Ξεκίνησε να παίζει μουσική ερασιτεχνικά με διάφορα γκρουπ από το 1996, ενώ το 2001 άρχισε να ασχολείται με τη σύνθεση ηλεκτρονικής μουσικής ως Big Fat Lips μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή. Είναι μέλος των Sick Boys Connection και La Situation Conga και έχει γράψει μουσική για τη θεατρική παράσταση Pillowman που σκηνοθέτησε ο Βασίλης Μαυρογεωργίου και ανέβηκε πριν δύο χρόνια στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Από το 2008 έως το 2012 ήταν κιθαρίστας στο συγκρότημα της Etten , ενώ το Δεκέμβριο της περασμένης χρονιάς κυκλοφόρησε από τη Phase!Records το δεύτερο άλμπουμ του με τίτλο Looting. O Nίκος Μαρδάκης προτιμάει να γράφει μουσική που παίζεται σε clubs και ευχαριστεί όσους μοιράστηκαν μαζί του γνώση και καλοσύνη.
ελculture: Πώς ξεκίνησες να ασχολείσαι με τη μουσική;
Big Fat Lips: Οι γονείς μου με έπεισαν να κάνω μαθήματα κιθάρας στο σπίτι σε ηλικία 9 ετών, αλλά δε μπορώ να πω ότι έχω ακαδημαϊκή παιδεία. Έκανα μαθήματα στο σπίτι κι η σχέση μου με τον καθηγητή και ο τρόπος που ασχολιόμουν ήταν μια χαλαρή κατάσταση που συνέχισε για περίπου 7 χρόνια. Θεωρητικά έχω πολλά κενά. Το 1996 πήγα για περίπου ενάμιση χρόνο σε ωδείο και έκανα σύγχρονη κιθάρα, τζαζ κ.λπ. Παράλληλα, έπαιζα ερασιτεχνικά κιθάρα με κάποια συγκροτήματα. Ήμουν σε μια μπάντα τότε που κάναμε ένα ντέμο και μόλις ακούσαμε το αποτέλεσμα δεν ξανασυναντηθήκαμε ποτέ. Το 2001 άρχισα να ασχολούμαι με ηλεκτρονική μουσική. Ήθελα να βρω έναν τρόπο να κάνω μουσική στο σπίτι μόνος μου, δεν με ένοιαζε τι θα ήταν αυτό. Τότε ένας φίλος, ο Μάνος Μαρκετάκης, είχε γυρίσει από την Ολλανδία και τον ρώτησα τι υπολογιστή και σε ποιο πρόγραμμα δουλεύει, μου τα έγραψε σε ένα χαρτί και πήγα και τα αγόρασα. Κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα. Παρ’ όλα αυτά δεν ζω από τη μουσική και ούτε το επιδιώκω.

Φωτογραφία από το 17ο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ
ελc: Τι μουσική σου αρέσει να ακούς;
B.F.L: Ο πατέρας μου άκουγε κλασικό ροκ, Animals, Carlos Santana, Led Zeppelin, τα έφερνε από το εξωτερικό γιατί ήταν ναυτικός. Η μητέρα μου άκουγε ελληνική μουσική, Ξαρχάκο, Τσιτσάνη, Θεοδωράκη. Κι αυτά ήταν τα πρώτα ακούσματα που είχα. Μετά πέρασε ένα πολύ μεγάλο διάστημα που δεν ασχολιόμουν με τη μουσική, ούτε άκουγα καθόλου μουσική. Γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ’80, από τυχαίο γεγονός, άρχισα να ακούω ραδιόφωνο, τα χιτ της εποχής, Pet Shop Boys, Eurythmics , Black. Το 1988 άρχισα να ακούω Heavy Metal, κι αυτό κράτησε αρκετό καιρό, μέχρι που βγήκαν στην Αμερική οι Nirvana – και παράλληλα η σκηνή του Μάντσεστερ στην Αγγλία – οπότε το άφησα. Έχω περάσει και από τα progressive συγκροτήματα, Yes, Pink Floyd. Γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ’90 επέστρεψε ο Γιάννης Κοτσώνης από την Αγγλία όπου σπούδαζε και έφερε δίσκους των Aphex Twin, Future Sound of London, DJ Shadow και άλλα συγκροτήματα της Warp, αλλά και jungle. Αυτό το είδος μουσικής με ταρακούνησε βασικά. Από την άλλη, είναι κάποια είδη με τα οποία δεν είχα ασχοληθεί και θεωρούσα ότι δε μπορούσα να ακούσω, όπως η όπερα, μέχρι που ένας φίλος μου μού έβαλε τη Σαλώμη του Ρίχαρντ Στράους κι έπαθα πλάκα.
