Η νέα ρομαντική κομεντί «Ο Έρωτας Γράφεται…» της Iconic Films, σε σκηνοθεσία του Βασίλη Μυριανθόπουλου, έρχεται στους κινηματογράφους από την Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου.

Η Άννα (Έλλη Τρίγγου), μια ανερχόμενη συγγραφέας που παλεύει να ολοκληρώσει το πρώτο της βιβλίο, συναντά τον Μιχάλη (Γιάννη Ποιμενίδη), έναν ιδεαλιστή δικηγόρο που ξέρει να χειρίζεται καλά τις λέξεις. Μία τυχαία συνάντηση στο βιβλιοπωλείο της οικογένειάς της θα ανατρέψει τελείως τις ζωές τους. Όσο οι σελίδες του βιβλίου γεμίζουν, η φαντασία αρχίζει να μπλέκεται με την πραγματικότητα και να διαμορφώνει μία νέα, δική τους ιστορία.

Το cast συμπληρώνουν οι Γιώργος Γεροντιδάκης, Λένα Ουζουνίδου, Γιούλη Τσαγκαράκη, Δανάη Λουκάκη, Παύλος Ορκόπουλος, Μαρία Αλιφέρη, Κώστας Κάππας, Ελίνα Μαλαμα, Μόσχα Χατζηευσταθίου, ενώ το soundtrack ερμηνεύουν η Έλενα Παπαρίζου και ο Πάνος Μουζουράκης.

Με αφορμή την παραπάνω ιστορία, ήρθαμε σε επαφή με τον υπεύθυνο παραγωγής της ταινίας Δημήτρη Ζωγραφάκη, για να μιλήσουμε για την πορεία του κινηματογράφου.

Ο Δημήτρης Ζωγραφάκης σπούδασε και εργάστηκε ως ηθοποιός του θεάτρου, κάπως τυχαία αλλά για αρκετά χρόνια. Την περίοδο της μεγάλης οικονομικής κρίσης, που όλα πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο, αποφάσισε ότι αν θέλει πραγματικά να κάνει κινηματογράφο -γιατί αυτό ήθελε από την αρχή- πρέπει να ασχοληθεί ο ίδιος, και να μάθει σιγά-σιγά τα πάντα. Πλέον έχει ασχοληθεί με την παραγωγή, με τη σκηνοθεσία, με τη διεύθυνση φωτογραφίας. Έχει 6 ταινίες, και ο στόχος του πάντα είναι να κάνει μόνο ταινίες, οι υπόλοιπες παραγωγές είναι υποστηρικτικές.

Γιατί σε κέρδισε ο κινηματογράφος και όχι το θέατρο;

Για εμένα είναι η υπέρτατη τέχνη. Συνδυάζει όλες τις τέχνες: τη ζωγραφική, τη μουσική, το πλάνο, το χρώμα, την υποκριτική, τη σκηνοθεσία. Και μένει εκεί για πάντα, να γυρίσεις και να το ξαναδείς. Και, επίσης, αυτό το πράγμα της μεγάλης οθόνης. Όταν είσαι στο σινεμά και βλέπεις κάτι που σου φεύγει το σαγόνι στο πάτωμα.

Αυτό, φυσικά, δεν υποβαθμίζει το θέατρο, γιατί έχω κάνει και πάρα πολύ θέατρο. Είναι εξαιρετικό, το feeling που έχεις με τον κόσμο, η ένταση που νιώθεις εκείνη τη στιγμή. Το ζωντανό είναι πάντοτε από μόνο του κάτι διαφορετικό.

Αλλά, για εμένα, ο κινηματογράφος παραμένει το υπέρτατο. Γιατί και τα τεχνικά γίνονται τέχνη. Το πως τραβάς τον ήχο είναι τέχνη, το πως κάνεις τη διεύθυνση φωτογραφίας, να ξέρεις τι μπορείς να κάνεις με την κάμερά σου και τους φακούς, με το χρώμα, το texture, είναι τέχνη.

Είναι ένας εξαιρετικός συνδυασμός που δεν συναντάς αλλού. Γι’ αυτό, πιστεύω, είχε τέτοια ανάπτυξη ο κινηματογράφος, έναντι του θεάτρου και των άλλων τεχνών. Γιατί είναι όλα μαζί.

