Διαβάζω ότι κράζεται η εικοσάχρονη Μίλι Μπόμπι Μπράουν, την οποία πρωτογνωρίσαμε πριν λίγα χρόνια ως παιδί στο “Stranger Things”, γιατί έχει αρχίσει ήδη να πειράζει το πρόσωπό της με fillers (και το ότι δεν ξέρω καν τι σημαίνει η λέξη “fillers”, δεν το θεωρώ καθόλου άσχετο με το θέμα του κειμένου). Ακόμα κι αν την κράζουν «για το καλό της» και ως αντίδραση σε μια έξωθεν επιβεβλημένη τρέλα παύλα επιβολή, τύπου «Πόσο κρίμα ρε κοριτσάκι μου, γιατί από τώρα;», πάλι τελικά εκείνη κράζεται, πάλι τελικά εκείνη κρίνεται, καθώς προσπαθώντας να ακολουθήσει κάποια πρότυπα, αποτυγχάνει να συμμορφωθεί στα αντίθετά τους, που με έναν τρόπο ταυτόχρονα και εντελώς αντιφατικά ισχύουν.
Να με βγάλω απ’ έξω και να πω ότι δεν μου φαίνεται κι εμένα αφύσικο μια κοπέλα είκοσι ετών να πειράζει το πρόσωπό της; Μα μου φαίνεται. Και πάρα πολύ συχνά στραβώνω με γυναίκες ηθοποιούς, οι οποίες μεγαλώνοντας αλλάζουν τόσο πολύ το δικό τους ώστε να καταντούν αγνώριστες. Εγώ θέλω η γυναίκα να μεγαλώνει φυσικά. Ή έστω ό,τι πειράζει να το πειράζει τόσο όσο. Aυτό θέλω εγώ. Κάπως έτσι, βλέπω την Μπάρμπαρα Χέρσεϊ, ετών εβδομήντα έξι, να παίζει ένα δεύτερο ρόλο στο “Strange Darling”. Ψάχνω λίγο στο ίντερνετ από περιέργεια. Βρίσκω μια φωτογραφία της από την πρεμιέρα της ταινίας. Μου αρέσει πολύ. Tην ανεβάζω. Kι αυτή σίγουρα έχει κάνει διάφορα στην πορεία των δεκαετιών, πάντως το πρόσωπο της δεν είναι παραμορφωμένο, πάντως μου μοιάζει μεγαλωμένη και γερασμένη ελκυστικά. Από μένα είναι ναι. Η σχέση της τη φύση, με το χρόνο, με τη φθορά. Καλά το πήγε. Την κρίνω. Την εγκρίνω.
Σκέφτομαι μετά αυτό το δίδυμο μεσήλικων ανδρών δημοσιογράφων, παρουσιαστών τηλεοπτικής εκπομπής, που έχουν χρόνια χούι να κρίνουν ωραίες γυναίκες, αν είναι τούμπανα ή όχι, αν και πόσο είναι μπουκιές και συχώριο, αν τους κολάζουν. Μπορεί να μην είναι αυτή η φρασεολογία τους, αυτό πάντως είναι το γενικό κόντεξτ, ρητό ή άρρητο. Και το ζήτημα δεν είναι αν κάνουν κάτι μεμπτό. Δεν θεωρώ ότι κάνουν κάτι μεμπτό. Το ζήτημα είναι πολύ γενικότερο, είναι η θέση στην οποία τοποθετούν τον εαυτό τους, η θέση των περισσοτέρων ανδρών. Το ζήτημα είναι η φυσικότητα με την οποία κάνουν αυτό που κάνουν, το αυτονόητο της θέσης κρίνοντος και κρινόμενου, χωρίς καμία δεύτερη σκέψη ή επίγνωση για το πώς είναι οι ίδιοι εξωτερικά, για το πώς είναι εκείνοι ως αξιολογητές των αξιολογούμενων. Είναι κακοχυμένοι, κακάσχημοι, αντιαισθητικοί, τρίμπαζα, οι κοιλιές τους κολυμπάνε (δική μου γνώμη εννοείται, σε άλλους μπορεί να αρέσουν και να τους θεωρούν τους μοναδικούς εν ζωή σωσίες του Αλέν Ντελόν στα ντουζένια του).
Αλλά όπως κι αν είναι, το κρίσιμο είναι πως ως άντρες δεν είναι εδώ για να κριθούν. Είναι εδώ για να κρίνουν. Ζουν σε μια μακάρια κατάσταση, την αντρική, στην οποία η εξωτερική εμφάνιση δεν παίζει τόσο μεγάλο ρόλο. Το ζήτημα είναι να θεωρείς πως επειδή είσαι άντρας, εσένα δεν σε αφορά καθόλου το θέμα το σωματικό, να θεωρείς δηλαδή πως η εξωτερική εμφάνιση αφορά τις γυναίκες και μόνο τις γυναίκες, οι οποίες υποφέρουν για κάθε γραμμάριο και κιλό, την ώρα που εσύ είτε είσαι σαράντα – πενήντα κιλά πάνω είτε σαράντα – πενήντα κιλά κάτω, είσαι άντρας, άλλα είναι τα πιο σημαντικά σε σένα, και εν πάση περιπτώσει είσαι ο αγοραστής και όχι το προϊόν, είσαι εκείνος που θέτει τα αισθητικά πρότυπα.
