Μία από τις διαχρονικά απολαυστικές αναγνωστικές εμπειρίες αναμφίβολα είναι οι μισανθρωπικοί παροξυσμοί του Τόμας Μπέρνχαρντ στους οποίους εξανίσταται κατά της πανταχού παρούσας ηλιθιότητας. Είναι αδύνατον να μην απολαμβάνει κάποιος αυτά τα ξεσπάσματα, ακόμη κι αν υποψιάζομαι ότι αν με συναντούσε ποτέ ο Μπέρνχαρντ, κι εμένα ως ηλίθιο θα με κατέτασσε. Σκέφτομαι όμως ότι σε μία τέτοια περίπτωση θα είχα τουλάχιστον ένα μεγάλο ελαφρυντικό: δεν είμαι Αυστριακός. Γιατί δεν νομίζω ότι έχει υπάρξει άλλος συγγραφέας ή καλλιτέχνης που να έχει μισήσει τη χώρα του περισσότερο από ότι ο Μπέρνχαρντ την Αυστρία, και σε αυτό συμπεριλαμβάνω και συγγραφείς που συνειδητά εγκατέλειψαν τη χώρα τους για να μην επιστρέψουν ποτέ ξανά πίσω, προτιμώντας να ζουν εκπατρισμένοι. Διότι ο Μπέρνχαρντ στα γραπτά του μισούσε την Αυστρία και τους (περισσότερους) συμπολίτες του με ένα σχεδόν ηρωικό σθένος, κατηγορώντας τους για κάθε λογής έγκλημα και αμαρτία, από τη συλλογική υποκρισία και την εμποτισμένη στον ναζισμό νοοτροπία τους, μέχρι τον επαρχιωτισμό, την στενομυαλιά, τη μικροψυχία και πολλά άλλα.
Αρκετές από τις κατηγορίες του Μπέρνχαρντ όντως έχουν να κάνουν με την ιδιαίτερη ιστορία της Αυστρίας ως σύγχρονο κράτος, αλλά εύκολα αντιλαμβάνεται κάποιος ότι ουσιαστικά οι ενστάσεις του κατευθύνονται προς τις περισσότερες δυτικές κοινωνίες. Για παράδειγμα η απέχθειά του ως προς τους κοινωνικά φιλόδοξους που φιλάνε κατουρημένες ποδιές και καλλιεργούν δημόσιες σχέσεις προκειμένου να ανελιχθούν δεν μπορεί να είναι προνόμιο της Αυστρίας, είναι ένα χαρακτηριστικό μάλλον διεθνές. Μάλιστα, δεν δίσταζε να υιοθετεί τον ρόλο του προβοκάτορα («ταραχοποιό» αποκαλούσε τον εαυτό του) τόσο συχνά που αρκετές φορές του έγιναν μηνύσεις και δημόσιες κατηγορίες από υπουργούς. Μέχρι που στη διαθήκη του είχε βάλει όρο να μην ανέβουν τα θεατρικά του έργα σε σκηνές της Αυστρίας για 70 χρόνια!
Για όσους δεν έχουν διαβάσει τον Μπέρνχαρντ, η γραφή του είναι εύκολα αναγνωρίσιμη καθώς φέρει πολύ ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Το ύφος του είναι μεν εκ πρώτης όψεως χαοτικό έως και παραληρηματικό, αλλά γρήγορα διαπιστώνει κάποιος ότι είναι προσεκτικά μελετημένο και ότι πειθαρχεί σε συγκεκριμένους κανόνες που ο ίδιος θέτει στον εαυτό του. Άλλωστε δεν είναι λίγοι όσοι εκτιμούν ότι υπήρξε ο σημαντικότερος και επιδραστικότερος γερμανόφωνος μεταπολεμικός συγγραφέας.
Τα περισσότερα πεζά του είναι σχετικά μικρά σε έκταση αλλά δεν χωρίζονται σε κεφάλαια, αποτελούν ουσιαστικά ενιαίους μονολόγους χωρίς διακοπές ή παύσεις, στους οποίους ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής καταγράφει τους συλλογισμούς του για ένα θέμα ενώ συχνά κάνει συνειρμικές παρεκτροπές επιστρέφοντας όμως διαρκώς στα ίδια θέματα, σαν μοτίβα. Αυτό μας φέρνει στην περίφημη χρήση της επανάληψης και την εφαρμογή της μουσικής δομής του Μπέρνχαρντ. Ο σπουδαίος Αυστριακός ήταν παθιασμένος λάτρης της κλασικής μουσικής και δεν είναι παράλογο που επιδίωξε να προσαρμόσει τη δομή μιας μουσικής σύνθεσης στον γραπτό λόγο και τη γλώσσα. Έτσι, σε κάθε του έργο χρησιμοποιεί διαρκείς επαναλήψεις, επαναλήψεις λέξεων, ονομάτων, φράσεων, που λειτουργούν σαν μοτίβα ή παραλλαγές θέματος.
Παράλληλα, επιστρατεύει μια δυναμική στίξης-αντίστιξης που πλαισιώνει το θέμα. Στα έργα του δεν υπάρχει γραμμική πλοκή, αντίθετα ο ίδιος ακολουθεί μια σπειροειδή σχεδόν κατεύθυνση αφού πηγαίνει μπρος και πίσω στον χρόνο, επιστρέφοντας όμως συνεχώς στα ίδια σημεία αναφοράς, εμπλουτίζοντας κάθε φορά με περισσότερες πληροφορίες την αφήγηση. Πεσιμιστής και γνήσιο τέκνο του Σοπενχάουερ, ο Μπέρνχαρντ εξερευνούσε τις νευρώσεις του ενώ ταυτόχρονα αποκάλυπτε τη φαυλότητα κάθε νόρμας, επιλέγοντας τον ρόλο ενός άκαμπτου αγκαθιού που μπήγεται βαθιά στα πλευρά του βολικού και αυτάρεσκου κομφορμισμού.
