθηκε τον Δεκέμβρη του 2024. Και στον Διονύση που έγινε το νήμα των Γιώργηδων και μετέτρεψε το σκοτάδι μου σε φως».

Θέλω να σου δώσω συγχαρητήρια για αυτό το φοβερό σημείωμα δημιουργού που έγραψες, γιατί ήταν ποιητικό και παράγει μνήμες.
Να ‘σαι καλά! Ευχαριστώ που μου το λες αυτό. Παράγει… αναπόφευκτα, γιατί αυτός ήταν και ο στόχος αυτής της δουλειάς: να μπούμε στο «λαγούμι» της μνήμης και να φτάσουμε πολύ μακριά, όχι μόνο στην πρόσφατη. Προέκυψε πολύ οργανικά αυτό το σημείωμα.
Δεν θα το πω «λαγούμι». Επειδή ως αφετηρία έχουμε τον μπλε μουσαμά που βάζουμε στα κτίρια, ένιωσα ότι σαν να αποκαλύπτεις τι είναι από κάτω από τον μουσαμά, κάπως έτσι το εισέπραξα.
Σωστό, και αυτό είναι μια τεράστια παράμετρος, γιατί στην πραγματικότητα αυτό πραγματεύεται και το ίδιο το έργο. Το ποιες είναι αυτές οι μνήμες που βρίσκονται εκεί από κάτω, που έχουν στοιχειώσει τους τοίχους και μένουν φυλακισμένες. Πώς είναι το γεφύρι της Άρτας που έπρεπε να θαφτεί άνθρωπος για να στεριώσει;
Εμείς τι θυσιάσαμε για να στεριώσει η ανοικοδόμηση;
Εμείς έχουμε θυσιάσει όλα μας τα νιάτα, που δεν θέλαμε να τα θυσιάσουμε. Η Αθήνα πια, για μένα, είναι ένα μέρος στο όριο του «Αναπτυξιακού Πάρκου». Έχει χάσει πάρα πολλά κομμάτια από την ταυτότητά της. Είναι πολύ λίγα τα μέρη που όντως μας ανήκουν. Η λέξη «λαγούμι» έχει να κάνει με το ότι όλα αυτά έχουν λίγο μπει στα σκοτεινά. Αυτό που συγκροτεί την ταυτότητα αυτής της πόλης τα τελευταία πολλά χρόνια, είναι σαν να έχει μπει σε σεντούκι και να έχει κρυφτεί. Το σεντούκι, ο τοίχος, ο μουσαμάς…όλα δίνουν αυτή την αίσθηση του σκοτεινού, του κρύου, του αναποκάλυπτου.

Η εικόνα των μωσαϊκών που ξηλώνονται από τα αθηναϊκά σπίτια με πονάει.
Κι εμένα με πονάει, γιατί είναι όλα πια σαν φτηνά airbnb, με αυτό το πάτωμα το ψεύτικο που μοιάζει σαν ξύλο αλλά δεν είναι και ξύλο. Θλιβερό. Δεν έχω σχέση με την αρχιτεκτονική υπό την έννοια της μελέτης, αλλά είναι θέμα αισθητικής της πόλης πια σε πολλά επίπεδα.
Βλέπω καμιά φορά στα σκουπίδια πεταμένους τους μαρμάρινους νεροχύτες και με πιάνει η καρδιά μου, γιατί τους αντικαθιστούν με…
…Ψεύτικα, φτηνά, επαναχρησιμοποιούμενα υλικά. Δεν υπάρχει διάρκεια, αυτό κάπως αισθάνομαι.