ελc: Γιατί επέλεξες το όνομα Big Fat Lips;
B.F.L: Το όνομα Big Fat Lips νομίζω ότι το είχα ακούσει σε μια ταινία Αμερικάνικη, από αυτές τις teenage ταινίες, όπου λέει ο πρωταγωνιστής σε μια κοπέλα ”I want to smooch on your big fat lips”. Αργότερα μου είπαν ότι υπάρχει ένας στίχος των Stone Roses που λέει ”Your Pink fat lips let go a scream” που, παρόλο που ακούω το συγκρότημα, δεν το είχα προσέξει. Ήθελα το όνομα που θα επιλέξω να μη σημαίνει κάτι ιδιαίτερο, κοινωνικό ή πολιτικό ας πούμε, να είναι άχρωμο.
{youtube}mppXPWIBTp8{/youtube}
Ακούστε το “waves full of snakes” του Big Fat Lips
ελc: Θα ήθελες να γράψεις μουσική για θέατρο ή κινηματογράφο;
B.F.L: Έχω γράψει μουσική για τη θεατρική παράσταση Pillowman του Μάρτιν Μακ Ντόνα σε σκηνοθεσία του Βασίλη Μαυρογεωργίου. Είχαμε συνεργαστεί ξανά με τον Βασίλη όταν ανέβασε τον Άμλετ στο Ίδρυμα Κακογιάννη και έπαιξα ζωντανά μουσική μαζί με τον ντράμερ και φίλο Βαγγέλη Μουσίκα. Για να φτιάξω τη μουσική για το Pillowman διάβασα πολλές φορές το κείμενο, πήγα και σε κάποιες αναγνώσεις πριν ξεκινήσουν οι πρόβες. Δε νομίζω ότι θα ξαναέκανα όμως μουσική για θέατρο, ούτε για τον κινηματογράφο. Θα προτιμούσα να κάνω μουσική που παίζεται σε clubs.
ελc: Πώς ήταν η εμπειρία σου με το συγκρότημα της Etten;
B.F.L: Από το 2008 έως το 2012 έπαιζα κιθάρα με το συγκρότημα της Etten, κάναμε πολλά live στην Ελλάδα και παίξαμε και στο Λονδίνο. Όταν έβγαλε το δεύτερο δίσκο παίξαμε και κάποια άλλα όργανα που ήταν ιδιοκατασκευές του Coti K. Τα είχε χρησιμοποιήσει στην ηχογράφηση του δίσκου, οπότε μετά έπρεπε να παιχτούν και στα live. Ήταν μια πολύ δύσκολη διαδικασία, γιατί έπρεπε να προσαρμόσουμε σε αυτά τα όργανα ό,τι είχε κάνει η Etten στο δίσκο, και έπρεπε να μάθουμε την τεχνική. Σβήναμε και γράφαμε συνεχώς και αυτή η διαδικασία διήρκησε έναν χρόνο, ένας χρόνος προετοιμασία για ένα live. Ήταν δύσκολο, αλλά μάθαμε πράγματα. Έγινα λίγο πιο πλούσιος από αυτή την εμπειρία.
Γενικά αν έχω κερδίσει κάτι καλό από την όλη συμμετοχή στα μουσικά κοινά, είναι η γνώση και η καλοσύνη που μου μετέφεραν καινούριοι και παλιοί φίλοι και η χαρά της συνεργασίας με άλλους ανθρώπους, μουσικούς και μη. O Γιάννης Κοτσώνης, ο Άγγελος κυρίου, ο Νεκτάριος Παππάς, ο Δημήτρης Ρόκος, η Ελένη Τζαβάρα (Etten), ο Coti K , η Νατάσσα Γιανναράκη, η Δανάη Στεφάνου, η Γεωργία Καρύδη, ο Γιώργος Τούρλας, ο Φώτης Παπαθεοδώρου, ο Βασίλης Μοσχάς και πολλοί άλλοι.