Ο Ανιψιός του Βίτγκενσταϊν γράφτηκε το 1982 και αφορά τη φιλία του Μπέρνχαρντ με τον Πάουλ Βίτγκενσταϊν, ανιψιό του σπουδαίου φιλοσόφου και γόνου μίας από τις πλουσιότερες οικογένειες στην Αυστρία. Ο Πάουλ είναι μια χαρισματική προσωπικότητα, ένα λαμπρό αστέρι της κοσμικής ζωής της Βιέννης και ένας σπουδαίος γνώστης της μουσικής αλλά και της τέχνης γενικότερα. Το πρόβλημα είναι όμως ότι μπαινοβγαίνει όλη του τη ζωή σε ψυχιατρικές κλινικές, έχοντας διαφόρων ειδών ψυχασθένειες. Σε αρκετά σημεία ο αφηγητής που είναι ο ίδιος ο Μπέρνχαρντ (τα περισσότερα από τα γεγονότα που παρουσιάζονται εδώ είναι απολύτως υπαρκτά σε ένα κείμενο με πολύ έντονα αυτοβιογραφικά στοιχεία) αποτελεί έναν καθρέφτη του Πάουλ: όσο ο Πάουλ μπαινοβγαίνει σε ψυχιατρικές κλινικές ο Τόμας μπαινοβγαίνει σε σανατόρια για τους πνεύμονές του, όντας χρόνια ασθενής, και οι δύο μοιράζονται μία απέχθεια προς την ηλιθιότητα, την υποκρισία, την κακή τέχνη, την γελοιότητα των Αυστριακών θεσμών. Η σπουδή αυτή πάνω στον Πάουλ είναι εν ολίγοις και μία σπουδή πάνω στον ίδιο τον εαυτό του Μπέρνχαρντ. Ο Μπέρνχαρντ ισχυρίζεται ότι ο Πάουλ είναι ένας σπουδαίος φιλόσοφος και στοχαστής που όμως ποτέ του δεν έγραψε και δημοσίευσε τις σκέψεις του όπως ο σπουδαίος του θείος Λούντβιχ. Έτσι, μετά τον θάνατό του δεν έμεινε τίποτα από την ύπαρξή του, μια ύπαρξη τόσο λαμπρή, κάτι που οδήγησε τον Μπέρνχαρντ στη συγγραφή αυτού του βιβλίου, για να τιμήσει δηλαδή την προσωπικότητα του φίλου του.
Ο μονόλογος λοιπόν αυτός είναι η εξερεύνηση του ψυχισμού δύο ανθρώπων που νιώθουν ανήμποροι να προσαρμοστούν στις κοινωνικές συμβάσεις της χώρας και της εποχής τους. Επανεξετάζουν το περιβάλλον τους και επιχειρούν να το διαχειριστούν ακολουθώντας μοτίβα που επαναλαμβάνονται, αλλά σταδιακά οδηγούν στην εξάντληση και την αποξένωση, τελικά καταλήγουν στην ήττα. Το πορτρέτο του Πάουλ όμως ειδικά είναι συναρπαστικό όσο και συγκινητικό, ακριβώς γιατί ο διπολικός μπον βιβέρ ζει τη ζωή του στην στιγμή και εκπέμπει το πνεύμα του στις συζητήσεις με τους φίλους του, κάτι που σημαίνει ότι αυτό εξατμίζεται, ξεχνιέται, περνάει στη λήθη. Το αποτέλεσμα είναι ότι και ο ίδιος ο Μπέρνχαρντ επέλεξε ειρωνικά τον τίτλο «Ο ανιψιός του Βίτγκενσταϊν», ετεροκαθορίζοντας τον φίλο του σε σχέση με τον διάσημο θείο του, χωρίς όμως να αναφέρει οτιδήποτε σχετικά με τον γνωστό φιλόσοφο.
Ενδεχομένως βέβαια να υπάρχει μία υπόγεια σύνδεση με το έργο του φιλοσόφου. Στο περίφημο Tractatus, ο Βίτγκενσταϊν εξήγησε με λογικά σχήματα το γιατί η γλώσσα δεν επαρκεί ώστε να αναλύσει και να ερμηνεύσει ολόκληρους φιλοσοφικούς κλάδους όπως η μεταφυσική. Αναρωτιέμαι λοιπόν αν και στην προκειμένη περίπτωση ο Μπέρνχαρντ μας μιλάει κι αυτός για μία αποτυχία της επικοινωνίας που οδηγεί σε ανθρώπους που αποκλείονται από το κοινωνικό σύνολο και καταλήγουν σε σανατόρια, μεταφορικά και κυριολεκτικά. Ανθρώπους των οποίων ο ψυχισμός δεν μπορεί να συνυπάρξει με τις νόρμες της εποχής τους και, αντίστοιχα, κοινωνικές συμβάσεις που αδυνατούν να πιάσουν την ουσία της ζωής, αυτό που τελικά μένει.
Ψυχαγωγικό και σπαρακτικό συνάμα, σαρκαστικό και αυτοσαρκαστικό, κοφτερό όσο και μελαγχολικό, το βιβλίο του Μπέρνχαρντ αξίζει τον χρόνο σας.

