Η ζέστη δεν υποχωρούσε ακόμα και μετά το σούρουπο. Ήταν από εκείνα τα βράδια που ο αέρας ήταν ανύπαρκτος και η θερμοκρασία στα ύψη. Κι όμως, ο κόσμος κατέφθανε από νωρίς, αθόρυβα σχεδόν, με μια παράξενη ευλάβεια. Χιλιάδες άνθρωποι ανηφόριζαν προς το Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου κουβαλώντας νερά, βεντάλιες, καπέλα, κι ένα βλέμμα γεμάτο περιέργεια και ανυπομονησία. Το θέατρο γέμιζε αργά και σταθερά. Οι βεντάλιες  έγιναν γρήγορα το σκηνικό των θεατών. Μια μικρή χορογραφία δροσιάς, λίγο πριν μας αποκαλυφθεί η η παράσταση.

Σ’ ένα σκηνικό νεκροταφείου, ένας τόπος ανάπαυσης. Όλα ξεκίνησαν μέσα στο σκοτάδι. Σε έναν τόπο διάσπαρτο από ταφικά μνημεία, ένα σκηνικό επιβλητικό και μυσταγωγικό μαζί. Στο βάθος της σκηνής, ένα εκκλησιαστικό όργανο στέκει δεξιά κι από την άλλη ένα μεγάλο κουτί που μοιάζει με ντουλάπα, από την αριστερή. Μέλη μιας οικογένειας εμφανίζονται σιγά-σιγά, κουβαλώντας φαγητό, τσάι, χαλιά, φαναράκια, μια μικρή ελιά. Έρχονται για να αγρυπνήσουν. Για να αποχαιρετήσουν τον γενάρχη τους. Και τότε, μέσα από το μισοσκόταδο και τη βραδύτητα του τελετουργικού, ο άνδρας αυτός «ξυπνά». Ζωντανεύει, για να αφηγηθεί. Να μοιραστεί ένα όραμα: ότι του παρουσιάστηκε ο Θεός και του πρότεινε, αν τον ακολουθήσει σε έναν συγκεκριμένο τόπο και βιώσει εξαρχής όσα πέρασε στη ζωή του, θα του αποκαλυφθεί το γιατί. Γιατί υπέφερε όπως υπέφερε. Αυτή είναι η ιστορία του Οιδίποδα. Και το ταξίδι ξεκινά.

Ο Οιδίπους και οι δικοί του ανασύρουν τη μνήμη, περνούν από τα στάδια της αποκάλυψης, και ξαναζούν το παρελθόν. Αναζητούν απαντήσεις στα ερωτήματα που εκείνος παθιασμένα θέτει. Ολόκληρη η γενιά του Λάιου σηκώνεται από τη γη. Όλοι αυτοί που κάποτε έζησαν, πόνεσαν, έπραξαν και, τώρα πια, επιστρέφουν για να θυμηθούν, να αφηγηθούν, να καταλάβουν. Ο Οιδίπους μιλάει με τα παιδιά του, με τη γυναίκα (και μητέρα του), με τον μάντη Τειρεσία, με τον Κρέοντα και τον Θησέα. Σε αυτό τον τόπο των σκιών, οι ήρωες συνδιαλέγονται, ρωτούν, θυμούνται. Νεκροί που δεν ησύχασαν ποτέ και επιστρέφουν για να καταλάβουν. Να πάρουν και να δώσουν απαντήσεις. Όλα περιστρέφονται γύρω από την ανάγκη της αλήθειας, αυτής που δεν πρόλαβαν ή δεν άντεξαν όσο ζούσανε.

Ο Γιάννης Χουβαρδάς καταθέτει τον δικό του «Οιδίποδα». Μετέφρασε, διασκεύασε και σκηνοθέτησε τους δύο μεγάλους σοφόκλειους σταθμούς του μύθου, τον Οιδίποδα Τύραννο και τον Οιδίποδα επί Κολωνώ, ως μία ενιαία παράσταση. Μια ανάποδη αφήγηση, που ξεκινά από το τέλος: τον γέρο, τυφλό Οιδίποδα. Έναν ήρωα που σέρνει πάνω του τις στάχτες της ζωής του, μα επιμένει να ζητά απαντήσεις. Γιατί; Γιατί όλα αυτά;

Μέσα από την αντίστροφη πορεία της αφήγησης, αυτό που κάποτε ήταν τρομερό, τώρα μοιάζει σχεδόν ανθρώπινο. Και εκείνος, ο πρώην βασιλιάς της Θήβας, αναδύεται σαν κάτι παραπάνω από τραγικός ήρωας: σαν κάποιος που βρήκε, τελικά, τον προορισμό του στη δύση της ζωής του.

Ο Οιδίπους, ο πιο τραγικός απ’ όλους, είναι ένας άνθρωπος που περπατά ξανά τη γραμμή της ζωής του αναζητώντας τους υπεύθυνους της καταστροφής του. Πολύ σύντομα γίνεται αντιληπτό πως αυτό που τον βασανίζει τελικά δεν είναι η ευθύνη των άλλων μα η ίδια του η ύπαρξη. Και κάπου εκεί, ανάμεσα στις λέξεις και στις σιωπές που διαρκούν όσο μια αιωνιότητα, ακούγεται το πιο σπαρακτικό ερώτημα: Γιατί να γεννηθεί κανείς; Μια κραυγή που έρχεται από πολύ μακριά, από τον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης. Ένα ερώτημα δίχως απάντηση, σπαρακτικά αληθινό. Μια απορία που καθένας μας κουβαλάει και που κάποτε, αργά ή γρήγορα, θα βρεθούμε να την λέμε με ακριβώς τα ίδια λόγια: Γιατί γεννιόμαστε; Γιατί ζούμε; Προς τα πού οδεύουμε; Σαν τη βεβαιότητα που όλους μας ενώνει.

