Στο πλαίσιο του πρώτου Διεθνούς Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Αθήνας (το οποίο ομολογουμένως κατάφερε να προσελκύσει αρκετά σημαντικά ονόματα από τον χώρο της παγκόσμιας λογοτεχνίας), την Παρασκευή το βράδυ υπήρξε η εκδήλωση με τίτλο «Η λαχτάρα, η αγωνία και η μελαγχολία της αντίστασης», που ουσιαστικά ήταν μια συνέντευξη του νομπελίστα Ούγγρου πεζογράφου Λάζλο Κρασναχορκάι από την Τούρκο-αμερικανίδα ακαδημαϊκό Μέρβ Έμρε.
Η συνέντευξη ξεκίνησε με την Έμρε να ρωτάει για τις περίφημες μακροσκελείς προτάσεις του Κρασναχορκάι και την σχέση του με τον ρυθμό και την κίνηση, θυμίζοντάς του μια δική του αναφορά από άλλη συνέντευξη για το ότι όταν ήταν μικρός ο αδερφός του τον έπαιρνε στους ώμους του και περπατούσε στον δρόμο, και ότι αυτό υποσυνείδητα επηρέασε την αίσθηση της κίνησης στην γραφή του. Ο Κρασναχορκάι απάντησε ότι ο ρυθμός για εκείνον είναι εξαιρετικά σημαντικός και πρώτα φροντίζει να διορθώνει ξανά και ξανά, εμμονικά σχεδόν, την αίσθηση του ρυθμού στις προτάσεις και μετά να ασχολείται με την ιδέα. Το περίφημο ύφος του, όπως το γνωρίζουμε σήμερα, προέκυψε αργότερα και όχι στην αρχή της συγγραφικής του καριέρας, και αποτέλεσε το προϊόν της στροφής του προς την κοινή γλώσσα, όπως την αποκάλεσε, δηλαδή την ειλικρινή εξομολογητική γλώσσα. Ο Κρασναχορκάι χρησιμοποίησε το παράδειγμα ενός ερωτευμένου άντρα με μία γυναίκα. Η ερωτική του εξομολόγηση δεν γίνεται να κοπεί σε μικρές προτάσεις, πρέπει να αφεθεί να εκφραστεί σε μία συνέχεια. Παράλληλα, ο ίδιος θεωρεί κάθε του έργο ένα είδος αποτυχίας, ενώ ποτέ δεν τα ξαναδιαβάζει αφού όταν αναγκάζεται να το κάνει (όπως στην περίπτωση της συνεργασίας με τον συμπατριώτη του σκηνοθέτη Μπέλα Ταρ που μετέφερε κάποια από τα βιβλία του στον κινηματογράφο) έρχεται αντιμέτωπος με τις χτυπητές αδυναμίες τους. Αυτή του η τελειομανία όμως έχει να κάνει μονάχα με τα δικά του έργα, διότι κατά τα άλλα όχι μόνο είναι ανεκτικός στα λάθη, αλλά τον γοητεύουν κιόλας, προσφέροντας μια ανθρώπινη διάσταση.

Στη συνέχεια τον ρώτησε πώς βλέπει την ομορφιά και την σχέση των ανθρώπων με αυτή, ιδιαίτερα σε μια εποχή όπως η δική μας. Ο Κρασναχορκάι επισήμανε ότι η ομορφιά είναι αυθύπαρκτη, αυτό που αλλάζει είναι το πώς εμείς την αντιλαμβανόμαστε. Για παράδειγμα ένα έργο του Μιχαήλ Αγγέλου ή η ίδια η Ακρόπολη μπορούν να αποτελέσουν διαρκή έμπνευση ή απλώς ένα μαγνητάκι για το ψυγείο. Ζούμε πλέον σε έναν τεχνικό πολιτισμό με λαμπρή, ιδιοφυή τεχνολογία, που ταυτόχρονα όμως ενέχει και μεγάλους κινδύνους. Δεν έχει νόημα να λέμε στους νέους τι πρέπει να κάνουν ή να σκέφτονται, ούτε και όσοι από εμάς είμαστε πια ηλικιωμένοι να παραπονιόμαστε ή να επαναστατούμε (η επανάσταση στην τρίτη ηλικία είναι γελοία). Όμως ο ίδιος χαίρεται που δεν είναι πια νέος και δεν θα βιώσει αυτή την πικρή πλευρά αυτής της νέας τάξης πραγμάτων.
Ρωτήθηκε και για την μουσική, για την οποία είπε ότι αποτελεί για τον ίδιο οξυγόνο, το ίδιο σημαντικό με το χημικό στοιχείο. Από τη νεαρή του ηλικία πάντοτε τον περίβαλλε η μουσική, κυρίως η κλασική μουσική αλλά όχι μόνο. Έδωσε σαν παράδειγμα την περίοδο που έμενε σε ένα μικρό Κρητικό χωριό κοντά στο Ρέθυμνο όπου και έγραφε το κεφάλαιο στο «Πόλεμος και Πόλεμος» που εκτυλίσσεται στην Κρήτη. Ένα βράδυ πήγε να δει κάτι ντόπιους μουσικούς και η εμπειρία τον συγκλόνισε, έγινε μάρτυρας ενός αρχαίου σχεδόν ήχου. Έφτασε στο σημείο να πηγαίνει στο Ηράκλειο για να ψάξει να βρει ένα λαούτο αντίστοιχο με εκείνο που έπαιζαν οι μουσικοί στο χωριό.

Οι απαντήσεις του Κρασναχορκάι ήταν ανάλογες με τις προτάσεις των βιβλίων του: μακροσκελείς, έμοιαζαν να ελίσσονται και να πηγαίνουν προς διαφορετικές κατευθύνσεις, με την έκφραση της Έμρε συχνά να προδίδει το ότι δυσκολευόταν να παρακολουθήσει τον ειρμό του μεγάλου Ούγγρου συγγραφέα. Ο ίδιος άλλωστε παραδέχθηκε ότι συχνά ξεχνιέται στις απαντήσεις του. Στην πιο χιουμοριστική στιγμή της βραδιάς, ο Κρασναχορκάι είπε ότι είναι σαν τον Δαλάι Λάμα, ο οποίος ό,τι ερώτηση κι αν του κάνεις εκείνος θα απαντήσει αυτό που θέλει ακόμα κι αν δεν έχει σχέση με την ερώτηση.
