Οι Σπυριδούλες γράφουν με κεφαλαία κόκκινα γράμματα «ΟΥΤΕ ΔΟΥΛΑ – ΟΥΤΕ ΚΥΡΑ» έξω από τον τοίχο του σπιτιού της οικογένειας Βεϊζαδέ, εκεί όπου τη δεκαετία του ’50 η 12χρονη Σπυριδούλα από τη Ματαράγκα Αγρινίου ενώ εργαζόταν ως ψυχοκόρη, υπέστη το βασανιστήριο του καψίματος με ηλεκτρικό σίδερο. Η Σπυριδούλα που τη σιδέρωσαν, έτσι την θυμούνται κάποιοι. Εκείνη μίλησε, γι’ αυτό και τώρα ένας Χορός από Σπυριδούλες, μας καλούν με αφορμή τη δική της ιστορία-σύμβολο να μάθουμε για όλες τις γυναίκες εργαζόμενες στην καθαριότητα, του τότε και του τώρα, ψυχοκόρες, εσωτερικές, οικιακές βοηθοί που τις εκμεταλλεύτηκαν, που τις κακοποιήσαν, που είτε βρήκαν φωνή να μιλήσουν, είτε βρήκαν το κουράγιο να φύγουν, είτε όχι.

Οι Ελένη Βλάχου, Αργυρώ Θεοδωράκη, Κατερίνα Λάττα, Αριστέα Σταφυλαράκη και Ελένη Τσιμπρικίδου φέρνουν στη σκηνή για τρίτη χρονιά τις «Σπυριδούλες» και μιλούν για τον φαύλο κύκλο της βίας, τους αγώνες του σήμερα, την αδικία και τη δικαίωση.

«…γιατί θα σε σιδερώσω σαν τη Σπυριδούλα»

Ένας χορός γυναικών επί σκηνής, η καθεμία με το δικό της background, κουβαλώντας τις ιστορίες της δικής της γενιάς και αναρωτιέμαι αν ήταν καταγεγραμμένη στις μνήμες τους η ιστορία της Σπυριδούλας; Ήταν όντως μια ιστορία που «τραυμάτισε» την κοινή γνώμη, ένα έγκλημα που «πότισε» γενιές, που έγινε κομμάτι των καθημερινών αφηγήσεων, που ενέπνευσε κόντρα στη σιωπή και την εκμετάλλευση των αδύναμων:

Ελένη Τσιμπρικίδου: Ήξερα ότι παλιά υπήρχε μια υπηρέτρια που την είχαν σιδερώσει, βέβαια δεν είχα στο μυαλό μου τόσο καθαρά ότι ήταν ψυχοκόρη, ότι ήταν ένα φτωχό παιδί, το οποίο είχε πάει σε ένα σπίτι για να ζήσει καλύτερα και κατέληξε έτσι. Η γενιά των γονιών μου είχε στα αυτιά της αυτό το «Κάτσε καλά, θα σε σιδερώσω σαν τη Σπυριδούλα». Υπήρχε αυτό σαν λαϊκή φράση. Εγώ νομίζω ότι το είχα ψάξει πιο πολύ με αφορμή το συγκρότημα Σπυριδούλα που είχε ο Σιδηρόπουλος, που πήραν το όνομά τους από εκεί και κάπως έτσι το είχα μάθει.

Από την έρευνα που κάναμε αυτό που με συγκίνησε και με συγκινεί είναι το πόσο δεν μιλάμε για αυτά. Δηλαδή το πόσο συνηθισμένο είναι να έχουμε γυναίκες δίπλα μας, οι οποίες μπορεί να βρίσκονται τώρα σε μια κακοποιητική κατάσταση με την οποία ζουν και η κοινωνία δέχεται ότι έτσι ζουν.

Κατερίνα Λάττα: Επειδή έχω μεγαλώσει στην Αθήνα, ήταν ένα κομμάτι που το ξέραμε. Δηλαδή υπήρχε αυτό το φάε γιατί θα σε σιδερώσω, έχει ειπωθεί. Υπήρχε το κάνε αυτό, γιατί θα σε πάρει ο παλιατζής. Μια τρομοκρατία κι ένας φόβος. Αυτή η κουλτούρα της γειτονιάς. Την πρόλαβα τη γειτονιά αλλά είχα ακούσει και από τη μαμά μου και από τη γιαγιά μου ότι το είχαν βιώσει αυτό. Εικάζω ότι είχε γίνει χαμός, αφού είχε μεσολαβήσει ο βασιλιάς, είχαν επέμβει πολιτικοί, η κοινωνία είχε ταρακουνηθεί. Άρχισαν να ανοίγονται στόματα σε σχέση με την εκμετάλλευση κοριτσιών. Είμαι γεννηθείσα το ’83, επομένως το ’90 το άκουγα.

Νομίζω το κομμάτι που ενεργοποίησε πάρα πολύ ήταν ο σαδισμός, ότι αυτό κράτησε τρεις μέρες. Την σιδέρωναν και την είχαν κρύψει. Ευτυχώς με αυτή την παράσταση το πολύ γενναιόδωρο που συνέβαινε σχεδόν σε κάθε παράσταση είναι ότι βγαίναμε έξω και υπήρχε κάποιος άνθρωπος που είχε κάτι να αφηγηθεί είτε από κάποιο συγγενή του είτε από τον ίδιο. Δεν μου έχει ξανατύχει και είναι συγκλονιστική η συχνότητα αυτού του πράγματος.