Πιστεύεις ότι το σώμα σου – καθώς εσύ ουσιαστικά χορεύεις σε αυτήν την παράσταση- μπορεί να λειτουργήσει ως ζωντανό αρχείο αυτών των ιστοριών;
Αυτό το πιστεύω 100% και θα σου πω γιατί. Είναι μια σειρά «κινητικού DNA», η οποία έρχεται και μεταφέρεται από γενιά σε γενιά. Αν κάτσεις να το σκεφτείς, ο τρόπος που χορεύουμε, σε συνδυασμό με τον τρόπο που κινούνται οι γονείς μας, σε συνδυασμό με τον τρόπο που κινούνταν οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας, σε συνδυασμό με την πόλη η οποία έχει αυτόν τον ρυθμό, δημιουργούν μια σωματική ταυτότητα του «τώρα». Οπότε αυτό το «τώρα» δεν λειτουργεί ερήμην παρελθόντος και όπου αυτό το σώμα έχει υπάρξει ή ό,τι αυτό το σώμα θυμάται σαν πρώτη μνήμη, είναι ένας αδιόρατος τρόπος να αφηγηθείς μια ιστορία θεωρώ. Όλοι έχουμε περάσει από μια κοινή κινησιολογία μεγαλώνοντας και καθώς ενηλικιωνόμασταν, ας πούμε, σε αυτή την πόλη. Οπότε κάπως αυτή είναι η αίσθησή μου εμένα, ότι αφηγούμαστε με το σώμα αυτό το οικείο που μοιάζει με εκείνο τον χορό, που μοιάζει με εκείνη την αγκαλιά, που μοιάζει με εκείνο τον αποχαιρετισμό, που μοιάζει με τον τρόπο που θα χαιρετούσαμε ένα φίλο στον δρόμο. Παράλληλα, το σώμα φέρει όμως και όλο αυτό το φορτίο καθημερινής ρουτίνας των ανθρώπων που υπήρξαν πριν από εμάς και μας εντυπώθηκε άθελά μας.
Άρα δεν είναι μιμητισμός αυτό που κάνουμε, είναι μνήμη.
Είναι καταγραφή και μνήμη, το πιστεύω και στο λέω, αφού διάβασες και το σημείωμα του δημιουργού, έχω και τον γιο, ο οποίος μεγαλώνει και τώρα περπατάει. Αν παρατηρήσεις τα παιδιά, το πώς αρχίζουν να κινούνται, δεν είναι ακριβώς μίμηση. Είναι σαν να καταγράφουν μια σειρά σωματικής πληροφορίας, γιατί κάνουν κάτι που κάνεις εσύ, αλλά δεν το κάνουν ποτέ ίδιο με εσένα. Το κάνουν με έναν δικό τους τρόπο, οπότε καταγράφουν ένα μέρος της κληρονομιάς, το οποίο το μετατρέπουν σε κάτι δικό τους. Και αυτός στην πραγματικότητα είναι ο τρόπος με τον οποίο δούλεψα και εγώ σε αυτή τη δουλειά. Πήρα το σώμα μου και αυτά που θυμάται, και αυτά που αναπαράγει, τα συνδύασα με το πώς κινούταν ο μπαμπάς μου, πώς κινούνταν οι παππούδες μου, πώς κινείται η μαμά μου που είναι εδώ μαζί μας κανονικά και πώς αυτά έχουν μεταγραφεί στο δικό μου σώμα, που είναι στην Αθήνα το 2026. Κουρασμένο μέσα στην τρεχάλα της καθημερινότητας, με μια μικρή έτσι ματαίωση και μια νοσταλγία για τα παλιά. Με αυτούς τους χορούς που πια δεν χορεύουμε. Τι γίνανε αυτοί οι χοροί που δεν χορεύουμε; Πού είναι μέσα στο σώμα μας; Αν πια έχει κλείσει το Mo Better, πού χορεύουμε σαν στο Mo Better; Και αν δεν χορεύουμε κάπου σαν το Mo Better, τι έχει μείνει απ’ το Mo Better σε αυτό το κορμί;
Και το Mo Better και το Decadence και τα ρέηβ πάρτι μέχρι τα «μπλουζ» που χορεύαμε παιδιά.
Ναι, είναι όντως ένα rollercoaster. Θα μπορούσαν να γίνουν άλλα 20 έργα μέσα από αυτό. Στην συγκεκριμένη παράσταση, αυτό που επέλεξα ήταν το να φτιάξουμε έναν προσωπικό οδηγό μνήμης μέχρι το σήμερα, ο οποίος όμως αναπόφευκτα συνδέεται γιατί υπάρχουν εκατό τοις εκατό κοινά βιώματα και στον τρόπο που έχουμε μεγαλώσει και στον τρόπο που υπάρχουμε σήμερα στην Αθήνα, σε αυτή τη γενιά.

Κατά τη διάρκεια που έκανες τη μελέτη, την έρευνά σου, έχασες μπαμπά – «κέρδισες» γιο.
«Κέρδισα» γιο. Έτσι πάει. Ένας πάει, ένας έρχεται, με διαφορά ακριβώς 9 μήνες.
