Στη «φαρέτρα» του έχει κάθε φορά μόνο ερωτήματα και προσχέδια, έτσι πορεύεται καλλιτεχνικά o Δημήτρης Λιόλιος, ηθοποιός και σκηνοθέτης που από την πρώτη του ήδη παράσταση «Το Φαγητό» της Μαρίας Λαϊνά το 2018-19 είχε ξεχωρίσει στο θεατρικό τοπίο της Αθήνας. Σήμερα στο Φουαγιέ του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά παρουσιάζει την κωμωδία «Στρίγγλα» σε μία σύγχρονη, σκηνική ανάγνωση, για δυο ηθοποιούς, ένας εκ των οποίων είναι ο ίδιος ο Δημήτρης Λιόλιος στο έργο που αποτελεί διασκευή και είναι βασισμένο στο «Ημέρωμα της Στρίγγλας» του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ.

 Εμείς μιλήσαμε με τον Δημήτρη Λιόλιο για τη δική του «στρίγγλα», τα ζητήματα που θέτει και θίγει το έργο με το υπαρξιακό να περνά μέσα απ’ το αστείο και το αστείο μέσα απ’ το τραγικό: 

Μίλησέ μας για τη δική σου «στρίγγλα»; Ποια είναι και πού «συναντιέται» με το σαιξπηρικό έργο «Το Ημέρωμα της Στρίγγλας»;

Η δική μου «στρίγγλα» εδώ δεν είναι πρόσωπο ή χαρακτήρας. Είναι μια διάθεση, μια συνθήκη οριακή – λοξή. Ένας εσωτερικός τόνος που αντιστέκεται στην κανονικότητα, στην ευγένεια που γίνεται μηχανισμός επιβίωσης. Είναι η φωνή που, κάθε φορά που πάω να προσαρμοστώ όχι από επιλογή αλλά από ανασφάλεια, με τραβά πάλι στο κέντρο μου. Και κάπου εκεί συναντιέται αναπάντεχα με τη σαιξπηρική εκδοχή μας — όχι στο συμβάν, αλλά στο ερώτημα. Τι σημαίνει; Είναι τόσο «στρίγγλα» όσο λένε; Γιατί; Κι έτσι, αυτό το αρχέτυπο σε δυσφορία με γοήτευσε αφάνταστα. Αυτός ο άνθρωπος που παλεύει να αποδεχτεί και την ευαλωτότητά του. Μια διαδικασία συμφιλίωσης και αντίστασης στα μάτια τα τρίτα. Αυτό δηλαδή που κουβαλά και τρυφερότητα. Η οργή αυτού του κόσμου και το αίτημα για αγάπη που εμπεριέχει.

Τι θίγει η «στρίγγλα» σου;

Υπάρχει αυτή η αόρατη αγωνία να μην χαλάσουμε τη σιωπή του σαλονιού, να μην ενοχλήσουμε το εύθραυστο κάδρο της κανονικότητας. Η «στρίγγλα» μας θίγει την υποκρισία της καθημερινότητας, την αθόρυβη βία που κρύβεται μέσα στην ανάγκη να είσαι «βολικός». Θίγει τη λογική της προσαρμογής που έχει γίνει αυτονόητη – αυτά τα μικρά, καθημερινά «συμμορφώσου», τη φίμωση που βαφτίζεται ευγένεια. Μιλάει για την προσπάθεια να είμαστε λειτουργικοί και προσαρμοσμένοι, ακόμα κι όταν κάτι μέσα μας αντιμάχεται. Θίγει πώς το φύλο, η κοινωνία, η επιτυχία ή η αποτυχία μας βάζουν σε σχήματα που δεν μας ταιριάζουν. Είναι η φωνή μέσα μας που δεν χωράει στο κάδρο. Στο θέατρο, αυτό το πείραμα ξεκινά από μια κωμική, εξωστρεφή φόρμα και, καθώς η ίδια η δραματουργία της παράστασης αποδομείται, η κωμωδία συναντά μια οικουμενική αλήθεια. Μια αλήθεια που απαιτεί να πάρεις θέση εκείνη τη στιγμή – είναι η ανάγκη για αποδοχή που μεταμφιέζεται σε ισορροπία, η φωνή που συνεχίζει να αντιστέκεται.