Αριστέα Σταφυλαράκη: Εγώ δεν είχα ακούσει τίποτα για την Σπυριδούλα. Έχω γεννηθεί και έχω μεγαλώσει στα Χανιά, δεν ξέρω αν αυτό βέβαια έχει σημασία, είναι μια πολύ αθηναϊκή ιστορία, κάπως έτσι την έχω στο μυαλό μου.

Όταν δουλεύουμε με την ομάδα και έχει να κάνει με τον τρόπο που δουλεύει η Νεφέλη (Μαϊστράλη) και γράφει, αυτό που με συγκινεί πάντα είναι η οικουμενικότητα του θέματος. Δεν στέκομαι τόσο πολύ στην ιστορία αυτή καθαυτή, γιατί η αλήθεια είναι ότι την ωμή βία -έτσι αντιλαμβάνομαι το σιδέρωμα- είναι κάτι που κάπως υποσυνείδητα ίσως το εξωθώ λίγο στην άκρη, γιατί δεν ξέρω πώς να το διαχειριστώ. Οι ιστορίες των τόσων άλλων κοριτσιών, είναι αυτό που με συγκινεί περισσότερο γιατί ακουμπάει την ουσία της παράστασης, με αφορμή ένα μιλάμε για πολλά και ο στόχος είναι να γίνουμε ακόμα πιο πολλοί, να ενωθούμε γιατί πιθανόν έχουμε κάποια κοινά ή παρόμοια βιώματα και να υπενθυμίσουμε ότι δεν είμαστε μόνοι. Και για μένα το θέατρο έτσι κι αλλιώς είναι κάτι το οποίο έχει μόνο αλληλέγγυο και ενωτικό χαρακτήρα. Δηλαδή η ανταπόκριση που βλέπεις στον κόσμο, είτε γιατί μπορώ κάποια στιγμή να δω κάποιον που έχει συγκινηθεί, να αντιδράσει έντονα είτε ακόμα και στο χειροκρότημα, καταλαβαίνω ότι κάτι έχουμε μοιραστεί τελικά κι ας μην γνωριζόμαστε, κι ας μην έχουμε έρθει με αυτό τον στόχο απαραίτητα.

Αργυρώ Θεοδωράκη: Εγώ δεν γνώριζα για αυτή την ιστορία. Είμαι του ’95 και οι περισσότεροι συνομήλικοί μου δεν γνώριζαν. Απλά σκέφτηκα ότι αυτά τα κορίτσια άφηναν το σπίτι τους για να πάνε να ζήσουν κάπου αλλού, παρόλο που πολλές φορές χαίρονταν γιατί είχαν νέο σπίτι, καλύτερη ζωή. Όταν έκανα το βιογραφικό της Σπυριδούλας σκεφτόμουν έντονα ότι αυτή στενοχωριέται που αφήνει τ’ αδέρφια της πίσω και μένει μόνη της από 9 χρονών και δεν ξέρει πότε θα ξαναδεί και αν θα ξαναδεί ποτέ την οικογένειά της.

Ελένη Βλάχου: Είχα ακούσει για την ιστορία της Σπυριδούλας αλλά δεν ήξερα πολλές λεπτομέρειες. Ήταν αρκετά σοκαριστικό για εμένα όταν διάβασα την πρώτη φορά το κείμενο της Νεφέλης (Μαϊστράλη). Με τρόμαξε αρχικά το μέγεθος του φαινομένου, το πόσο σύνηθες ήταν να έρχονται μικρά κορίτσια από την επαρχία για να δουλέψουν. Ένα είδος κοινά αποδεκτού δουλεμπορίου μέσα σε μια σύγχρονη κοινωνία. Κάτι πιο συγκεκριμένο που με συγκλόνισε ήταν τα λεγόμενα «μωρά της σοφίτας». Τη δεκαετία του ’60, όταν η Αθήνα βρισκόταν στην περίοδο της αντιπαροχής και γκρεμίζονταν οι παλιές μονοκατοικίες για να χτιστούν πολυκατοικίες, βρίσκονταν συχνά στα ερείπια, οστά ή μούμιες μωρών. Πολλά από αυτά είχαν πεταχτεί στις σοφίτες από νεαρές ψυχοκόρες, μετά από ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες, αποτέλεσμα βιασμών από τα αφεντικά τους. Οι νεαρές αυτές γυναίκες, συχνά ανήλικες, δεν είχαν άλλη επιλογή. Δεν τους άνηκε το σώμα τους, δεν τους ανήκαν τα παιδιά τους.

Την σιδέρωσαν γιατί…: «Τι λόγο έχει ο Θεός σ’ αυτόν τον κόσμο τον δικό μας; Είναι τυφλός, κουφός και άφαντος!»

