Ο David Robert Jones, ο κατά κόσμον David Bowie ή Thin White Duke ή Ziggy Stardust ή Aladdin Sane, αυτός ο εξωπραγματικά μεταμοντέρνος φιλόσοφος των τεχνών, ξεχώρισε ως ένας από τους κορυφαίους rock star του πλανήτη, διαμορφώνοντας, αναδιαμορφώνοντας και στο τέλος δημιουργώντας μία εντελώς δική του rock κατηγορία το λεγόμενο “Glam Rock”. Και ενώ κάποια στιγμή σε ερώτηση του ίδιου προς τον John Lennon αν του αρέσει η δουλειά του, εκείνος αφοπλιστικά του είχε απαντήσει πως: «Ναι, τέλεια είναι. Βασικά κλασικό ροκ εν ρολ είναι, αλλά με κραγιόν σωστά»; Η απάντηση αυτή είναι άρτια σε πρώτη ανάγνωση μιας και ο ίδιος ο Bowie χαρακτηρίζει τον Lennon ως τον καλύτερο αφηγητή ιστοριών, ο οποίος δεν πλατειάζει λεπτό, και έχει έναν φοβερά δομημένο και ατακαδόρικο λόγο. 

Σε δεύτερη ανάγνωση, ζητώ συγγνώμη από κάθε χιλιοστό της οντότητας του John αλλά το ροκ εν ρολ του Bowie είναι κάτι πολύ παραπάνω από τα ρούχα και την αισθητική του. Θεωρώ δε, πως με ό,τι και να καταπιανόταν, ας πούμε πως κατέληγε μηχανικός αεροσκαφών, ή δικηγόρος, ή ένας μεσοαστός υδραυλικός στο Μπρίξτον του Ηνωμένου Βασιλείου όπου γεννήθηκε, θα φορούσε σίγουρα σουέτ τετράγωνα ιταλικά κοστούμια, βάτες και θα είχε μακριά μαλλιά. Ωστόσο η πρώτη συναυλία που έθαψε μέσα του τον σπόρο του rock star ήταν το 1963, στο Βrixton Οdeon όταν είδε για πρώτη φορά τους Stones (είναι φοβερό πώς περιγράφει τα μέλη, με τον Jagger να έρχεται τρίτος στην κατάταξη, επισημαίνοντας ότι μετέπειτα άρχισε να δείχνει το ποιος ακριβώς είναι) και τους Bo Diddley, Sam Cooke, Duane Eddy, Lil Richard και τους Sounds Incorporated.

Όλες αυτές τις πληροφορίες τις σημειώνω με μολύβι πάνω στο βιβλίο «Ντέιβιντ Μπόουι – Η τελευταία συνέντευξη και άλλες συζητήσεις» των εκδόσεων Key Books. Από τις πρώτες σελίδες αντιλαμβάνομαι πως θα συναντήσω ολόκληρη τη διάνοια του “Greatest Rock Star Ever”, όπως γράφεται μετά τον θάνατό του, στο Rolling Stone, το εγκυρότερο μουσικό περιοδικό του πλανήτη με εκατομμύρια αναγνώστες. Για έξι ολόκληρες δεκαετίες ο Bowie υπηρέτησε την τέχνη σχεδόν από κάθε μετερίζι της. Ζωγράφος, ηθοποιός, (σχεδόν) σκηνοθέτης, πολυοργανίστας, αν και όχι καλός όπως παραδέχεται ο ίδιος στη συνέντευξη του στο VOX POP για τον δίσκο “Never Let Me Down”.

Ντέιβιντ Μπόουι: «Ετοίμασα τα πάντα πριν βρεθούμε όλοι μαζί, και τους έβαλα να το ακούσουν και είπα “Θέλω να ακούγεται έτσι ακριβώς αλλά καλύτερο”» [γέλια]

Το βιβλίο είναι διαφωτιστικό και άφιλτρο για την προσωπικότητα του Μπόουι. Θα το καταλάβετε διαβάζοντας την πρώτη κιόλας συνέντευξή του το 1964 στο BBC TONIGHT όπου τότε ήταν εκπρόσωπος του “Συλλόγου Αποτροπής της Σκληρότητας Έναντι των Μακρυμάλληδων”. Ιδιοφυής και με αφοπλιστικό, εγγλέζικο χιούμορ, φαινόταν η τάση του να ξεχωρίζει, χωρίς να καταλαβαίνεις ακριβώς το γιατί. Πολύ πιθανόν η άγνοια της έκθεσης και η πιθανή μη αίσθηση του φόβου της, η οποία ήταν έμφυτη, από τον εκπρόσωπο μιας νεανικής αντίστασης τον ώθησε να μεταλλάσσεται σιγά-σιγά  όλες τις περσόνες του.