Αυτά τα σημαντικά γεγονότα υποθέτω επηρέασαν και την όλη δουλειά σου.
Αναπόφευκτα, γιατί ενώ είναι τόσο πυρηνικά και τα δύο γεγονότα και κάπως γείωσαν περισσότερο αυτό το αίσθημα της μελαγχολίας, όπως τοποθετείται πιο αόριστα σε αυτή τη σκέψη της πόλης. Αν δεν είχαν συμβεί αυτά τα πράγματα, δεν ξέρω τι θα ήταν αυτό το έργο σήμερα. Θα ήταν πάλι μουσαμάς, αλλά δεν ξέρω αν θα αφηγούνταν την ίδια ιστορία. Τώρα έγινε ένα memorial ειλικρινούς θεμελιακής απώλειας, η οποία συνδέεται πάρα πολύ όμως και με το πώς αυτή βιώνεται στο σύγχρονο τοπίο και το πώς βιώνεται σε μια συνθήκη αυτής της ταχύτητας. Είναι πολύ σημαντική η σχέση μας αυτή τη στιγμή με το πού μπορούμε και να υπάρξουμε με ασφάλεια σε αυτή την πόλη, για να επεξεργαστούμε αυτά τα τραύματα παραδείγματος χάριν μιας τόσο πυρηνικής απώλειας ή μιας πυρηνικής αλλαγής. Η μητρότητα είναι κάτι αδιανόητο σε επίπεδο αγάπης και σε επίπεδο εκπλήρωσης. Δεν είναι υποχρεωτικό για όλους μα για μένα έτσι όπως το έκανα αυτή τη στιγμή, είναι κάτι που με εκπληρώνει φοβερά. Αλλά την ίδια στιγμή έχει και ένα τεράστιο κομμάτι πένθους, γιατί δυστυχώς υπάρχουν πράγματα που δεν θα τα ξανακάνουμε ή δεν θα τα ξανακάνουμε ίδια.
Το όργανο δουλειάς σου εσένα είναι το σώμα σου.
Ναι, εννοείται και άλλαξε πάρα πολύ και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζω και αυτό το κομμάτι. Υπάρχει μια αλλαγή πολύ μεγάλη στην αντίληψη και στο πώς διαχειρίζομαι εγώ το σώμα μου μετά από αυτό. Και επίσης στο γεγονός ότι χόρεψα και έγκυος, οπότε και εκεί υπήρχε ένα μεγάλο διάστημα μετάβασης από το προηγούμενο σώμα στο καινούργιο. Συμβαίνουν πολλές αλλαγές, ορμονικές, ψυχολογικές, σωματικές, αλλά όχι κακές, γιατί τείνουμε να τις κατηγορούμε με έναν τρόπο. Τείνουμε δηλαδή κάπως να θεωρούμε ότι το σώμα καταπέφτει μετά από μια τέτοια διαδικασία, εγώ θεωρώ ότι ίσα ίσα αναγεννάται και κερδίζεις σε ουσία και σε βάθος πολύ περισσότερο.

Κουβαλούσες μια κοιλιά, τώρα κουβαλάς πράγματα, γιατί κάνεις μια μετακόμιση επί σκηνής. Είναι προσωπικά αντικείμενα αυτά που κουβαλάς ή άλλων που προέκυψαν από την έρευνά σου;
Προσωπικά είναι όλα τα σεμέν που κουβαλιούνται μέσα.
Τα οποία απ’ ότι είδα στις φωτογραφίες κυριαρχούν κιόλας.
Ναι, είναι κυρίαρχα, γιατί είναι από εκεί που ξεκινάει η ιστορία. Από πού ερχόμαστε, ποιες είναι οι ρίζες μας και από το πόσο αυτό το κομμάτι είναι και κάτι πολύ προσωπικό που έχει μέσα ένα στοιχείο εξομολόγησης. Γιατί σκέψου ότι αυτό ήταν κάτι που κάνανε στον ελεύθερό τους χρόνο, οπότε με έναν τρόπο έχει και ένα μοίρασμα πολύ προσωπικό και ειλικρινές το σεμέν. Όλα τα υπόλοιπα είναι κάποια πράγματα που ήταν δικά μου και κάποια πράγματα, τα οποία μπήκαν στο φάσμα των δεκαετιών που πραγματευόμαστε στη μετακόμιση. Γιατί όσο μετακομίζει η ηρωΐδα, τελικά δεν μετακομίζει. Βρίσκει και τα αναδιατάσσει με έναν τρόπο. Έκανα και το σπόιλερ. Σαν να περνάνε δεκαετίες κατά τη διάρκεια της μετακόμισης που βρίσκει πράγματα, τα οποία έχουν φορεθεί από ανθρώπους αυτής της οικογένειας ή τέλος πάντων και από την ίδια σε άλλες ηλικίες.