Το άλμπουμ Looting κυκλοφορεί από τη Phase!Records
ελc: Πώς προέκυψε η κυκλοφορία του Looting στη Phase!Records;
B.F.L: Το 2008 είχε κυκλοφορήσει ψηφιακά το Lemon Kiss, το οποίο διανέμεται δωρεάν από τη Memory format. Το Looting αποτελείται από κομμάτια που είχα γράψει κατά καιρούς στο σπίτι μόνος μου. Τα κομμάτια τα ξεχώρισα επειδή έχουν συνδυασμό live παιξίματος και programing. Δεν είναι μόνο samples, είναι μπλεγμένα με ζωντανό παίξιμο. Έστειλα τρία κομμάτια στον Παναγιώτη Σπούλο, του άρεσαν και προχώρησε πολύ ομαλά η κατάσταση. Η Phase!Records είναι μια εταιρεία που έχει ήδη ένα κοινό, δεν είναι αμιγώς πειραματική εταιρεία, οπότε αποφάσισα να στείλω εκεί τα κομμάτια. Είχα έναν καημό να τα βγάλω αυτά τα κομμάτια και νομίζω ότι μόνο η Phase θα μπορούσε να τα διανείμει. Το εξώφυλλο το έκανε ο Παναγιώτης Σπούλος και το cd μπορεί να το ακούσει κανείς στο https://bigfatlips.bandcamp.com/.
{youtube}ZKNdPOLEiSg{/youtube}
Ακούστε το “foreign affair” του Big Fat Lips
ελc: Απολαμβάνεις τη διαδικασία του live;
B.F.L: Βρίσκομαι σε έντονο προβληματισμό σχετικά με τα live, γιατί δεν μου αρέσει αυτό που παρουσιάζω. Όπως λέει ο Νίκος Βελιώτης είμαι σπεϊσμπαράκιας (sic), δηλαδή απλά πατάω το πλήκτρο space. Δεν κάνω πολλά πράγματα και το έχω βαρεθεί. Πρόσφατα σκεφτόμουν πώς θα μπορούσα να παίζω live. Τα κομμάτια που φτιάχνω έχουν κάποιες αλλαγές που δε μπορώ να τις ελέγξω απόλυτα. Από τη μια δεν είμαι συνεπής να καθίσω να μελετήσω έναν χρόνο και να φτιάξω ένα live set, από την άλλη δεν θέλω να διαθέσω χρήματα στον εξοπλισμό που χρειάζεται. Υπάρχουν μουσικοί που έχουν πανάκριβα όργανα και παίζουν γκαράζ πανκ. Έπαιρνα παλιότερα αμερικάνικα περιοδικά με κιθάρες κι ενώ μάθαινα πολλά πράγματα, συνειδητοποιούσα ότι υπάρχει μια απίστευτα καλοστημένη βιομηχανία, γύρω από τον εξοπλισμό, με πολλές προεκτάσεις. Το παρομοιάζω με τον χώρο της μόδας, απίστευτος καταναλωτισμός με αγορές σε πράγματα που δε μπορείς να φανταστείς σε σχέση με τα καλώδια, την πένα, τους μαγνήτες…
Θα ήθελα να έχω μια μπάντα, αλλά δε βρίσκω άτομα. Έχουμε ένα συγκρότημα, τους Sick Boys Connection, αλλά η κατάσταση είναι προβληματική, ο ένας Αθήνα, ο άλλος Λονδίνο, ο τρίτος Θεσσαλονίκη. Και με τους La Situation Conga έχουμε καιρό να παίξουμε λόγω καθημερινότητας. Όσο υπήρχε η Knot βρισκόμασταν, υπήρχε ένας χώρος που ένωνε κάποιους ανθρώπους.

Φωτογραφία από το Φεστιβάλ Πολλής Μουσικής στο Six D.o.g.s
ελc: Τι ετοιμάζεις αυτή την περίοδο;
B.F.L: Υπάρχουν κάποια κομμάτια που δουλεύω τώρα και σκέφτομαι να τα στείλω σε κάποια labels να τα ακούσουν. Θα ήθελα επίσης πολύ να φτιάξω μια μπάντα και να κάνουμε live. Το 2013 στο Φεστιβάλ Πολλής Μουσικής είχαμε παίξει με τον Αδριανό Ζαχαριά. Φτιάξαμε ένα σετ απ που αποτελείται από μπάσο, συνθεσάιζερ και ένα χειροποίητο σετ κρουστών. Το αποτέλεσμα είναι κοντά στο Post punk, θυμίζει κάπως τους Tools You Can Trust. Αυτό σκεφτόμαστε να το συνεχίσουμε. Ο Αδριανός είναι αρχιτέκτονας, παίζει μπάσο και κάνει σκηνικά θεάτρου. Ξέρει να χειρίζεται τα υλικά, εκείνος έφτιαξε το σετ κρουστών.
—
Ακούστε τη μουσική του Big Fat Lips εδώ
Info: Στις 14 Φεβρουαρίου θα εμφανιστεί στο Velvet Room σε ένα Live με αφορμή την κυκλοφορία των Ice_Eyes.
