Στη σκηνή, ένας άντρας, μία γυναίκα κι ένα ηλεκτρικό μπάσο μάς μεταφέρουν μέσα σε ένα παραμύθι που μοιάζει να μιλά για όλους μας. Οι Ζωντανοί δεν αφηγούνται ένα γεγονός· πλάθουν έναν κόσμο. Έναν κόσμο όπου ένα παιδί, όπως κάθε παιδί μέσα μας, αποφασίζει να συναντήσει κατάματα τον φόβο. Διασχίζει θάλασσες, ακουμπά μαύρη γη, κατεβαίνει σε πηγάδια και δάση σιδερένια, ψάχνοντας νερό, ζωή, ανάσα. Εκεί, στο σκοτάδι, όπου παραμονεύει το θηρίο, δοκιμάζεται η αντοχή και η μεταμόρφωση.

Ο σκηνοθέτης, Γιώρκος Ονησιφόρου και η ηθοποιός Έβελυν Ασουάντ μιλούν για την ανάγκη να γίνει το ανείπωτο ιστορία, μνήμη, αφήγηση που αγγίζει σώμα με σώμα. Για εκείνο το κάτι που κουβαλάμε βαθιά και αναζητά φωνή, φόβο, πόλεμο, ντροπή, επιθυμία. Κι ίσως η παρηγοριά, βρίσκεται ακριβώς στο παραμύθι: στη δυνατότητά του να λυτρώνει, να ωθεί τον άνθρωπο να ταξιδέψει, να χαθεί και να ξαναγεννηθεί. Να επιζήσει· να μείνει ζωντανός.

Με αυτήν την αφετηρία μιλήσαμε με τους δύο πρωταγωνιστές της παράστασης με πρόθεση όχι μόνο να μάθουμε περισσότερα για τον ρόλο τους αλλά να ανακαλύψουμε πώς το παραμύθι γίνεται σήμερα τρόπος να μιλήσουμε για όσα δυσκολευόμαστε να πούμε. Να δούμε τον φόβο κατάματα.

Γιώρκος Ονησιφόρου

«Το έργο μπορεί να εμπνεύσει, να παρηγορήσει, να προτείνει έναν τόπο, έναν ορίζοντα για να κοιτάξουμε προς τα κει»

©Αλέξανδρος Σταματίου

Λες στο σημείωμά σου: «Βρίσκω παρηγοριά στο παραμύθι». Τι σημαίνει για σένα παραμύθι σήμερα; Είναι απόδραση, αντίσταση ή ένας τόπος όπου κάτι ακόμη μπορεί να ειπωθεί;

Βρίσκω παρηγοριά στο παραμύθι, γιατί ενώ ενσωματώνει την αδιανόητη σκληρότητα του κόσμου και των ανθρώπων χωρίς να τη λογοκρίνει, αντιστέκεται στην αλλοτρίωση και την υποταγή, διατηρεί μια ορμή, μια λάμψη στο βλέμμα, μια φρεσκάδα. Ο ήρωας του παραμυθιού δεν απελπίζεται.

Ο ήρωας ταξιδεύει για να συναντήσει τον φόβο. Τι σε ενδιέφερε σε αυτή τη συνάντηση; Ποιο είδος φόβου είχες στο μυαλό σου κατά τη δημιουργία της παράστασης;

Θέλει να συναντήσει τα όριά του και τα όρια του κόσμου του ο ήρωας. Φεύγει από την ασφάλεια του οικείου τόπου, μπαίνει στη θάλασσα, στην άγρια θάλασσα, τόπο κινούμενο και πάντα άγνωστο, για να πάει σε ξένους τόπους. Μάλλον δεν έχει είδη ο φόβος, αλλά διαφορετικές εντάσεις. Στην ακραία του ένταση, θα ’λεγα ότι παίρνει τη μορφή ενός γιγάντιου στόματος που σε καταπίνει, που σε καταβροχθίζει. Μια μαύρη τρύπα, μια γη που ανοίγει και σε ρουφά. Ο ήρωας, πάντα με τη βοήθεια άλλων ανθρώπων ή ζώων, είναι αυτός που μπαίνει μες στο στόμα του θηρίου και καταφέρνει να βγει.