Υπάρχει κάποιο από αυτά τα αντικείμενα που συμβολίζει για σένα την ουσία και τον πυρήνα αυτής της δημιουργίας σου, πέρα από τα σεμέν;
Το walkman είναι θα πω που έχει και κεντρικό ρόλο στο έργο.

Και μια που ανέφερες τον ήχο. Το ηχοτοπίο της Αθήνας, όλοι το ξέρουμε. Αυτή η βαβούρα, οι κόρνες, ο βιομηχανικός γδούπος. Εσύ τι ηχοτοπίο διάλεξες για το “(REST IN) BLUE”;
Η μουσική είναι του Γιάννη Αγγελόπουλου, με τον οποίο έχουμε δουλέψει σε διάφορες φάσεις και σε προσωπικό επίπεδο και σε άλλα σχήματα. Τον εκτιμώ βαθύτατα και συντονιζόμαστε πάρα πολύ σε αυτό που θέλω εγώ να πω, χωρίς να γίνεται τίποτα περιγραφικό. Εγώ ξεκίνησα τη μουσική για το πρώτο μέρος με την επωδό του «τσοπανάκου» από την ΕΡΑ, την Ελληνική Ραδιοφωνία. Το πρώτο πράγμα που άρχισα να δουλεύω με συνειδητότητα κατά της διάρκεια της πρόβας ήταν αυτό, γιατί έφερνε τη μνήμη του μπαμπά μου. Δεύτερο πρόγραμμα ακούγαμε συνέχεια στο σπίτι ασταμάτητα και στο αυτοκίνητο. Στη συνέχεια έφερνα δικά μου κομμάτια, τα οποία είχαν ρυθμικά μοτίβα και κάθε τόσο επανερχόταν η επωδός του «τσοπανάκου». Οπότε ο Γιάννης έφτιαξε ένα πρώτο κομμάτι, το οποίο έχει επίσης την επωδό, αλλά έχει αναπτυχθεί σαν να είναι και αυτό θραύσμα μνήμης και σαν να προκύπτει μέσα από τα κτίρια. Στη συνέχεια περάσαμε σε έναν ήχο, ο οποίος έχει στοιχεία από τις δεκαετίες που ακολουθούν με πολύ πιο κυρίαρχο το κομμάτι του ποστ πανκ στη ρυθμικότητα. Δεν θέλω να πω πολλά, γιατί έχει και κάποιες εκπλήξεις. Στο συγκεκριμένο έργο, επειδή υπάρχουν πολλές μεταβάσεις που σχετίζονται με όλες τις δεκαετίες και το πού φτάνουμε σήμερα, από το 1950 και μετά, υπάρχουν και πολλές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο η μουσική έχει κάνει και αυτή τον κύκλο της, οπότε προσπαθήσαμε να βάλουμε διάφορα στοιχεία μέσα σε αυτό για να συμπνέει και η δραματουργία της. Υπάρχει μία αφήγηση πολύ καθαρή και μία πολύ ωραία εναλλαγή στα μοτίβα, η οποία είναι και πολύ προωθητική και για το κομμάτι της χορογραφίας.
Ανήκεις στη γενιά των millenials, εγώ είμαι GenX, αλλά τα σώματά μας γενικά και ο τρόπος που εκφραζόμαστε και χορεύουμε είναι ομοίως πάνω κάτω.
Είναι κοινός με εσάς. Δεν είναι τόσο κοινός με τη GenΖ θεωρώ εγώ.