Ποια είναι μια ταινία στην οποία δέθηκαν ωραία όλα αυτά;

Ο Δράκουλας του Κόπολα, που για εμένα είναι ένα από τα πιο ωραία παραμύθια που έχουν ειπωθεί ποτέ. Η συγκεκριμένη ταινία ήταν ένα tribute σε όσους είχαν γυρίσει πιο πριν τον οποιοδήποτε Δράκουλα. Είχε μεταφέρει μια ιστορία σε ένα φαντασιακό περιβάλλον, το οποίο δεν υπήρχε, έπρεπε να δημιουργηθεί. Οι ηθοποιοί, οι ερμηνείες τους, από τον Κιάνου Ριβς μέχρι τον Γκάρι Όλντμαν -δεν έχεις λόγια να πεις για αυτόν τον άνθρωπο. Είναι εξαιρετικό ό,τι και να κοιτάξεις: το μοντάζ, η μουσική της ταινίας, η διεύθυνση της φωτογραφίας, ο ήχος, τα συναισθήματα που δημιουργεί.

Δεν έχουμε μάθει να βλέπουμε αυτές τις ταινίες και να κρατάμε μόνο αυτά τα καλά, έχουμε μάθει να εστιάζουμε στο ότι είναι ψεύτικο. Δεν είναι όμως μόνο ψεύτικο. Ίδια σημασία έχει ο «Νονός» και το «Αποκάλυψη τώρα», επίσης του Κόπολα, αλλά θεωρώ πως με τον Δράκουλα έφτασε στο peak του, σαν σκηνοθέτης. Γιατί πήρε μια ιστορία που δεν υπάρχει, δεν βασίστηκε σε αληθινά γεγονότα για να μιλήσει για το συναίσθημα της αγάπης. Είναι πολύ πιο δύσκολο να κάνεις ένα love story μέσα σε ένα φαντασιακό, γοτθικό περιβάλλον.

Θες να μου πεις και για τον νεότερο κινηματογράφο;

Νομίζω πως υπάρχουν πάρα πολύ καλές καινούργιες ταινίες, αλλά καμία δεν φτάνει στο σημείο να κάνει την υπέρβασή της. Και νομίζω ότι φταίει που έχει γίνει πιο fast track η διαδικασία. Μπαίνεις στη διαδικασία ότι πρέπει να βγεις στην πλατφόρμα, οπότε αμέσως τρέχει πιο γρήγορα και χάνει την αξία της. Το χρόνο που χρειάζεται – γιατί μια ταινία χρειάζεται χρόνο για να γίνει.

Μια ταινία η οποία επίσης με συγκίνησε με την απλότητά της, δεν είναι βέβαια πολύ πρόσφατη, έχει περάσει μια δεκαετία, αλλά δεν πειράζει, είναι το “P.S. I love you”. Γιατί μιλάει πάλι για ένα πολύ απλό ανθρώπινο συναίσθημα και πώς το διαχειρίζεσαι, αλλά έχει βρει ένα πολύ ωραίο τρόπο να ασχοληθεί με το παρελθόν και το παρόν, που μέσα από μια δύσκολη κατάσταση συνυπάρχουν. Δεν μπορείς να πετάξεις το παρελθόν σου και αυτό που έχεις νιώσει, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μπορείς να κάνεις και το επόμενο βήμα, να πας στο μέλλον.

Στη δική σας ταινία, πώς γράφεται ο έρωτας;

Ζούμε σε μια εποχή που όλα κινούνται υπερβολικά γρήγορα, οπότε δυστυχώς ή ευτυχώς -μάλλον δυστυχώς θα πω εγώ- δεν προσπαθούμε περισσότερο από ότι πρέπει, και δεν εμβαθύνουμε περισσότερο από ότι πρέπει. Διαρκώς προσπαθούμε να βρούμε έναν τρόπο να περάσουν τα πράγματα όσο πιο αναίμακτα γίνεται. Ο κόσμος δεν έχει το θάρρος να μιλήσει για τα συναισθήματά του, εκτός από όταν πρόκειται να πει ότι κάτι τον ενοχλεί και δεν το γουστάρει. Και πάλι όμως, δεν έχει το θάρρος αυτό που δεν γουστάρει να κάτσει και να το δουλέψει, και ακόμη περισσότερο μαζί με τον άλλον. Έχουμε μάθει να δουλεύουμε μόνοι μας τον εαυτό μας, και πάντα θα τον δουλεύουμε, αλλά πρέπει να μάθουμε να δουλεύουμε και μαζί με τον άλλον.