Έχεις τον ρόλο του σκηνοθέτη αλλά και ενός από τους δύο πρωταγωνιστές. Υπήρξαν στιγμές στις πρόβες όπου έπρεπε να «σιωπήσει» η μία φωνή για να μιλήσει η άλλη;

Η εναλλαγή της ισχύος μεταξύ σκηνοθέτη και ηθοποιού, πότε σωπαίνει ο ένας και πότε μιλάει ο άλλος, είναι συνεχής και δυναμική, είτε πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο είτε όχι. Έτσι κι αλλιώς, κάθε ηθοποιός σκηνοθετεί φαντασιακά τον εαυτό του επί σκηνής, και κάθε σκηνοθέτης παίζει ή θέλει να παίξει. Παρόλα αυτά, είναι μια δύσκολη, τρελή συνθήκη να σκηνοθετείς και να παίζεις ταυτόχρονα, και χρειάζεται να ’χεις συνεργάτες που να εκτιμάς και να μπορείς ν’ ακούσεις.

©Αλέξανδρος Σταματίου

Στο σημείωμα μιλάς για την ανάγκη «να γίνει αυτό που μας συμβαίνει ιστορία, μνήμη, σχέση». Τι σημαίνει για σένα το να μοιράζεσαι κάτι βαθιά προσωπικό σε μια σκηνή όπου βρίσκονται άλλοι άνθρωποι που δεν γνωρίζεις;

Μακάρι να μπορέσει το έργο κι εμείς που θα ’μαστε στη σκηνή να μοιραστούμε κάτι βαθιά προσωπικό με αγνώστους. Το βαθιά προσωπικό στον καθένα δεν είναι η βιογραφία του, αλλά κάτι άλλο, κάτι που δεν περιγράφεται γλωσσικά και που το θέατρο παλεύει να το αρθρώσει μέσα στη διαρκή αποτυχία και τη θνητότητά του.

Το ταξίδι του παιδιού μοιάζει με μύηση. Πιστεύεις πως οι θεατές βγαίνουν επίσης «μυημένοι», ή η παράσταση απλώς ανοίγει ένα παράθυρο χωρίς να υπόσχεται λύση;

Δεν μπορώ να ξέρω πώς θα βγαίνουν οι θεατές από την παράστασή μας. Σίγουρα δεν υπόσχεται κάποια λύση, δεν υπάρχει κανένας και καμιά που να δώσει μια τελική λύση στη ζωή μας. Ίσως μπορεί να εμπνεύσει, να παρηγορήσει, να διεγείρει, να προτείνει έναν τόπο, έναν ορίζοντα για να κοιτάξουμε προς τα κει.

Σε τι στιγμή πιστεύετε ότι συναντά το έργο τον κόσμο; Ποιον «πόνο» αναγνωρίζετε ότι «επιστρέφει»;

Σε μια εποχή γεμάτη ανείπωτο πόνο, γεμάτη σώματα παγωμένα από τον φόβο, απειλούμενα διαρκώς από καρικατούρες πολιτικούς, τερατώδεις θεσμούς και εταιρείες, μέσα σε μια διάβρωση και παρακμή που ψάχνει έναν πάτο. Το έργο δεν επιδιώκει «να επιστρέψει τον πόνο», αλλά να του δώσει φωνή ν’ ακουστεί, να τραγουδηθεί, να βιωθεί όχι ως τέλος, αλλά ως μαρτυρία ζωής.