Μήπως όμως δεν είναι όλα πρότυπα, μήπως δεν είναι όλα πατριαρχία και κοινωνία, μήπως το να θες να είσαι όσο πιο όμορφος και ελκυστικός είναι ό,τι πιο φυσικό; Στην τελική ποιος δεν πασχίζει να είναι όσο πιο ελκυστικός γίνεται; Οι άντρες είναι μια πιθανή απάντηση. Γιατί μπορεί άντρες – γυναίκες να θέλουν να γοητεύουν και να αρέσουν, αλλά ο βαθμός ενασχόλησής των ανδρών και κυρίως του άγχους τους για την εξωτερική τους εμφάνιση είναι καθοριστικά μικρότερος. Η εξωτερική και η εσωτερική πίεση για το πώς είναι σωματικά, δεν μπορεί να συγκριθεί με την πίεση που νιώθει μια γυναίκα. Κόμπλεξ ή θέματα με τον εαυτό τους μπορεί να έχουν ένα σωρό και οι άντρες, σπανίως όμως έχουν να κάνουν με το ότι είναι εξωτερικά έτσι ή αλλιώς. Το κρίσιμο είναι ο βαθμός στον οποίο χολοσκάς με όλα αυτά. Νοοτροπία ενός μπούμερ, καθώς στις νέες γενιές έχουν αλλάξει τα πράγματα; Δεν ξέρω. Και κυρίως δεν ξέρω αν είναι καλύτερο και προτιμότερο να μεταφερθεί η πίεση και το άγχος των γυναικών και στους άνδρες, έστω και για λόγους ισότητας και για να υποφέρουμε πια όλοι για το πώς είμαστε. Εκείνο που θεωρώ ότι ξέρω είναι πως, όσο κι αν αλλάζουν τα πράγματα, η βασική διαφορά θα παραμείνει.
Εσύ ως γυναίκα είσαι που κατά κόρον θα αξιολογηθείς και θα κριθείς για το πώς είσαι εξωτερικά, η δική σου σχέση με τον χρόνο, το πώς έχεις διαχειριστεί τα κιλά σου, το πρόσωπό σου, το ντύσιμό σου, το μακιγιάζ σου, τα μαλλιά σου. Tης πολλής λεπτομέρειας βέβαια είναι οι άλλες γυναίκες. Αυτές θα προσέξουν τα ειδικά. Οι άντρες είναι της γενικής εντύπωσης, της γενικής επιδοκιμασίας, του παρατατικού του ρήματος «μπαίνω».
Οι γυναίκες είναι αυτές που κοιτιούνται. Οι άντρες είναι αυτοί που κοιτούν. Οι άντρες είναι αυτοί που κρίνουν. Οι γυναίκες είναι αυτές που κρίνονται. Κι αν κοιτιούνται και κρίνονται -ενίοτε και πιο αυστηρά- από άλλες γυναίκες, αν λογοδοτούν ή απευθύνονται σε άλλες γυναίκες, αυτό δεν αλλάζει το βασικό ισοζύγιο. Το βασικό ισοζύγιο είναι ότι το προϊόν της ομορφιάς και της έλξης είσαι εσύ ως γυναίκα, εσύ πρέπει να ελκύεις, εγώ ως άνδρας θα σε αγοράσω. Ως γυναίκα είναι σαν να είσαι διαρκώς σε μια βιτρίνα και μαζί σε έναν καθρέφτη. Η έκθεση σε ένα διαρκές και αδυσώπητο βλέμμα, εξωγενές και εσωτερικευμένο. Πώς είμαι; Πόσα κιλά είμαι; Πόσο νέα δείχνω; Τι να βάλω που να μην είναι υπερβολικό, έτσι ή αλλιώς; Πόσο να βαφτώ; Από την άλλη, θα πει κανείς, μόνο μαρτύριο είναι; Προφανώς και όχι. Προφανώς και το να νιώθεις όμορφη σε γεμίζει και σένα την ίδια. Αλλά το κόστος του διαρκούς ελέγχου και αυτοελέγχου είναι συχνότατα δυσανάλογο.
Μια καθημερινή αναμέτρηση με το σώμα σου ως γυναίκα. Και συνολικά μια πολύ στενότερη σύνδεση με το σώμα σου από ό,τι οι άντρες με το δικό τους. Από πού ξεκινά αυτή η ιδιαίτερη επαφή με το σώμα; Από το καταλυτικό γεγονός της περιόδου, που για τους άντρες ήταν, είναι και θα παραμένει ξένη γλώσσα; Από το ότι μόνο το γυναικείο σώμα είναι εκείνο που μπορεί να γίνει υποδοχέας μιας άλλης ζωής; Οι άντρες μπορούν να ζουν σε μεγάλο βαθμό ερήμην του σώματός τους. Η σχέση με το σώμα τους είναι συγκριτικά πολύ πιο δευτερεύουσα. Από το σώμα του ο άντρας μάλλον περιορίζει το ενδιαφέρον του σε ένα πολύ επικεντρωμένο του σημείο, στου φαλλού του το φολκλόρ που τραγουδούσαν κάποτε κι οι Αδελφοί Κατσιμίχα. Ακόμα και τότε βέβαια, το φολκλόρ πάλι στο γυναικείο σώμα θα επικεντρωθεί, από εκεί θα αντλήσει τις δυνάμεις του και τις ορέξεις του.
Ο άντρας βλέμμα – η γυναίκα σώμα. Το ανδρικό βλέμμα αξιολογούσε και αξιολογεί το γυναικείο σώμα. Εγκρίνει ή αποδοκιμάζει. Κυριαρχεί. Το γυναικείο σώμα ελέγχεται νον στοπ. Από τους άλλους άνδρες, από τις άλλες γυναίκες, από εσένα την ίδια.