Πώς επέλεξες το συγκεκριμένο έργο και το είδος του, δηλαδή ήθελες να ασχοληθείς με κωμωδία;

Η επιλογή δεν ήταν ως προς το είδος, αλλά ως προς το πεδίο σύγκρουσης. Η κωμωδία με ενδιαφέρει γιατί μπορεί να πει τα πιο δύσκολα πράγματα με τρόπο που μπορεί να μοιάζει και ελαφρύς. Αλλά εδώ το γέλιο είναι κάπως περίεργο. Δεν είναι «ανάπαυλα»· αλλά ερώτημα. Γελάς, αλλά δεν ξέρεις ακριβώς γιατί. Και ακριβώς εκεί, αρχίζει η ουσία της παράστασής μας. Το σαιξπηρικό κείμενο έχει μια εγγενή σκληρότητα που σήμερα δεν μπορείς να αγνοήσεις. Δεν ήθελα να την ωραιοποιήσω, ούτε να την καταγγείλω. Ήθελα να την μετακινήσουμε – να δούμε πώς ένα υλικό που γράφτηκε για να ψυχαγωγήσει μπορεί να μετατραπεί σε χώρο στοχασμού. Η κωμωδία, όταν την απογυμνώσεις από την ευκολία της, αποκαλύπτει μηχανισμούς. Σε αυτόν το χώρο ήθελα να δουλέψουμε — στο σημείο που ο θεατής δεν ξέρει αν γελάει ή αν εκτίθεται.

Πώς κινείσαι ανάμεσα στο γέλιο, την ειρωνεία, το χιούμορ και τα υπαρξιακά ζητήματα που θέτει το έργο;

Το γέλιο είναι θέση, ένας τρόπος να αντέξεις. Ένας τρόπος να σταθείς απέναντι σε κάτι που σε ξεπερνά. Η ειρωνεία, όταν δεν λειτουργεί ως άμυνα, μπορεί να γίνει και εργαλείο κατανόησης· μια απόσταση που φωτίζει τα πράγματα αλλιώς. Η παράστασή μας κινείται σε αυτή την οριακή ζώνη. Το υπαρξιακό περνά μέσα απ’ το αστείο και το αστείο μέσα απ’ το τραγικό. Το ζητούμενό μας δεν είναι απαραίτητα η ισορροπία, αλλά η συνύπαρξη. Η στιγμή που ο θεατής αναγνωρίζει κάτι δικό του — Κάτι, κάπως σαν αυτό το — «Ομορφιά μου, χάλια φαίνεσαι — Αδιαθέτησες;».

Έχεις γράψει, μεταφράσει, σκηνοθετείς και παίζεις το έργο, όλοι αυτοί οι ρόλοι πώς συνδυάζονται, προκύπτουν από ανάγκη μόνο έκφρασης ή είναι αποτέλεσμα και στοιχείο της καλλιτεχνικής μας πραγματικότητας λόγω έλλειψη πόρων;

Η ανάγκη προηγείται – η συνθήκη απλώς την επιβεβαιώνει. Βέβαια, δεν μπορώ να αγνοήσω το πλαίσιο μέσα στο οποίο δουλεύουμε και την πολύτιμη βοήθεια και εμπιστοσύνη όλων των συνεργατών. Στην περίπτωσή μας, αυτή τη φορά, ήθελα κάπως να διαχειριστώ το υλικό συνολικά – και για αυτό χρειάστηκε ένα εύλογο χρονικό διάστημα. Ακόμα και μέσα στην έλλειψη, υπάρχει και μια μορφή ελευθερίας – το έργο μένει κοντά στην πρόθεσή του, χωρίς διαμεσολαβήσεις.