Στο τέλος μια βροχή από «γιατί» πέφτει πάνω σου. Την σιδέρωσαν γιατί… γιατί…, γιατί… Και όλα αυτά τα γιατί σαν να σε χτυπούν, σαν να σε καρφώνουν, σαν να σε καίνε, όπως έκαψαν το δέρμα της. Η γυναικεία φύση, η επαρχία, η εποχή, η φτώχεια, η σιωπή… τι απ’ όλα; Όλα; Και δίπλα σε όλα αυτά τα γιατί, ένα ακόμα ερώτημα-καθρέφτης της απελπισίας, της αδικίας που τρέφουν την κοινωνία, του τότε, του τώρα, του αύριο: «Τι λόγο έχει ο Θεός σ’ αυτόν τον κόσμο τον δικό μας; Είναι τυφλός, κουφός και άφαντος».

Ελένη Βλάχου: Με απασχολεί πόσο διαφορετικά περνάει ο καθένας τη ζωή του, επειδή «έτυχε να γεννηθεί εκεί και όχι αλλού», όπως λέμε και στην παράσταση. Είναι δύσκολη και τρομερά αδιέξοδη αυτή η σκέψη της αδικίας. Έχει ένα τέτοιο μέγεθος που αναγκαστικά μπλέκεται συχνά με την πίστη στο θείο, την πίστη σε κάτι ανώτερο. Κάποιος θα στραφεί ακόμα περισσότερο στον Θεό ελπίζοντας με την προσευχή του σε έναν καλύτερο κόσμο, άλλος θα αμφισβητήσει την πίστη του και άλλος θα κατηγορήσει τον Θεό για όλα. Το κατανοώ.

Ελένη Τσιμπρικίδου: Από παιδί με θυμάμαι να σκέφτομαι, καλά ο Θεός που μας μαθαίνουν ότι υπάρχει, γιατί στην Ελλάδα έτσι μεγαλώσαμε, ο Θεούλης μας γιατί το κάνει αυτό; Δεν πιστεύω, αλλά έχω μεγαλώσει σε τέτοιο περιβάλλον. Είναι φοβερό ότι μεγαλώνοντας έχεις αυτό το ερώτημα και μάλλον δεν σταματάει αυτό με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Συμβαίνουν τρομερά πράγματα και τώρα μιλάμε από θέση προνομίου προφανώς. Δηλαδή εντάξει, μπορεί να είμαι γυναίκα, αλλά είμαι λευκή γυναίκα, δεν είμαι φτωχή και πάλι όμως αναρωτιέσαι.

Κατερίνα Λάττα: Νομίζω ότι είναι για τον καθένα ανοιχτό. Κατ’ εμέ έχει να κάνει με το ότι αυτό το πράγμα είναι τόσο μεγάλο που μπορεί να φτάσει μέχρι τον Θεό. Αυτή η αδικία για μένα είναι υπαρξιακή, γαλαξιακή, είναι κάτι ανώτερο και όταν δεν ξέρεις, δεν γίνεται να μην κάνεις αυτή την αναφορά στον Θεό. Όλοι το έχουμε πει αλλά είναι μεγάλη ιστορία το τι είναι για τον καθένα ο Θεός και τι είναι θρησκεία.

Αργυρώ Θεοδωράκη: Εγώ δεν πιστεύω, οπότε δεν μπήκα σε αυτή τη διαδικασία, αλλά διαβάζοντας το κείμενο της Νεφέλης καταλαβαίνω ότι έχει λόγο που το γράφει, ότι σε μια μεγάλη πλειοψηφία οι άνθρωποι πιστεύουν στον καλό Θεό, ότι όλα τα πράγματα γίνονται για έναν λόγο κ.λπ. Όταν κάποιες γυναίκες έχουν υποφέρει τόσο πολύ, λες υπάρχει Θεός; Αν υπάρχει με εμάς δεν ασχολήθηκε. Είναι εντελώς άδικος ο κόσμος και πολλές φορές τα ζούμε όλοι λίγο όπως του είναι εύκολο να τα ερμηνεύσει ο καθένας. Και εννοείται έχουν έρθει άνθρωποι στην παράσταση και μας έχουν κάνει «παρατήρηση», που το θεωρούν ιεροσυλία.

Αριστέα Σταφυλαράκη: Εμένα από την πρώτη στιγμή που το άκουσα αυτό, μου ήρθε κατευθείαν ότι η Νεφέλη έχει γράψει αυτή τη φράση και κατ’ επέκταση τη σκηνή ολόκληρη, απαντώντας σε αυτό που λένε πολύ συχνά οι παλαιότερες γενιές, το «έχει ο Θεός», να έχεις πίστη δηλαδή. Περνάει δυσκολίες κάποιος και σου λέει αυτό το γενικό πράγμα, ότι έχε πίστη στον Θεό και ο Θεός σε φροντίζει κι ο Θεός σε αγαπάει, το οποίο είναι κάτι πάρα πολύ γενικό όταν μιλάμε για τέτοιου είδους κακοποίηση. Δηλαδή σε ποιον ακριβώς αναφέρεσαι όταν υπάρχει ένας θύτης που δεν λογοδοτεί στην πραγματικότητα; Σε κανέναν, πάλι στον άνθρωπο γυρίζουμε. Υποστηρίζουμε ότι ο Θεός είναι κάτι άυλο, αλλά πρεσβεύει κάποιες αξίες. Αν δεν ακολουθούμε αυτές τις αξίες, το να λες έχει ο Θεός και να κάνεις μια προσευχή και όλα θα πάνε καλά είναι χωρίς ουσιαστικό νόημα. Ο Χριστιανισμός λέει ότι ο Θεός είναι αγάπη, ότι για κανένα λόγο δεν χρησιμοποιούμε βία, όταν φτάνει λοιπόν ο άνθρωπος να δικαιολογεί τη βία με ένα ωραίο αστραφτερό περιτύλιγμα και να μην κάνει κάτι άλλο, τότε δεν φταίει ο Θεός για κανένα λόγο.