Και η κίνηση πάει γενεαλογικά;
Πιστεύω έχει να κάνει πάρα με το τι επικρατεί σε επίπεδο κουλτούρας και στην περίοδο των νιάτων που λέμε, στα πιο πάρτι – χρόνια. Θεωρώ ότι αυτό προσδιορίζει πάρα πολύ τον τρόπο με τον οποίο κινείται μία γενιά. Ο τρόπος με τον οποίο συναναστρέφεται, γιατί ο χορός είναι καταρχάς συλλογικότητα, δεν έχει να κάνει μόνο με τον ατομικό χορό. Οπότε πιστεύω ότι πέραν από την καθημερινότητα, τη μανιέρα και τη ρουτίνα της καθημερινής ζωής, το κομμάτι που προσδιορίζει τις ταυτότητες έχει πολύ να κάνει με το κομμάτι του πού αυτοί οι άνθρωποι συναναστρέφονται και χορεύουν όλοι μαζί.

Αυτή η παράσταση των 45 λεπτών είναι τελείως αυτοβιογραφική και «αυτοεθνογραφική» όπως λες.
Αυτή την περίοδο κάνω μεταπτυχιακό στη δραματουργία και ήρθα σε επαφή με τη λέξη αυτοεθνογραφία κατά τη διάρκεια του μεταπτυχιακού στο ΕΚΠΑ και Θεατρικών Σπουδών. Είναι συγγενές με την αυτοβιογραφία και ενώ η εθνογραφία έχει να κάνει με την καταγραφή των συλλογικών χαρακτηριστικών, η αυτοεθνογραφία είναι αυτό που καταγράφεις τα προσωπικά σου χαρακτηριστικά, τα οποία όμως συνδέονται με τα συλλογικά, οπότε συμπυκνώνει στην πραγματικότητα αυτό. Στην αρχή μου φάνηκε πολύ δόκιμη. Έχει κάποια στοιχεία ντοκουμέντου, έχει κάποια στοιχεία χρήσης ιστορικού υλικού, εξαρτάται σε ποιο πλαίσιο την τοποθετείς. Τώρα στη χορογραφία δεν έχω ξανακούσει άνθρωπο να προσδιορίζει το έργο του έτσι. Μπορεί να μην τους έχει κάνει και τόσο εντύπωση αυτή η λέξη, αλλά θεωρώ ότι στη δική μου περίπτωση είναι δόκιμη, γιατί πιάνω και πραγματικά γεγονότα ζωής, προσωπικά αντικείμενα και τα τοποθετώ μέσα στη δημιουργία, τα εκθέτω.
Έχει πολύ προσωπική σου έκθεση το “(REST IN) BLUE”;
Ισχύει, θεωρώ ότι δεν γίνεται να μην εκτεθείς, αν θες πραγματικά να πεις κάτι. Το ζήτημα του gentrification μας ενδιαφέρει όλους. Το να ξεκινήσεις με αφορμή το gentrification για να φτάσεις να κάνεις έργο για τη μελαγχολία της πόλης όμως, απαιτεί μια δική σου προσωπική έκθεση σε σχέση μ’ αυτό. Απαιτεί να βρεις τι ακριβώς είναι αυτό που στον δικό σου πυρήνα έχει κλονιστεί και γι’ αυτό σε ενοχλεί τόσο και γι’ αυτό θέλεις να επικοινωνήσεις μέσω της τέχνης σου εν προκειμένω. Συνδέω την περίοδο που ζούμε με την περίοδο του ’50 που έγινε άλλη μια μεγάλη ανοικοδόμηση στην Αθήνα. Θεωρώ ότι ζούμε μία αντίστοιχη περίοδο, οπότε αντίστοιχα υπήρχαν τότε πολιτικά γεγονότα. Ένας άνθρωπος που πιάνει να μιλήσει για αυτές τις αλλαγές, κάτι τον καίει μέσα του σε σχέση με αυτό το ζήτημα παραπάνω. Κάτι στον πυρήνα του κλονίζεται, αυτή είναι η λέξη, υπάρχει ένας κλονισμός. Αυτό φέρνει τελικά και την έκθεση αναγκαστικά, γιατί πρέπει να βουτήξεις σε ένα προσωπικό κανάλι.
Αλλιώς δεν θα λειτουργούσε.