Ένα ερώτημα φιλοσοφικό, μα άρρηκτα δεμένο και με τη θρησκευτική εμπειρία. Στην παράσταση, ο Οιδίπους μοιάζει με μορφή ιερή: ένας Χριστός χωρίς σταυρό, μα με το ίδιο άνοιγμα των χεριών, την ίδια παραίτηση, την ίδια επίκληση. Το φορτίο του μοιάζει πανανθρώπινο. Κι όμως, μαζί με τον χριστιανικό συμβολισμό, αναδύονται και άλλες θρησκευτικές σκιές: η ιδέα της μετενσάρκωσης, του καρμικού κύκλου, της τελικής ανάτασης. Μια διαθρησκειακή σιωπή διαπερνά το έργο, κι όλα οδηγούν σε έναν υπαρξιακό στοχασμό.

Ακόμα και τα κοστούμια ενισχύουν αυτή την ατμόσφαιρα. Με αναφορές στη βικτωριανή εποχή, παραπέμπουν σε φιγούρες προτεσταντικής αυστηρότητας. Προσωπικά, μου έφεραν στον νου τον κόσμο του Ντίκενς και το φάντασμα του Σκρουτζ, εκείνη την ενδιάμεση φάση ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, όπου όλα μπορούν να επαναπροσδιοριστούν αν έχεις τη δύναμη να κοιτάξεις πίσω. Έτσι και ο Οιδίπους: περιδιαβαίνει τα φαντάσματα της ζωής του. Μόνο που εδώ, η συγχώρεση δεν έρχεται απ’ έξω, πρέπει ο ίδιος να τη δώσει στον εαυτό του. Όλα σε αυτή την παράσταση υποδεικνύουν την ακατάλυτη σχέση της ζωής με τον θάνατο, και του θανάτου με τη ζωή. Γιατί τίποτε δεν τελειώνει με τον θάνατο. Οι ερωτήσεις παραμένουν. Η ανάγκη για αλήθεια μάς ακολουθεί. Ζούμε για να αναζητήσουμε την αλήθεια της ζωής μας μετά θάνατον. Εκεί που δεν υπάρχει πια φόβος, ούτε προσποίηση.

Και η διανομή των ρόλων ενισχύει αυτό το αίσθημα καθολικότητας, του «όλοι μπορεί να είμαστε όλοι». Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη υποδύεται τον Κρέοντα, πλάθοντας μία μορφή υπό από το βάρος της εξουσίας και της προφητείας. Η Στεφανία Γουλιώτη ενσαρκώνει με καθαρότητα την Ιοκάστη και με εσωτερική δύναμη τον Θησέα, σε μια σπάνια ισορροπία θηλυκού και αρσενικού στοιχείου, τρυφερότητας και ηγεμονίας. Αυτό το πέρασμα των ρόλων από σώμα σε σώμα μοιάζει να μην περιορίζεται σε μία απλώς αισθητική επιλογή. Είναι ένα φιλοσοφικό σχόλιο πάνω στην ίδια τη ζωή. Όλα είναι ρευστά. Και οι ρόλοι, και οι ταυτότητες, και οι μοίρες. Ο καθένας μπορεί, κάποια στιγμή, να βρεθεί στη θέση του άλλου. Να γίνει αυτός που υπέφερε, αυτός που προκάλεσε πόνο, αυτός που αδίκησε ή αδικήθηκε. Οι κατηφόρες δεν είναι αποκλειστικότητα των άλλων. Μπορεί να είναι μπροστά μας, να μας περιμένουν. Κι αυτή η σκέψη, όσο κι αν πονά, είναι βαθιά απελευθερωτική.

Ο Νίκος Χατζόπουλος αφηγείται και οργανώνει τον μύθο, και ο Νίκος Καραθάνος, στον ρόλο του Οιδίποδα, που κουβαλά το βάρος του συναισθηματικού φορτίου μιας γενιάς γεμάτης θανατικό. Δυναμικός, ζωντανός, βαθιά αποκαλυπτικός. Υποδύεται τον ήρωα με φροντίδα και θέρμη, σαν να κρατά στα χέρια του ένα εύθραυστο αντικείμενο που πρέπει να επιστρέψει στον κόσμο ακέραιο, φωτισμένο.

Δυστυχώς, ο τεχνικός ήχος δεν τον υπηρετεί. Τα μικρόφωνα τον περιορίζουν, κάνουν τη φωνή του να ακούγεται σαν από απόσταση, ταλαιπωρημένη. Θα ήθελα να τον δω να παραδίδεται πλήρως στην ακουστική του θεάτρου, να δοκιμάζει εκείνη την παλιά, ζωντανή συνθήκη της Επιδαύρου όπου ο παραμικρός ψίθυρος μπορεί να φτάσει στα ύψη.

Όλα αυτά δεν θα είχαν την ίδια δύναμη χωρίς τη ζωντανή μουσική. Ένα μόνο όργανο εκκλησιαστικό, συνοδεύει την παράσταση, ενισχύοντας το τελετουργικό στοιχείο, προσδίδοντας αρμονία και πνευματικότητα στο σύνολο. Σαν ένας ήχος που έρχεται από τα βάθη ενός ναού ή μιας εσωτερικής σπηλιάς. Μοιάζει με τον ήχο της εσωτερικής μεταμόρφωσης, του αργού, αναγκαίου περάσματος από τον πόνο στην αποδοχή, από τη σιωπή στη λύτρωση.

«Ζω για να σκέφτομαι, αλλά σκέφτομαι τον θάνατο για να καταλάβω τη ζωή.» Ρενέ Ντεκάρτ