Η διασκευή που υπογράφουμε παρέα με την Αναστασία, εμπεριέχει σε μεγάλο βαθμό και ένα μέρος της σκηνοθετικής προσέγγισης – πώς δύο ηθοποιοί ερμηνεύουν όλους τους ρόλους. Το να δημιουργείς ένα πεδίο έρευνας και ταυτόχρονα να το δοκιμάζεις στην πράξη εμπεριέχει ιδιαίτερη γοητεία. Μόλις ολοκληρώθηκε το πρώτο σχεδίασμα, δεν μπορούσα να μην παίξω, κι ας γνώριζα ότι οι απαιτήσεις και το ρίσκο για αυτό το εγχείρημα θα ήταν εξαιρετικά δύσκολα. Στην Ελλάδα του σήμερα, βέβαια, αυτό μεταφράζεται και σε πρακτικό ζήτημα – λίγοι πόροι και πολύ αυτοοργάνωση. Όμως δεν το βλέπω απαραίτητα ως συμβιβασμό – είναι ένας τρόπος να κρατήσεις την ευθύνη για το έργο σου ακέραιη. Κι όταν αυτό συμβαίνει, το αποτέλεσμα εμπεριέχει κάτι περισσότερο, που δεν έχω βρει ακόμα τα λόγια να περιγράψω.

Πώς αποφάσισες να ασχοληθείς με το θέατρο; Μίλησέ μας για τη δική σου καλλιτεχνική πορεία.

Δεν το αποφάσισα ακριβώς – το θέατρο προέκυψε ως ανάγκη επικοινωνίας. Κι όλα όσα κάνω σήμερα κρατούν ζωντανή αυτή την ανάγκη – να εξερευνώ και να μοιράζομαι ιστορίες με αμεσότητα. Δεν ήμουν ποτέ άνθρωπος των μεγάλων δηλώσεων· το θέατρο έγινε ο τρόπος να πω ό,τι αλλιώς δεν μπορούσα, να νιώσω ελεύθερος μέσα σε ένα αυστηρό πλαίσιο, να συναντηθώ με άλλους ανθρώπους σε ένα όραμα κοινό.

Η πορεία μου δεν είναι γραμμική· είναι κύκλοι γύρω από συναντήσεις και ερωτήματα. Όπως εκείνη με τον Γιάννη Μπέζο, που υπήρξε δάσκαλος και σκηνοθέτης μου τα δύο πρώτα χρόνια. Η καθοριστική συνάντηση με την ποιήτρια Μαρία Λαϊνά και το έργο της «Το Φαγητό» – το πρώτο μου σκηνοθετικό εγχείρημα στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης και αργότερα στο θέατρο ΠΛΥΦΑ. Η πρώτη ραψωδία της Ιλιάδας – «Λοιμός – Επιδημία & Μῆνις – Οργή», σε ένα σχεδόν πολεμικό μετα-covid περιβάλλον στο Φεστιβάλ «Ανοιχτά Πανιά». Ένα «Παράξενο» κινηματογραφικό αναλόγιο – και τώρα, η «Στρίγγλα», φέτος, για δεύτερη χρονιά, στο Φουαγιέ του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά. Στη φαρέτρα μου έχω κάθε φορά μόνο ερωτήματα και προσχέδια. Αυτός είναι ο τρόπος μου – να δοκιμάζω και να αμφιβάλλω.

Τι απαντάς τελικά στο ερώτημα της παράστασης: Είναι άραγε το γέλιο απλώς απελευθερωτικό ή μηχανισμός ελέγχου;

Το γέλιο στην παράστασή μας δεν είναι ποτέ μόνο απελευθερωτικό ή μόνο μηχανισμός ελέγχου – έχει πάντα αυτόν τον διττό χαρακτήρα. Εκεί που γελάς, αναγνωρίζεις κάτι δικό σου, και ακριβώς εκεί μπορεί να υπάρξει μια μικρή αλλά ουσιαστική μετακίνηση. Ίσως όμως είμαι ο πλέον ακατάλληλος άνθρωπος να δώσω κάποια οριστική απάντηση, γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν ερμηνεία, κι εμείς μόλις ξεκινήσαμε.

Info παράστασης:

Στρίγγλα | 23 Οκτωβρίου – 16 Νοεμβρίου 2025 | Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο στις 20:30 & Κυριακή στις 19:00 | Δημοτικό Θέατρο Πειραιά | Φουαγιέ