Στα χρώματα της Παλαιστίνης

Με κόκκινα κεφαλαία γράμματα «ΟΥΤΕ ΔΟΥΛΑ – ΟΥΤΕ ΚΥΡΑ» και στο μπαλκόνι του σπιτιού των Βεϊζαδέ, εκεί που η Σπυριδούλα βασανίστηκε, κρεμιέται η σημαία της Παλαιστίνης. Τα χρώματά της είναι σαν να μην έλειπαν ποτέ από τη σκηνή και τα λόγια είναι σαν να μην χρειάζονται, τα έχει πει όλα η Σπυριδούλα αλλά και όλες οι ψυχοκόρες δίπλα της με τα βιώματά τους, την κακοποίηση, την εκμετάλλευση, την εξαθλίωση, στον κόσμο του τότε αλλά και του σήμερα.

Αργυρώ Θεοδωράκη: Με ρώτησαν κάποιοι και πέρυσι δεν ήταν ο πόλεμος, γιατί δεν τη βάλατε πέρσι; Και στην αρχή σκέφτηκα: δεν θα πούμε κάτι; Και μετά συνειδητοποιείς πως ό,τι λέω στο κείμενο ήταν σαν να τα λέω και για τα παιδιά στη Γάζα. Στο τραγούδι που λέμε, εγώ πέρυσι σκεφτόμουν κατευθείαν τον πόλεμο και έκλαιγα: «Παιδιά του κόσμου όλου που σας βίασαν την ψυχή, άνθρωποι του διαβόλου…».

Ελένη Τσιμπρικίδου: Για μένα αυτό το σχόλιο που έγινε μέσω της παράστασής μας, χωράει σε όλες τις παραστάσεις. Το εντάξαμε σε αυτήν, δεν είναι στο φινάλε. Πώς θα μπορούσαμε να μην μιλήσουμε γι’ αυτό; Είναι πολύ βαρύ. Έχω πολλές εικόνες στα μάτια μου που είναι αντίστοιχες με την αδικία της Σπυριδούλας ή των ψυχοκόρων. Μιλώντας για τη Γάζα δεν υπάρχει επιλογή, δεν υπάρχει διαφυγή και δεν είναι ότι δεν μιλάμε και μας συμβαίνει αυτό, είναι ότι μιλάει όλος ο κόσμος και εξακολουθεί να συμβαίνει αυτό. Είναι πολύ δυνατή στιγμή το ότι έχουμε ανθρώπους οι οποίοι βλέπουν την παράσταση και είναι μαζί μας σε αυτό που πιστεύουμε, όχι ότι τους πάμε εμείς, ότι είναι και άλλοι σαν και εμάς.

Κατερίνα Λάττα: Μας δίνεται ένα βήμα με πολλή προσοχή και αγάπη. Είναι το ελάχιστο που μπορούμε να κάνουμε. Θεωρώ ότι η τέχνη καλλιεργεί συνειδήσεις και μας κάνει να επικοινωνούμε, να μην κάνουμε ότι δεν υπάρχει. Δεν θα αλλάξει η ζωή και εγώ θα πάω στη δουλειά, θα πιω μια μπύρα, θα πάρω τα τσιγάρα μου… Ο δυτικός πολιτισμός με αυτό που συμβαίνει τώρα είναι κάτι τρομερό που και γι’ αυτό κιόλας διχοτομεί, γιατί στην ουσία εσύ έχεις νερό, έχεις να φας, αλλά ταυτόχρονα συμβαίνει κι αυτό εκεί. Στον Β’ Παγκόσμιο μετά τον Εμφύλιο η φάση που συνέβαινε, αν εξαιρέσεις ότι υπήρχαν οι αστοί και οι φτωχοί, ήταν πολύ καθαρό, υπήρχε μεγάλη φτώχεια. Τώρα κάπως έχει αλλάξει αυτό, έχει μετακινηθεί, και εμείς έχουμε ξεχάσει πολύ εύκολα την ιστορία μας.