Στην ταινία, λοιπόν, οι χαρακτήρες δεν έχουν αποδεχτεί το «τώρα», και προσπαθούν να το κάνουν γράφοντας μαζί ένα βιβλίο. Παραδέχονται, με αυτόν τον τρόπο, πράγματα στο βιβλίο που δεν έχουν παραδεχτεί στη ζωή, και όταν έρθει η ώρα να το κάνουν και αυτό, δεν είναι αρκετά θαρραλέοι. Αλλά ευτυχώς, στην ιστορία τουλάχιστον, η ζωή έχει δική της ατζέντα και τους φέρνει στο σημείο που πρέπει να βρεθούν.

Το πόσο δουλεύουμε ο ένας με τον άλλον έχει γίνει χειρότερο;

Ναι, δεν δουλεύουμε. Νομίζω ότι όσο περνάει ο καιρός, όσο πιο γρήγορα γίνονται τα πράγματα, όσο περισσότεροι ψυχολόγοι και life coaches υπάρχουν εκεί έξω, τόσο χειρότερα θα γίνονται τα πράγματα. Γιατί το να δουλέψεις κάτι χρειάζεται χρόνο, δεν μπορείς κάποιος να σου δώσει τη λύση. Δεν μπορεί να σου πει «πρέπει να λες τα συναισθήματά σου» – γιατί ναι, πρέπει να τα λες, αλλά πρέπει να τα ακούσεις πρώτα εσύ ο ίδιος.

Πιστεύω ότι έχει χαθεί η ανθρώπινη επαφή. Και λόγω της κρίσης που υπάρχει, που δεν βοηθάει τους νέους ανθρώπους να θέσουν στόχους· ο στόχος τους είναι να περάσουμε ωραία τη μέρα.

Αυτό εγώ πιστεύω ότι είναι απελπισία.

Ακριβώς, απελπισία είναι. Και όσο υπάρχει απελπισία, δεν θα βελτιωθούν τα πράγματα. Αυτό που λέμε «μπαίνεις στον χώρο μου», είναι μεγάλο λάθος. Προφανώς και μπαίνω στον χώρο σου, πώς αλλιώς θα γίνει; Φαντάζεσαι να πω εγώ τώρα στη γυναίκα μου «Μπαίνεις στον χώρο μου»; Που ζούμε μαζί, έχουμε δυο παιδιά μαζί, τρέχουμε μαζί. Το να ζητήσω χώρο, χρόνο, ηρεμία, γιατί πέρασα δύσκολα, είναι άλλο ζήτημα. Θέλει όμως ειλικρίνεια, με τον άλλον και με τον εαυτό μας.

Φυσικά, μεγαλώσαμε με αυτόν τον τρόπο τα παιδιά μας, εμείς το καλλιεργήσαμε. Το βλέπω τώρα πιο έντονα, που έχω και εγώ μικρά παιδιά, πόσο τα προστατεύουν και πόσο χώρο δεν τους δίνουν να εκφραστούν και να νιώσουν. Να αποτύχουν και να στεναχωρηθούν. Χτίζουμε μια γενιά που δεν θέλει να την ακουμπάς, θέλει τον χώρο της, κι αυτό είναι πολύ δύσκολο πράγμα στην ανθρώπινη σχέση, είναι αποξένωση.

Και αν συνυπολογίσουμε την απελπισία της οικονομικής κρίσης, δεν θέλει να προσπαθήσει, και είναι λογικό. Αλλά, χάνοντας την ελπίδα, χάνεις και τη δημιουργικότητά σου, τη θέληση να κάνεις οτιδήποτε. Ακόμη και να σου δοθεί η ευκαιρία δηλαδή, δεν θα την πάρεις. Για αυτήν την γενιά, δυστυχώς, το να αντιμετωπίσει τον ίδιο της τον εαυτό και τις παθογένειες της θα είναι πάρα πολύ δύσκολο. Έχει παραδεχτεί από τα 20 της, από τα 30 της, ότι εγώ πάω για κλείσιμο και δεν με νοιάζει τίποτα. Και δεν φταίει η ίδια η γενιά, φταίνε οι προηγούμενοι, και αυτό είναι ντροπή.