Έβελυν Ασουάντ

«Η πρώτη μου σκέψη όταν διάβασα το έργο ήταν πως κρατάω στα χέρια μου κάτι εύθραυστο»

©Αλέξανδρος Σταματίου

Ποια η πρώτη σκέψη όταν διάβασες το έργο; Ποιο ήταν το πρώτο στοιχείο που σε έκανε να νιώσεις ότι έχεις θέση μέσα σε αυτό το παραμύθι;

Όταν πρωτοδιάβασα το έργο, ήταν αρκετά διαφορετικό από αυτό που παρουσιάζουμε σήμερα. Στην αρχή υπήρχαν πιο έντονα αυτοαναφορικά στοιχεία του Γιώρκου, κυρίως γύρω από τον πατέρα του, αλλά σταδιακά το κείμενο καθάρισε και άφησε χώρο στο παραμύθι να αναπνεύσει. Ο Γιώρκος ήταν ο λόγος που δέχτηκα πριν καν έχω πλήρη εικόνα. Πρώτα εμπιστεύτηκα εκείνον και μετά το κείμενο.

Κι όταν τελικά το διάβασα, η πρώτη μου σκέψη ήταν πως κρατάω στα χέρια μου κάτι εύθραυστο. Με τράβηξε αμέσως η ιδέα του πηγαδιού του φόβου. Αυτή η διαδρομή από το σκοτάδι στο φως που δεν περιγράφεται ρεαλιστικά, αλλά μέσα από την ποίηση. Εκεί ένιωσα πως έχω θέση. Γιατί κι εγώ, όπως οι ήρωες του έργου, ξέρω τι σημαίνει να «στέκεσαι στο χείλος», να ακούς τη σιωπή να σε δοκιμάζει, και ταυτόχρονα να θέλεις να προχωρήσεις. Αυτό το «μεταξύ», ανάμεσα στη διστακτικότητα και την τόλμη, είχε κάτι οικείο. Ήταν ο πρώτος καθρέφτης που με κάλεσε μέσα στην ιστορία.

Το έργο μιλά για πόλεμο, φόβο, ντροπή, αλλά μέσα από κάτι ποιητικό, σχεδόν αθώο. Πώς κρατάτε αυτή την ισορροπία στη σκηνή;

Η ισορροπία έρχεται από το ότι δεν προσπαθούμε να «παίξουμε» τα μεγάλα θέματα, αλλά να τα επιτρέψουμε. Ο πόλεμος, ο φόβος και η ντροπή υπάρχουν σαν υπόγεια ρεύματα. Η ποίηση του έργου μάς προστατεύει: δεν μας αφήνει να γίνουμε ρεαλιστικά βαρείς. Αντί να δείχνουμε τον φόβο, τον ψιθυρίζουμε. Αντί να δείχνουμε τον πόλεμο, προσπαθούμε να φωτίσουμε το αποτύπωμά του πάνω στο σώμα και στην αναπνοή. Έτσι το σκοτάδι δεν γίνεται θέαμα, γίνεται εμπειρία και η αθωότητα του έργου δεν είναι παιδική, αλλά καθαρή.

Υπάρχει κάτι από τη δική σου παιδική ηλικία ή από το δικό σου «μικρό ταξίδι στον φόβο» που βρήκε χώρο μέσα στην ερμηνεία σου;

Στα παιδικά μου χρόνια υπήρξαν στιγμές που ένιωθα στο περιθώριο, κάπως «σημαδεμένη» από τον τρόπο που με έβλεπαν οι άλλοι. Νομίζω όμως πως όλοι κουβαλάμε μικρούς φόβους από την παιδική μας ηλικία, όχι απαραίτητα «μεγάλα» γεγονότα, αλλά εκείνες τις στιγμές που σε διαμόρφωσαν χωρίς να το καταλάβεις. Κάποια από αυτά τα αναγνώρισα μέσα στο έργο. Μικρές σιωπές, μικρές αναμονές, το πώς κοιτάς κάτι που σε τρομάζει χωρίς να μπορείς ή χωρίς να τολμάς να το ονοματίσεις.

©Αλέξανδρος Σταματίου
©Αλέξης Καμίτσος

Info

Οι Ζωντανοί | H.ug