Οι θεματικές του βιβλίου χωρίζονται βάση των ηλικιακών φάσεων του Μπόουι. Από τα πρώτα χρόνια και την ανάγκη για μεταμόρφωση, στις περσόνες για τις οποίες μιλά ανοιχτά για τη δημιουργία των alter ego του, όχι ως απλό marketing, αλλά ως καλλιτεχνικά εργαλεία. Παραδέχεται όμως και το κόστος, ότι κάποιες φορές «χάθηκε» μέσα σε αυτούς τους ρόλους, ειδικά σε περιόδους έντονης χρήσης ουσιών. Έπειτα η δημιουργική διαδικασία την οποία περιγράφει σαν πείραμα. Μιλά για τυχαίες τεχνικές γραφής, όπως τον είχε συμβουλεύσει ο Brian Eno και ο John Lennon, επιρροές από λογοτεχνία και avant-garde τέχνη, τη σημασία τού να νιώθεις άβολα μόνο και μόνο για να εξελίσσεσαι. Για εκείνον, η στασιμότητα ήταν ο μεγαλύτερος εχθρός.

Η σχέση του με τα ΜΜΕ επίσης αναφέρεται όπως και η παραδοχή του ότι έπαιξε αρκετά με αυτά κατασκευάζοντας μύθους γύρω από τον εαυτό του. Ταυτόχρονα όμως δείχνει την κούραση από την υπερέκθεση. Μεγάλες αλήθειες συνάντησα και στα κομμάτια που μιλάει για την ταυτότητα και τη σεξουαλικότητά του. Μιλά με ειλικρίνεια για τη ρευστότητα της σεξουαλικής του ταυτότητας και για το πώς αυτό συνδέθηκε με την καλλιτεχνική του ελευθερία. Δεν το αντιμετωπίζει ως σκάνδαλο αλλά ως κομμάτι της εξερεύνησης του εαυτού. Από τη γέννηση του γιου του κι έπειτα στις συνεντεύξεις του είναι πιο ήρεμος, πιο στοχαστικός. Μιλά για τον φόβο του χρόνου, την πατρότητα, τη σημασία της ιδιωτικότητας, την ανάγκη να δημιουργεί χωρίς να αποδεικνύει τίποτα. Εκεί φαίνεται καθαρά ένας άνθρωπος που έχει συμφιλιωθεί με το παρελθόν του.

Το βιβλίο αυτό είναι μικρό, εύκολο και συνάμα συναρπαστικό, γιατί δεν είναι απλώς μια ακόμη βιογραφία. Κάποια στιγμή μέσα σε μία από τις συνεντεύξεις του, ο Μπόουι αναφέρει πως σταμάτησε να μετράει τις βιογραφίες του, όταν είχαν φτάσει στις τριάντα και κάτι…Χαράσσεται μια διαδρομή σκέψης εδώ γεμάτη από την προσπάθεια της κατανόησης του εαυτού. Και αυτή είναι η πρώτη τέχνη στην οποία ο Μπόουι θα χαρακτηριζόνταν ως ο απόλυτος ροκ σταρ. Από τη μεταμόρφωση και την αμφισβήτηση του εαυτού του, μέχρι τον πειραματισμό της ταυτότητας και του εγώ του και από εκεί στην τελική ωρίμανση χωρίς να χάνεται η υπερκινητικότητα αυτού του σπάνιου νου.

Προσωπικά συνδέθηκα λίγο περισσότερο με τον διάλογο που είχε με τον Γουίλιαμ Μπάροουζ, συγγραφέα, ζωγράφο και σεναριογράφο, μέσα στη κοινή συνέντευξη στον Κρεγκ Κοπίτας τoυ Rolling Stone, o oποίος είχε την φαεινή ιδέα να συντονίσει μια αμφίδρομη συνέντευξη με τον Μπόουι και τον Μπάροουζ, τέλη του Φλεβάρη το 1974. Ο Κοπίτας είχε δωρίσει στον Μπόουι τα μυθηστορήματα του Μπάροουζ «Γυμνό Γεύμα», «Νόβα Εξπρές» και το  “The Ticket that Exploded”. Ο Μπόουι είχε διαβάσει μόνο το «Νόβα Εξπρές»  και από την πλευρά του ο Μπάροουζ ήξερε μόνο δύο τραγούδια του Μπόουι, “Five Years” και “Starman”, ωστόσο επιθυμούσαν και οι δύο αυτή τη συνάντηση. Συναντήθηκαν λοιπόν και εγένετο τέχνη… Αν αγαπάτε τον Μπόουι σε αυτό το βιβλίο θα καταλάβετε ακριβώς το γιατί. Μετά το πέρας της ανάγνωσης μου, κατάλαβα πως όλη αυτή η απροσδιόριστη γοητεία που μου ασκούσε ανέκαθεν η προσωπικότητα του, κατά κάποιο τρόπο οριοθετήθηκε για να ερμηνευτεί.