Η ευρύτερη μητροπολιτική περιοχή του Μουμπάι (ή της Βομβάης, αν είσαι των παραδοσιακών ονομασιών) ξεπερνά τα 23 εκατομμύρια κατοίκους. Τα οποία φαντάζουν πάντως σταγόνα στον ωκεανό, αν σκεφτούμε ότι η Ινδία, με κοντά στο 1.5 δισεκατομμύριο κατοίκους, έχει ξεπεράσει πλέον την Κίνα στα πρωτεία του παγκόσμιου πληθυσμού. Πρώτη ταινία μυθοπλασίας της Παγιάλ Καπάντια, η οποία μέχρι τώρα έκανε ντοκιμαντέρ, και το ξεκίνημά του «Όλα Όσα Φανταζόμαστε ως Φως» θα μπορούσε άνετα να είναι το ξεκίνημα ενός ντοκιμαντέρ για την πόλη και τους ανθρώπους της.

Το Μουμπάι είναι γεμάτο από εσωτερικούς μετανάστες, από ανθρώπους που έφυγαν απ’ τα χωριά τους σε αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής. Εδώ έχει δουλειά και χρήματα. Η κάμερά της καταγράφει πλανόδιους πωλητές και επιβάτες μέσων μαζικής μεταφοράς, ενώ τους ακούμε σε voice over να μας μιλάνε – οι ίδιοι ή κάποιοι σαν αυτούς. Η κάμερα της ξεκινά να κινηματογραφεί την πόλη πάνω σε ένα τρένο, εν κινήσει, και για όλο το διάστημα της ταινίας που θα παραμείνουμε εντός του Μουμπάι θα υπάρχει μια διαρκής κίνηση, τρένα θα το διασχίζουν οριζόντια, ενώ στο φόντο τα φώτα της πόλης και των διαμερισμάτων θα το φωτίζουν κάθετα. Κι όχι μόνο τρένα, αλλά και λεωφορεία, αυτοκίνητα, πεζοί. Εδώ στη μεγαλούπολη, η νύχτα δεν σηματοδοτεί κανένα τέλος και καμία αδράνεια, εδώ η ζωή βράζει και τη νύχτα, συνεχίζεται και τη νύχτα, κάποιοι πουλούν, κάποιοι ψωνίζουν, κάποιοι χορεύουν, κάποιοι φιλιούνται στα κρυφά.

 

 

Φεύγοντας απ’ το περιβάλλον του ντοκιμαντέρ και μπαίνοντας σε εκείνο της μυθοπλασίας, φεύγοντας απ’ τους ανώνυμους κατοίκους και πηγαίνοντας σε ηρωίδες με όνομα και ιστορία, με μια μετάβαση πάντως που γίνεται εντελώς οργανικά και δεν ξενίζει σε τίποτα καθώς το αισθητικό περιβάλλον παραμένει το ίδιο, θα γνωριστούμε με την Πράμπα, την Ανου και την Παρβάτι. Εργάζονται κι οι τρεις τους σε ένα νοσοκομείο, οι δυο πρώτες ως νοσηλεύτριες (ενώ είναι επίσης και συγκάτοικοι), η τρίτη ως μαγείρισσα. Η ηλικιακή διαφορά τους συνεπάγεται σε ένα βαθμό και τη διαφορετική φάση ζωής στην οποία βρίσκονται. 