Όλο αυτό πώς έχει «σκάσει» στον κινηματογράφο; Και πώς είναι ο ελληνικός κινηματογράφος τώρα;

Με τον ίδιο τρόπο. Γιατί όταν οι παραγωγές γίνονται πιο γρήγορες, όταν το σκεπτικό μας είναι να παραδώσουμε, να παίξει το επεισόδιο, να παίξει η ταινία, αλλά να παραδώσουμε στο χαμηλότερο δυνατό κόστος, στη χαμηλότερη δυνατή προσπάθεια. Αυτό δεν θα φαίνεται στο αποτέλεσμα;

Και έχουμε και ένα άλλο πρόβλημα. Δεν έχουμε εκπαιδευτεί σωστά, πάλι γιατί δεν μας ενδιαφέρει, και όταν υπάρχει εκπαίδευση είναι ταυτόσημη και επικεντρωμένη στο προσωπικό στυλ του σκηνοθέτη. Φυσικά πρέπει να έχει ο σκηνοθέτης τη δική του ταυτότητα, αλλά αυτό δεν αρκεί. Πρέπει να ξέρει να επικοινωνεί ένα μήνυμα. Στον ελληνικό κινηματογράφο, υπάρχει μια ελιτίστικη συμπεριφορά όπου γίνεται η ταινία, και όποιος κατάλαβε κατάλαβε. Το μήνυμα ξεκινάει από εσένα όμως, εσύ είσαι ο πομπός και είναι δικό σου το πρόβλημα. Ή ακόμα -είναι πολύ συχνό αυτό και στους ηθοποιούς- ότι επειδή έκαναν μια επιτυχία, συνεχίζουν και κάνουν το ίδιο πράγμα. Δεν θέλω να δω το ίδιο πράγμα 10 φορές όμως, με κουράζει. Και αφού έχεις πλέον τα μέσα, μπορείς να κάνεις κάτι άλλο, να πεις μια διαφορετική ιστορία, να βρεις έναν άλλον τρόπο να την πεις. Ο θεατής χρειάζεται να έχει και μια έκπληξη, για να δει μια ταινία.

Αυτό που βλέπουμε στο σινεμά δεν είναι η ελληνική πραγματικότητα. Ούτε η χαζοκωμωδία, ούτε το intellectuelle και ό,τι έχει να κάνει με το woke είναι η ελληνική πραγματικότητα, και ούτε τα ιστορικά. Θέλω να δω την ιστορία ενός ανθρώπου που ζει σήμερα, ένα γεγονός που συνέβη. Γιατί κανένας δεν έχει κάνει ταινία για τον Παύλο Φύσσα, ή για τον Άλκη Καμπανό; Γιατί δεν πιάνουν αυτό που συζητούσαμε, τους νέους που έχουν χάσει κάθε αισιοδοξία και ελπίδα; Η απάντηση είναι: «Εμένα αυτό είναι το στυλ μου». Δεν θέλουν να πιάσουν τέτοια ζητήματα, γιατί αυτά πονάνε, και θα έχουν και την κρίση του κόσμου.

Αν βάλεις μια ταινία σκανδιναβικού, ή γαλλικού κινηματογράφου, και μετά μια ελληνική, καταλαβαίνεις τη διαφορά. Και δεν είναι επειδή μας λείπει κάτι, έχουμε πάρα πολύ καλούς ηθοποιούς, έχουμε τα μέσα, έχουμε τους χώρους – σκοτώνονται οι ξένες παραγωγές να γυρίσουν σκηνές στην Ελλάδα. Έχει προαποφασιστεί ότι δεν ακουμπάμε την ελληνική πραγματικότητα, ασχολούμαστε με το παλιό, ή το weird, ή τέλος πάντων ό,τι δεν αφορά τον κόσμο. Αυτό δεν είναι η κοινωνία μας όμως.

Τι έχει αλλάξει προς το καλύτερο;

Το να μπει κάποιος στον χώρο του κινηματογράφου τώρα, είναι αρκετά ευκολότερο από ότι ήταν παλιά. Αλλά χρειάζεται χρόνο και προσπάθεια. Για να μπεις στη διαδικασία να μάθεις να μοντάζ, για παράδειγμα, πλέον υπάρχουν ακόμα και δωρεάν προγράμματα -και τα πληρωμένα είναι κατά πολύ φθηνότερα από όταν ξεκίνησα εγώ-, και υπάρχουν και tutorials στο Youtube για οτιδήποτε. Μπορείς να ξεκινήσεις να μαθαίνεις, να πειραματίζεσαι, να μπεις στη διαδικασία.