Αριστέα Σταφυλαράκη: Είναι ένα κομβικό σημείο, συμβολικό γιατί η Σπυριδούλα μιλάει για την ίδια, αλλά μιλάει ουσιαστικά για έναν κόσμο όπως τον φτιάξαμε ή όπως τον αφήσαμε να γίνει και για μένα η σημαία συμπεριλαμβάνεται ολόκληρη σε αυτή τη φράση. Θεωρώ ότι είναι πολύ σημαντικό ο καθένας να κάνει τις δικές του συνδέσεις, για τη θέση που μπορεί να έχει σε αυτό το ζήτημα της Παλαιστίνης, για τις εικόνες που μπορεί να έχει, για τις συζητήσεις που μπορεί να έχει κάνει, για τους προβληματισμούς του. Ας κάνει την προβολή στο βαθμό που αντέχει και θέλει. Στο τέλος νομίζω ότι μας ενώνει πάλι ότι μιλάμε για την αναζήτηση της δικαιοσύνης ενός αγώνα.

 Σε ποια ιστορία τού τώρα βλέπεις τη Σπυριδούλα;

Η Σπυριδούλα μίλησε, ενέπνευσε, έγινε σύμβολο για να μην ξεχάσουμε την ιστορία της, για να μην ξαναγραφτεί παρόμοια ιστορία και παρόλα αυτά απέναντι στο πλήθος των περιστατικών βίας που εξακολουθούν να βλέπουν σήμερα το φως, πολλές φορές χωρίς δικαίωση, δεν παύει να καθρεφτίζεται το πρόσωπό της.

Ελένη Τσιμπρικίδου: Ένα πρόσωπο του σήμερα που έμοιαζε πολύ με τη Σπυριδούλα για μένα ήταν η δωδεκάχρονη από τον Κολωνό, αυτό είχε σκάσει όταν πρωτοξεκίνησε η παράστασή μας στο Φεστιβάλ Αθηνών. Πόσο πιο σαφώς μπορούσαμε να λέμε ότι μιλάμε για μια 12χρονη φτωχή κοπέλα, η οποία κατέληξε έτσι; Και ακόμα είναι, γιατί όλο αυτό πήρε άλλες διαστάσεις που το έκαναν ίσα ίσα χειρότερο το πράγμα. Δεν είναι ότι αυτό το κορίτσι μίλησε όπως η Σπυριδούλα και σώθηκε, βοηθήθηκε, αγκαλιάστηκε από τον κόσμο. Τα αφεντικά της Σπυριδούλας καταδικάστηκαν, αλλά για πολύ λίγο, δηλαδή για πέντε χρόνια, κάτι τέτοιο. Για την 12χρονη στον Κολωνό μιλάμε για ένα τεράστιο κύκλωμα απ’ ότι φαίνεται, για το οποίο δεν έχει υπάρξει λύση.

Αριστέα Σταφυλαράκη: Έχουμε τέτοια περιστατικά όπως το περιστατικό με τη 12χρονη του Κολωνού που δεν ξέρω που το έχουμε αφήσει ή με αυτό το αγοράκι που του σβήνανε τσιγάρα πάνω του που τελικά «έσβησε» το παιδί. Ξημερώνει η μέρα και μαθαίνουμε σαν να είναι κάτι το οποίο: τι να κάνουμε, συμβαίνει και αναρωτιέμαι κάθε φορά πώς γίνεται να συμβαίνει. Όχι αν ο κόσμος είναι δίκαιος ή άδικος, αλλά οι υπόλοιποι γύρω πού είμαστε; Έχω υπάρξει μάρτυρας ενός τρομερού καβγά μεταξύ γονέα και παιδιού και είχα παγώσει στο μπαλκόνι περιμένοντας να επέμβω. Στην πορεία που είχαν κάπως ηρεμήσει, προσπάθησα να πω στη μητέρα του παιδιού ότι έχω φίλες κοινωνικές λειτουργούς, αν θεωρείς ότι θέλεις κάπου να μιλήσεις και με κοίταζε λίγο περίεργα με την καλή έννοια, ότι καταλαβαίνει για τι πράγμα μιλάμε. Κι εκεί αισθάνθηκα αμήχανα αλλά δεν πειράζει. Άμα είναι να είναι η αμηχανία το τίμημα, εντάξει. Δεν ξέρω κι εγώ αν έκανα καλά, αλλά θέλω να πω ότι αυτό είναι βασικά το ερώτημα, πού είμαστε εμείς και πώς τοποθετούμε τον εαυτό μας απέναντι σε τέτοια πράγματα. Για μένα στο σύνολό της η παράσταση λέει ότι είναι ένας αγώνας για τη δικαιοσύνη και αυτό που έχει γίνει με τα Τέμπη και οι διαστάσεις που έχει πάρει με συγκινεί και με συγκλονίζει βαθύτατα. Οπότε, αν μπορώ να κάνω μία αντιστοιχία στη δυναμική της παράστασης θα ήταν σε αυτό. Που επίσης έχουν περάσει πόσα χρόνια και ακόμα συζητάμε. Ποιος; Γιατί, τι;

Ελένη Βλάχου: Τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, κάθε φορά που λέμε την ιστορία της Σπυριδούλας και όλων αυτών των ψυχοκόρων που ουσιαστικά καταστράφηκε η παιδική τους ηλικία μια για πάντα, σκέφτομαι έντονα τα παιδιά της Γάζας. Η δραματική τους ιστορία- που ακόμα γράφεται- έβγαλε στην επιφάνεια τις παθογένειες όλων των σύγχρονων κρατών. Κατά τ’ άλλα σύμβολο για εμένα είναι κάθε άνθρωπος της διπλανής πόρτας που ζει τη ζωή του συνειδητά, που αναλαμβάνει τις ευθύνες του, που τολμά να κάνει θαρραλέες επιλογές ώστε να ζει ελεύθερος. Δεν είναι αυτονόητο οπότε τέτοιους ανθρώπους είναι καλό να τους παρατηρούμε και να μαθαίνουμε από αυτούς.