Η Παρβάτι είναι η μεγαλύτερή τους και η μόνη απ’ τις τρεις που τα τρέχοντα προβλήματά της δεν έχουν να κάνουν με μοναξιές και ανάγκη συναισθηματικού συντρόφου. Μια γυναίκα που μοιάζει να μην προσδοκά κάτι στον συγκεκριμένο τομέα, που παίρνει τη ζωή όπως έρχεται, όπως της ήρθε, μια γυναίκα που συνειδητοποιημένα ξέρει ότι μπορεί να έχει πεθάνει ο άντρας της, αλλά είναι ΟΚ να ζει μόνη και ανεξάρτητη, μια γυναίκα που θα τα βγάλει πέρα, στην πόλη ή στο χωριό, με ή χωρίς τίτλους ιδιοκτησίας. Ζει πάνω από εικοσαετία στο διαμέρισμα των φτωχών εργατικών κατοικιών. Όταν έκλεισε το κλωστήριο βαμβακιού τους είπαν ότι μπορούν να ζήσουν εκεί, αλλά έγγραφα κατοχύρωσής τους ο άντρας της δεν φρόντισε να κρατήσει κάπου, με αποτέλεσμα να την πιέζουν τώρα να φύγει τόσο με νόμιμα μέσα όσο και με απειλές, γιατί το συγκρότημα θα γκρεμιστεί και στη θέση του θα χτιστεί ένας ακόμα ουρανοξύστης. To Moυμπάι είναι σε διαρκή ανάπτυξη, τα φτωχόσπιτα και οι φτωχοοικοδομές γκρεμίζονται και αντικαθίστανται από εντυπωσιακά νέα κτίρια. Αν είχε νόμιμους τίτλους, θα δικαιούνταν αντιπαροχή ένα διαμέρισμα, τώρα δεν δικαιούται τίποτα. Ο άντρας της της άφησε κληρονομιά την επιπόλαιότητά του, την αμεριμνησία του, το ό,τι να ‘ναι του. 

 

 

H Ανου είναι η μικρότερη όλων, είναι νέα και ζει τη ζωή της και τη νιότη της, κι ας μην την φτάνουν τα λεφτά της, κι ας την κουτσομπολεύουν στη δουλειά. Το αγόρι της είναι μουσουλμάνος κι αυτό είναι σκανδαλώδες. Είναι μια γυναίκα που το πιθανότερο είναι οι καλύτερες στιγμές της να είναι τώρα αυτές, οι απαγορευμένες και αγνές. Η αγνότητα του απαγορευμένου, η νεότητα του έρωτα, οι έρωτες της νιότης. Είναι πιο εύκολο να ερωτεύεσαι νέος, είναι μέρος του όλου σου φωτός, της όλης σου ενέργειας, έχεις μέσα σου χώρο διαθέσιμο, είσαι πιο ανοικτός. Δεν μπορούμε να ξέρουμε τι θα κάνει η Ανου στο μέλλον, αν θα συμβιβαστεί και υποχωρήσει υπό την πίεση του περίγυρού της, της οικογένειάς της, των κοινωνικών και θρησκευτικών αντιλήψεων, αλλά προς το παρόν ακολουθεί την καρδιά της. Ίσως στο μέλλον της κοπούν τα φτερά, αλλά προς το παρόν τα φτερά τα φοράει. Και αν είναι να καταπιεστεί απ’ έξω, τουλάχιστον δεν έχει εσωτερικεύσει την καταπίεση, δεν καταπιέζει και η ίδια τον εαυτό της, τουλάχιστον ζει όσο μπορεί εκτός της καταπίεσης. Και σαν ένα κλείσιμο του ματιού στο «Πέρασμα στην Ινδία», ένας άντρας και μια γυναίκα θα βρεθούν ξανά σε σπηλιές, μόνο που εδώ η συνθήκη είναι εντελώς διαφορετική, εδώ έχουμε δυο ανθρώπους ερωτευμένους. 