Ακριβώς, θα ήταν πιο αποστασιοποιημένο, δεν θα είχε καθόλου το κομμάτι της προσωπικής εμπλοκής, το οποίο όμως για μένα είναι σημαντικό για την επικοινωνία. Όταν κάνεις παραστατική τέχνη -κι αυτό δεν είναι καθολικό είναι η δική μου εκτίμηση, ο λόγος τον οποίο εγώ εμπλέκομαι και εγώ κάνω παραστατική τέχνη- πρέπει να έχει να κάνει με την επικοινωνία πρωτίστως. Έχω να πω αυτό, γιατί μας καίει αυτό. Για αυτό τον λόγο, άρα συγκροτούμαστε γύρω από αυτό που μας καίει. Αυτή τη συζήτηση την κάνω και στους συνεργάτες. Συντονιζόμαστε γύρω από ένα θέμα και ψάχνουμε να βρούμε πού είναι ο πυρήνας του, πού μας κλωτσάει εμάς και έτσι χτίζεται.

Ιδανικά τι θα ήθελες να νιώσει ο θεατής μετά από αυτό που θα βιώσει, παρακολουθώντας το, τι θα ήθελες να του ξυπνήσεις;
Θέλω σίγουρα να νιώσει ότι είμαστε πολλοί και πολλές που μας λείπει αυτή η πόλη. Ότι είμαστε πολλοί και πολλές που βλέπουμε την ταυτότητά μας να κατακερματίζεται και είμαστε και πολλοί και πολλές που έχουμε την ατυχία να ζήσουμε σε μια γενιά πολλαπλής ματαίωσης, αλλά όταν είμαστε όλοι μαζί…το αύριο κάτι θα φέρει. Είναι βασικά ένα έργο που καλεί σε μια συλλογική σκέψη για το αύριο, με βάση τα υλικά που έχουμε φορτώσει στις αποσκευές μας από παλιά.
Μετά από αυτό το rollercoaster αναμνήσεων, μετά από αυτά τα 45 λεπτά πού προσγειώνεσαι εσύ Κατερίνα; Βγαίνει αυτός ο μπλε μουσαμάς και τι γίνεται μετά;
Κοίτα σε επίπεδο παραστασιακό στην πραγματικότητα η σκηνική συνθήκη είναι ένα σπίτι, στο οποίο έχουν ζήσει πολλές γενιές, το οποίο γκρεμίζεται και το παίρνουν για να το κάνουν airbnb όλο. Όλη την πολυκατοικία. Εγώ μετά από όλο αυτό το ταξίδι προσγειώνομαι στη νέα μου ταυτότητα, σε αυτό που είμαι, με όλα αυτά που έχω πάρει από αυτό το σπίτι που, με όλα αυτά που έχω πάρει από τις προηγούμενες δεκαετίες, και από αυτή την πόλη. Στην οποία πόλη αν δεν γίνει κάτι πολύ δυνατό, έτσι συλλογικό, αυτό το πράγμα δεν ανατάσσεται. Το θέμα είναι πώς ξαναβρίσκουμε εμείς τον χώρο μας μέσα σε αυτό το νέο τοπίο.
Πού θα ξαναβάλουμε τις ρίζες μας, δηλαδή.
Τις ρίζες μας, ακριβώς και πού θα ξανά θεμελιώσουμε. Αυτή η πόλη δεν θα είναι η ίδια σε δύο δεκαετίες. Όταν το παιδί μου, θα είναι 20 χρονών δεν θα είναι καθόλου ίδια, αλλά κάπου θα υπάρχουν αυτοί οι πυρήνες που συγκρότησαν αυτό που είμαι εγώ και το οποίο θα το πάρει το παιδί μου. Δεν γίνεται να μην το πάρει, αναπόφευκτα θα το πάρει.
Αυτοί οι μπλε οι μουσαμάδες και αυτά που κρύβουν από κάτω τους.
Αυτοί οι μπλε μουσαμάδες που σε 50 χρόνια θα έχουμε πάλι άλλους μπλε μουσαμάδες και μπορεί να υπάρχει κάποιος άλλος άνθρωπος που θα μιλήσει για το ίδιο ακριβώς πράγμα. Είναι τόσο ελπιδοφόρο όσο και μάταιο, γιατί είναι και η επιβεβαίωση του ίδιου του κύκλου της ζωής. Αυτές οι ταυτότητες που παίρνουμε παρακάτω είναι ταυτότητες που θα δώσουμε στους επόμενους και στους επόμενους και στους επόμενους. Μια αέναη συνθήκη ακόμα κι όταν εμείς δεν θα είμαστε εδώ.