Κατερίνα Λάττα: Έχω βρεθεί δίπλα σε γυναίκες που έχουν κακοποιηθεί αλλά και κοντά στην εργασιακή εξαθλίωση. Το έχω υποστεί, υπάρχει στο καθημερινό μου περιβάλλον. Έχει χρειαστεί να δουλέψω πάρα πολλές ώρες για να πρέπει να εξυπηρετήσω κάποιον. Αυτό που λέει η Σπυριδούλα της Ελένης ότι εγώ ένσημα δεν είχα, οι αδερφές μου είναι περισσότερο τσαούσες και είχαν. Είναι θέμα το πώς καταπατούνται τα εργασιακά μας δικαιώματα και τι πρέπει να υποστούμε, τι πρέπει να θυσιάσουμε για να βγάλουμε ένα μεροκάματο, να ακούμε το οτιδήποτε για να μπορέσουμε να κάνουμε αυτό που αγαπάμε.

Όσον αφορά το κομμάτι της Σπυριδούλας, το πιο κοντινό είναι πραγματικά αυτό που συμβαίνει στη Γάζα. Φροντίζω όσο οδυνηρό και να είναι, να το βλέπω γιατί είναι δίπλα μας. Με το κόστος και τη γνώση ταυτόχρονα. Δεν θεωρώ ότι θα διασφαλίσω την ψυχική μου ηρεμία κόβοντας την επαφή με τον έξω κόσμο. Το θέμα είναι να είμαι λειτουργική και να βρω όσο το δυνατόν καλύτερη λύση στον τόπο μου. Δεν είμαι εκεί, δεν μπορώ να το αλλάξω, είμαι εδώ, αλλά όσο μπορώ να υπάρχω και να βοηθάω με οποιονδήποτε τρόπο μπορώ, αν είναι μέσα από το θέατρο, αν είναι μέσα από έναν οργανισμό, αν είναι μέσα από ανθρώπους που μαζευόμαστε και παλεύουμε γι’ αυτό.

Αργυρώ Θεοδωράκη: Για την παράσταση πήραμε συνεντεύξεις, εγώ είχα πάρει από μία κυρία που είχαμε στο σπίτι μας 15 χρόνια, ήταν οικογένειά μας. Μου αφηγήθηκε λοιπόν όσα της είχαν κάνει τα αφεντικά της, πριν έρθει σε εμάς. Την είχαν βάλει να σφουγγαρίζει στα τέσσερα με βετέξ, τους έλεγε να πάρει σφουγγαρίστρα και δεν την άφηναν. Είχα συγκλονιστεί, γιατί θα μπορούσε να μείνει και να ζει αυτό και να μη βρει εμάς αλλά είπε όχι, φεύγω. Την ήξερα δεκαπέντε χρόνια από όταν ήμουν παιδί αλλά με αφορμή την παράσταση έμαθα και αυτό που έχει βιώσει. Τόσα χρόνια ήταν δίπλα μου και δεν την είχα ρωτήσει ποτέ.

Η δικαίωση μιας Σπυριδούλας στο τώρα

Σε αυτόν τον φαύλο κύκλο βίας που ζούμε, το μονοπάτι της δικαιοσύνης συχνά μοιάζει να οδηγεί σε αδιέξοδο. Χωράει άραγε η δικαίωση μιας Σπυριδούλας στο τώρα; Έχεις εμπιστοσύνη στη δικαιοσύνη;

Αργυρώ Θεοδωράκη: Δεν πολυπιστεύω γιατί ακόμα και τα αφεντικά της Σπυριδούλας μπήκαν πολύ λίγα χρόνια φυλακή. Το μόνο που μπορεί να γίνει είναι να φεύγουν και να μιλάνε οι άνθρωποι αλλά και πάλι το λέω εκ του ασφαλούς. Δεν πιστεύω ότι θα δικαιωθεί η σημερινή Σπυριδούλα δυστυχώς. Ίσως ελάχιστα να υπάρχει ένα ταρακούνημα, γιατί είναι πιο κινητοποιημένος ο λαός συνολικά από όλα αυτά που συμβαίνουν. Κι εγώ είμαι και λίγο αισιόδοξος άνθρωπος, στην πραγματικότητα τα βλέπω και σαν παραμυθάκι.

Ελένη Βλάχου: Ζούμε όντως στην εποχή που τη λέξη δικαιοσύνη την βάζουμε σε εισαγωγικά. Δεν είμαι σίγουρη αν θα δικαιωνόταν μια Σπυριδούλα σήμερα, λυπάμαι που το λέω. Η ετυμηγορία θα εξαρτιόταν από χίλιους άλλους παράγοντες εκτός από το προφανές: ότι έχει το δίκαιο με το μέρος της. Εμπιστεύομαι ωστόσο τη δύναμη της κοινωνίας που φαίνεται να έχει αρχίσει κάπως να δυναμώνει και να απαιτεί δικαιοσύνη και διαφάνεια.