Μικρότερη απ’ την Παρβάτι, μεγαλύτερη απ’ την Ανου, η Πράμπα βρίσκεται στη μέση. Και μαζί στο μεταίχμιο. Είναι παντρεμένη, αλλά ο άντρας της ζει στη Γερμανία. Εκτός από την εσωτερική μετανάστευση υπάρχει και η εξωτερική. Και το κυνήγι των καλύτερων συνθηκών ζωής ούτε τελειώνει ούτε περιορίζεται. Γάμοι κανονισμένοι, συνοικέσια με ανθρώπους που σου είναι παντελώς άγνωστοι. Ζει στη Γερμανία και επαφή μαζί της δεν έχει. Τι φταίει ίσως κι αυτός αν παντρεύτηκε μια άγνωστη. Ποια είναι αυτή η άγνωστη που είναι η γυναίκα του; Ποιος είναι αυτός ο άγνωστος που είναι ο άντρας της; Θα της ζητήσει να πάει να ζήσει μαζί του; Θα της δώσει σημεία ζωής; Να συνεχίσει να ελπίζει; Να συνεχίσει να ονειρεύεται; Να δεχτεί την πραγματικότητα όπως είναι; Να μείνει δέσμια κανόνων και πρέπει; Η Παρβάτι τα έχει αφήσει αυτά πίσω, η Ανου τα ζει όλα στο τώρα, η Πράμπα ζορίζεται από την ελπίδα και τα ανοιχτά ακόμη ενδεχόμενα.  

 

 

Μια γυναίκα που δέχεται δυο δώρα. Μια χύτρα κι ένα ποίημα. Μια χύτρα – τύψη στην καλή εκδοχή, μια χύτρα – καβάτζα και δόλωμα στην πιο κυνική, μια χύτρα που έχει ένα τέτοιο σχήμα ώστε ποτέ δεν θα μπορούσε να είναι ανθρώπινο σώμα, ανδρός ή παιδιού, αλλά που, έστω κι έτσι, έχει ύλη, έχει παρουσία, κι η παρουσία είναι το αντίθετο της απουσίας, και η ύλη έχει το δικό της σώμα, είναι κάτι, κάτι που θα μπορούσε να αγκαλιαστεί ως αίτημα, ως λαχτάρα, ως παρηγοριά, ως παράταση της ελπίδας και της αναμονής, ή ίσως ως ματαίωση, ως ήττα, ως συνθηκολόγηση. Σε κάθε περίπτωση, ό,τι απ’ αυτά ή και περισσότερα απ’ αυτά μαζί κι αν ενσωματώνει, κάτι που θα μπορούσε να αγκαλιαστεί τρυφερά.

Όταν όμως επιφυλάσσεις την τρυφερότητά σου για τη χύτρα κι όχι για το ποίημα, όταν σου έχει απευθυνθεί ένας άνθρωπος με τρόπο τρυφερό κι εσύ δεν θες να του απευθυνθείς με τη σειρά σου αντιστοίχως, όταν ένας άντρας σε φαντάζεται σαν λάμπα που φωτίζεις μέσα στη νύχτα κι εσύ δεν ανταποκρίνεσαι, γιατί δεν πρέπει ή γιατί δεν θες, γιατί δεν κάνει ή γιατί δεν σου κάνει, γιατί δεν είναι σωστό ή γιατί δεν είναι σωστό για σένα, τότε το μόνο που σου απομένει είναι να πάρεις τη φαντασία του άντρα που σε θέλει και να την μεταβιβάσεις με τη δική σου φαντασία πάνω στον άντρα που δεν σου δίνει σημεία ζωής, να τον φανταστείς με τη σειρά του εσύ ως εκείνον που σε φαντάζεται ως φως.   

Ακόμα κι αν η έξοδος από την πόλη λειτουργεί απελευθερωτικά, ακόμα κι αν θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πειστικά ότι ως θέμα η ταινία παίρνει κάπως το μέρος της επαφής με τη θάλασσα, θεωρώ ότι οι μαγνητικότερες εικόνες της έρχονται από την πόλη. Και μολονότι η Καπάντια ασκεί έντονη κριτική στον εξοβελισμό των φτωχότερων από τις περιοχές που χτίζονται οι νέοι ουρανοξύστες, στον εξοβελισμό των ίδιων των ανθρώπων που τους χτίζουν, την ίδια ώρα θα φιλμάρει την πόλη τη νύχτα από απόσταση και θα αποτυπώσει το θέαμα που προσφέρουν με τα φώτα τους, προσφέροντας μας εικόνες που θυμίζουν την μεθυστική εισαγωγή του πρώτου “Blade Runner”.