Όλα αυτά, βέβαια, θέλουν χρόνο, πρέπει να πεις ο ίδιος ότι θα το κάνεις, δεν αρκεί η παρουσία υλικού. Πρέπει να πάρεις μια κάμερα των 20€ και να δοκιμάσεις, πρέπει να κόψεις μια σκηνή, να γράψεις μια ιστορία ξανά και ξανά, να δεις τι λειτούργησε και τι όχι. Πρέπει να αποτύχεις καμιά τριακοσαριά φορές για να πετύχεις. Αλλιώς, ακόμα και αν είσαι του χώρου -όπως εγώ καλή ώρα που ήμουν ηθοποιός και είχα ένα προβάδισμα, γιατί είχα μια γνώση που δεν είχε κάποιος άλλος- δεν μπορείς να τα καταφέρεις. Πρέπει να το κάνεις, και να αποτύχεις, και να ξαναπροσπαθήσεις, και να βρεις τους τρόπους που δεν είχες βρει νωρίτερα.

Το να μπεις σε ένα σετ είναι πιο εύκολο οπότε;

Και αυτό είναι πιο εύκολο, ναι, γιατί είναι και πολύ περισσότερες οι δουλειές πλέον. Κατά τη γνώμη μου, όμως, είναι πολύ καλό να ξεκινήσεις από το τέλος και να περάσεις όλες τις δουλειές για να τις δεις. Για να καταλάβεις τι σου αρέσει και τι δε σου αρέσει, και επίσης να καταλάβεις τι θέλει ο καθένας τους. Άλλα πράγματα περνάει το σκηνογραφικό, οι βοηθοί παραγωγής, οι παραγωγοί, ο οποιοσδήποτε, είναι μέσα σε ένα σετ.

Και τι είναι δύσκολο;

Ο χώρος είναι δύσκολος και σκληρός, θέλει πάρα πολλή υπομονή. Είναι τα ωράρια που είναι πολύ σκληρά. Είναι ένας χώρος όπου ό,τι σου δίνεται, μια παρατήρηση, ένα σχόλιο, όσο σκληρό και να είναι, πρέπει να το παίρνεις μόνο θετικά. Υπάρχουν τοξικοί άνθρωποι, που βέβαια υπάρχουν σε κάθε χώρο. Αλλά σε μεγάλο βαθμό, η δυσκολία του χώρου προκύπτει από το ίδιο το αντικείμενο, από τη δουλειά που πρέπει να γίνει.

Ο κινηματογράφος δεν μαθαίνεται σε μια σχολή, ο χρόνος είναι αυτός που σε μαθαίνει. Γι’ αυτό κάποιοι κάμεραμαν μετά από μια 20ετία έγιναν διευθυντές φωτογραφίας, γιατί το λιώσανε το πράγμα και τώρα ξέρουν, και είναι πολύ καλοί σε αυτό που κάνουν.

Πρέπει να παρατηρείς, η τέχνη γενικά βασίζεται στην παρατήρηση. Ένας ηθοποιός για να παίξει έναν ρόλο παρατηρεί τον κόσμο. Ένας διευθυντής φωτογραφίας, ή ένας ηλεκτρολόγος πρέπει να παρατηρήσει το σετ, τον ήλιο, από που έρχεται η αντανάκλαση. Η παρατήρηση είναι αυτή που μπορείς μετά εσύ να την αναπαράγεις ως τέχνη.

Θέλει όμως υπομονή και η δουλειά είναι σκληρή, δεν είναι εύκολη. Μπορεί να φαίνεται εύκολη, από τις φωτογραφίες, το θεαθήναι. Για παράδειγμα, έκανα τώρα ένα backstage video για την ταινία, και το έστειλα σε όλους. Και τότε κατάλαβαν όλοι ότι πέρασαν ωραία, εκείνη την ώρα δεν το καταλάβαιναν, είναι η πίεση του χρόνου. Είναι ο ήλιος που σε λίγο θα πέσει, το γύρισμα που έχεις μετά από αυτό, ο σκηνοθέτης που άλλαξε γνώμη, η κάμερα που χάλασε, όλη αυτή η πίεση δε σε αφήνει να σκεφτείς -τον ενάμιση μήνα που γίνονται τα γυρίσματα- το ότι περνάς ωραία. Το καταλαβαίνεις όμως μετά, οπότε δεν πειράζει.