Ελένη Τσιμπρικίδου: Δεν ξέρω αν το θέμα μου είναι ότι δεν έχω εμπιστοσύνη στη δικαιοσύνη ή αν θεωρώ ότι τα μέσα που έχει κάποιος για να προβεί στη δικαιοσύνη, είναι τα ίδια για όλους. Δεν είμαστε όλοι το ίδιο. Ούτε θα μας αντιμετωπίσουν το ίδιο αν πάω εγώ να καταγγείλω κάτι ή αν πάει κάποια πλούσια ή κάποια φτωχή. Θέλω να πιστεύω ότι βρίσκουν δικαίωση τα θύματα, αλλά πολλές φορές λοιδορούνται. Καταγγέλλεις έναν βιασμό και το σύστημα είναι τέτοιο που μπορεί κάποιος να σε ρωτήσει τι φόραγες και να είναι εντάξει. Δηλαδή να θεωρείται ακόμα ότι προκαλείς. Μεγαλώνουμε και τα παιδιά μας έτσι. Εγώ ως κορίτσι έχω μεγαλώσει έτσι. Μην το βάλεις αυτό, πρόσεχε. Οπότε δεν ξέρω πώς μπορώ να πιστέψω στη δικαιοσύνη. Γιατί η δικαιοσύνη δεν είναι ανεπηρέαστη, είναι κομμάτι της κοινωνίας και η κοινωνία δεν ξέρω αν είναι ακόμα εκεί. Είναι λίγο πεσιμιστική η στάση μου σε αυτό, αλλά δεν είναι ακριβώς ότι δεν πιστεύω στην ελληνική δικαιοσύνη, στη συμπαντική δικαιοσύνη, νομίζω σε αυτήν δεν πιστεύω. Εννοώ ότι δεν είναι ότι ο καθένας παίρνει αυτό που του αξίζει. Γιατί ας πούμε ο Πάνος Ρούτσι έχασε το παιδί του; Τι είναι κάρμα; Έκαναν κάτι; Όπως και σε αυτές τις γυναίκες. Γιατί σε κάποια αξίζει αυτή η κακοποίηση; Σε καμία δεν αξίζει ούτε τώρα, ούτε και τότε.

Κατερίνα Λάττα: Έχει κλονιστεί η εμπιστοσύνη μου. Δεν θέλω να σταματήσω να πιστεύω. Έχω την ανάγκη ενός ανθρώπου ή μιας ιδέας που να ενοποιήσει. Μακάρι να το δω να συμβαίνει, γιατί εμείς είμαστε μια γενιά που τα ζήσαμε λίγο πολύ όλα, την οικονομική κατάρρευση, τα capital controls, τον covid. Παρόλα αυτά όμως βλέπω ότι υπάρχουν άνθρωποι που με τίμημα την ψυχή τους και τη σωματική τους ευημερία και ζωή παλεύουν. Δεν μπορείς να δεχτείς ότι αυτό το πράγμα που διοικεί, το πολίτευμά σου, ότι μπορεί να είναι σαθρό. Αυτό θέλει μια αλλαγή. Δεν ξέρω πώς θα έρθει. Νιώθω ότι με αυτή την υπόθεση των Τεμπών είμαστε πολύ κοντά και αυτό διότι βρέθηκαν άνθρωποι. Ξεκίνησε προσωπικά από τους ανθρώπους, από τη βαθιά τους αδικία. Οδεύουμε προς μια συναισθηματική, ψυχική αλλά ταυτόχρονα και πρακτική φτώχεια, την οποία δεν ξέρουν πώς να την διαχειριστούμε, ενώ στο μάτι φαίνεται ότι ζούμε. Πολύ οξύμωρο. Φροντίζω να διαβάζω, να είμαι με ανθρώπους που με εμπνέουν και φυσικά πιστεύω ότι η ζωή είναι πολύ όμορφη, θέλει χαρά, κέφι, προσπάθεια. Και όσο παρωχημένο κι αν ακούγεται πια, την ατομική μας ευθύνη. Κάποιες έννοιες πια έχουν χάσει τη βαρύτητά τους, ο νόμος, η δημοκρατία, η πίστη, η ατομική ευθύνη.

Αριστέα Σταφυλαράκη: Πιστεύω ακόμα στους ανθρώπους, ότι μπορούμε να αλλάξουμε τα πράγματα έτσι ώστε να μην φτάνουμε σε τέτοιου είδους ζητήματα που να ψάχνουμε τη δικαιοσύνη τελευταία στιγμή. Εμένα δηλαδή η δική μου η επιθυμία, το δικό μου το όνειρο είναι αυτό, στο τι διεκδικούμε, στο πώς τα διεκδικούμε και στο πώς βλέπουμε τον συνάνθρωπό μας. Είμαστε πάρα πολύ καλοί στο να καταστρέφουμε, το κάνουμε με πολύ μεγάλη επιτυχία, με πολλούς διαφορετικούς τρόπους και το έχουμε αποδείξει αιώνες τώρα. Είμαστε όμως ικανοί και για απίστευτα όμορφα πράγματα, δίνοντας τον καλύτερό μας εαυτό, βάζοντας λίγο τον εγωισμό μας στην άκρη και κυρίως μοιράζοντας πράγματα, συναισθήματα, τότε μπορούμε να ζήσουμε μεγαλειώδεις στιγμές.