 

 

Η φωτογραφία του «Όλα Όσα Φανταζόμαστε ως Φως» συντελεί καταλυτικά στο να μας περαστεί όλη αυτή η αίσθηση μαγείας της πραγματικότητας. Η φωτογραφία σε συνδυασμό με τη μουσική. Η κίνηση της κάμερας, η ματιά, τα χρώματα, τα μουσικά μοτίβα, τόσο τα πιο σύγχρονα ενός Ινδού μουσικού, όσο και τα καταπληκτικά πιανιστικά κομμάτια, τα οποία ούτε λίγο ούτε πολύ ανήκουν σε μια μοναχή απ’ την Αιθιοπία.

Μεγάλο Βραβείο Επιτροπής στις Κάννες, υποψηφιότητα για χρυσή σφαίρα σκηνοθεσίας και ξενόγλωσσης ταινίας, πληθώρα βραβείων από ενώσεις κριτικών στις ΗΠΑ και αν την είχε προτείνει η Ινδία (κάτι που εντελώς αδικαιολόγητα δεν έκανε) θα ήταν σίγουρα και στην πεντάδα των όσκαρ διεθνούς ταινίας. Στο «Όλα Όσα Φανταζόμαστε ως Φως» η Παγιάλ Καπάντια δημιουργεί τη δική της γραμματική και συντακτικό, με μια ματιά που ξεκινά απ’ το ντοκιμαντέρ και προχωρά στη μυθοπλασία, με ένα βλέμμα άλλοτε βαθιά ποιητικό και άλλοτε καίρια πολιτικό, θα αναδείξει και το έμφυλο και το ταξικό και τα εμπόδια των γλωσσών και τα εμπόδια των θρησκευτικών διαφορών, εντελώς μακριά από κάθε misery porn ή από κάθε καταγγελτικότητα για την καταγγελτικότητα (ακόμα κι ο τρόπος που χρησιμοποιεί την μπούρκα είναι πολύ χαρακτηριστικός), κάνοντας μέχρι και μια σύντομη στάση στην παραίσθηση, αλλά όλα είναι ένα, τίποτα δεν σε πετάει έξω.

 

 

Η Καπάντια ονειρεύεται το Μουμπάι ως φως, ονειρεύεται την επαρχία ως φως, ονειρεύεται τις ηρωίδες της ως φως, αλλά το όνειρό της κάθε άλλο παρά ένα χαζοχαρούμενο ροζ όνειρο είναι, κάθε άλλο παρά ένα διαφημιστικό ή αναπτυξιακό όνειρο είναι, οι αφίσες με τους προνομιούχους που δικαιούνται να ζουν μέσα στην άνεση θα λιθοβοληθούν, η καταπίεση στις ζωές των ηρωίδων και των ηρώων φουλ παρούσα είναι, ωστόσο η κατάφαση στην ομορφιά της πόλης και της ζωής είναι κι αυτή με τη σειρά της ένα πολιτικό πρόταγμα και μαζί μια καλλιτεχνική παρακαταθήκη.

Μια πολύ σημαντική δημιουργός αναδεικνύεται, θα μπορούσε νομίζω βάσιμα να ποντάρει κανείς ότι στο μέλλον θα την ξανακούσουμε και ότι ο πλούτος και οι αποχρώσεις της ματιάς της έχουν πολλά ακόμα να δώσουν. Αλλά είτε πέσει μέσα είτε έξω κανείς στο στοίχημά του, το «Όλα Όσα Φανταζόμαστε ως Φως» είναι εδώ, είναι γεγονός. Και έπιασε ξαφνική βροχή. Και ανεβαίνουν στην ταράτσα να μαζέψουν τα απλωμένα ρούχα. Κι αυτή η μουσική. Κι αυτές οι εικόνες. Κι αυτή η ταινία. 

 

.