Τι αποτύπωμα εύχεσαι να αφήσουν οι «Σπυριδούλες»;

Στην έναρξη της τρίτης σεζόν επί σκηνής, εύχομαι να συνεχίσουν να κρατάνε τις Σπυριδούλες ζωντανές, να δίνουν φωνή στις ιστορίες τους μέχρι να μην τις ξεχνάει κανείς, μέχρι να σταματήσουν να υπάρχουν και εκείνες με τη σειρά τους εύχονται:

Ελένη Τσιμπρικίδου: …να μείνει το θάρρος αυτού του κοριτσιού. Εύχομαι να μείνει ότι μέσα μας είμαστε δυνατοί και μπορούμε να το κάνουμε. Εύχομαι να μπορούμε να δημιουργούμε πλαίσια στα οποία θα μπορείς να το κάνεις, στα οποία θα μπορείς να μιλάς. Γι’ αυτό λέμε την ιστορία περισσότερο από όλα, όχι για τη βαναυσότητα της κακοποίησης, αλλά γιατί αυτό το κορίτσι βρήκε το θάρρος και το έκανε μόνη της. Η παράσταση είναι πολιτική. Επίσης τα στοιχεία που παραθέτουμε για τις σημερινές καθαρίστριες είναι αλήθεια ότι το πάτωμα θα σφουγγαριστεί με σφουγγαρόπανο στα τέσσερα, γιατί καθαρίζει καλύτερα. Κάπου το είπα πρόσφατα και μου είπαν άμα είναι μωσαϊκό, εννοείται θέλει χέρι. Και λέω παιδιά τι λέτε;

Ελένη Βλάχου: Ελπίζω να ανοίγουμε στους θεατές ένα παράθυρο προς τις ζωές εκείνων των ανθρώπων που καταπιέζονται λόγω φύλου, καταγωγής, ηλικίας, κοινωνικής τάξης και αυτό το παράθυρο να μένει ανοιχτό και μετά το τέλος της παράστασης. Εύχομαι επίσης οι θεατές να φεύγουν με την ελπίδα ότι τα πράγματα μπορούν να πάνε καλύτερα και αυτό είναι – σε κάποιον τουλάχιστον βαθμό- και στο χέρι μας.

Αριστέα Σταφυλαράκη: Εύχομαι να του μείνει το θετικό συναίσθημα, το οποίο προσπαθούμε να βγάλουμε γιατί σίγουρα είναι μια βαριά παράσταση με ιστορίες οι οποίες είναι δυσάρεστες, με πολύ σκοτάδι και πολλή βία αλλά στο τέλος που πρώτη κιόλας η Ελένη λέει «Ανάσανα. Σηκώθηκα λίγο από το πάτωμα. Δεν γονατίζω πια.». Μπορεί να είναι μόνο μια στιγμή, αλλά θα ήθελα να θυμούνται οι θεατές ότι υπάρχουν και αυτές οι στιγμές και όχι επειδή το λέμε εμείς, επειδή υπάρχουν και οτιδήποτε είναι αυτό που μπορεί να μας βαραίνει στην καθημερινότητα, είναι στο χέρι μας να τις ξαναβρούμε, αρκεί να θυμηθούμε ότι υπάρχουν. Η απογοήτευση φέρνει πολύ θυμό και ο θυμός φέρνει είτε επεισόδια βίας είτε πάρα πολλή αδράνεια και μετά γυρίζει μέσα μας. Φαύλος κύκλος και τα λέω και για να τ’ ακούω και εγώ.

Αργυρώ Θεοδωράκη: Η τελευταία φράση που λέω στον μονόλογο: «Μαζί με μένα σιδέρωσαν όλες τις Σπυριδούλες κι όλους τους Σπυριδούλους αυτού του κόσμου, του κόσμου όπως τον φτιάξαμε ή όπως τον αφήσαμε να γίνει κάποτε». Εμείς οι άνθρωποι κάνουμε τον κόσμο όπως είναι, δεν είναι κάτι έτοιμο. Ναι, γεννιόμαστε και είναι κάτι έτοιμο που πορευόμαστε σε αυτό αλλά στην πραγματικότητα πρέπει ο καθένας να βάζει το λιθαράκι του λίγο ώστε να έχουμε έναν καλύτερο κόσμο. Το καλύτερο για τον καθένα είναι διαφορετικό.

Κατερίνα Λάττα: Και τα νερά ταράξτε… όλοι μας. Τα νερά να ταράξουμε ο καθένας για το σπίτι του, για τους δικούς του, για την κοινωνία. Να ταράξουμε τα ύδατα όλοι μαζί.

Info

«Σπυριδούλες» | Νέο Θέατρο Βασιλάκου