Εμπνευσμένη από το έργο του Δημήτρη Δημητριάδη, η παράσταση «ΛΗΘΗ» μοιάζει με μια σωματική και ψυχική κατάβαση, όπου λόγος και κίνηση πλέκονται σε έναν αδιάληπτο χορό. Σε έναν σκηνικό τόπο που μοιάζει έρημος, φορτισμένος από ίχνη, σώματα και σιωπές, η «Λήθη» ξεδιπλώνεται ως εμπειρία ενώ στην ατμόσφαιρα πλανάται το αναπόφευκτο ερώτημα: αν η μνήμη σε κρατά δεμένο, τι θα θυσίαζες για να σπάσεις την πέτρα;
Με αφορμή αυτή τη χοροθεατρική εμπειρία, μιλήσαμε με τη Νίκη Σερέτη για τη «ΛΗΘΗ» ως σκηνικό σύμπαν, για το σώμα ως φορέα μνήμης, για τη σιωπή ως πολιτική πράξη και για το πώς η τέχνη μπορεί να σταθεί μέσα σε ό,τι δεν ξεχνιέται.
Τι ήταν αυτό που σας τράβηξε στη «Λήθη» και στη συγκεκριμένη προσέγγιση του κειμένου; Ήταν μια απόφαση πιο διανοητική ή πιο ενσώματη;
Η έλξη μου προς τη «Λήθη» υπήρξε σχεδόν ερωτική. Όχι με την έννοια της γοητείας, αλλά ως μια βαθιά περιέργεια και ακατανίκητη έλξη προς κάτι που με καλούσε να αφεθώ. Δεν ήταν μια πρωτίστως διανοητική απόφαση. Ήταν ψυχική και ταυτόχρονα σωματική. Δεν προσέγγισα το κείμενο για να το ερμηνεύσω, αλλά για να με δω και να θυμηθώ.
Βούτηξα στον δικό μου προσωπικό μύθο, σε εκείνο το σκοτεινό και εύθραυστο σημείο όπου τα γεγονότα προϋπάρχουν της σκέψης. Από εκεί άρχισε να αναδύεται ό,τι λέει αυτό το κείμενο. Η ψυχή μου δίνει το ρεύμα και όπως λέει ο στίχος του Σαββόπουλου «βάζει στα όργανα φωτιά». Το σώμα είναι η μνήμη μου που ανάγεται σε φορέα έκφρασης του ποιητικού λόγου του Δημητριάδη. Μια σχέση σχεδόν ερωτική με το υλικό όπου δεν κρατάς απόσταση, αλλά ανασαίνεις θεάνοιχτη μαζί του.
Στην παράσταση το σώμα προηγείται του λόγου. Πώς προσεγγίσατε τη σωματική δουλειά; Τι απαιτεί από εσάς καθημερινά αυτή η παράσταση;
Παρότι στην παράσταση το σώμα φαίνεται να προηγείται, για μένα η αφετηρία είναι πάντα ο λόγος που έχει γίνει ήδη σώμα. Από το κείμενο ξεκινήσαμε για να πειραματιστούμε με το Σώμα. Στο άκουσμα και στη βίωση του λόγου το σώμα μου άρχισε να μετασχηματίζεται με μια πρωτόγνωρη ελευθερία. Μια αρμονική και ισότιμη σύμπραξη. Παίζοντας μέχρι τώρα σε παραστάσεις λόγου ήταν πάντα το πρώτο και κυρίαρχο υλικό. Ακόμα περισσότερο όταν μιλάμε για ένα τόσο σπουδαίο κείμενο! Οι λέξεις του Δημητριάδη είναι τόσο αρχέγονες, τόσο ανελέητες, τόσο φορτισμένες, μνήμη και ένστικτο. Δεν περιγράφουν το σώμα, το κινητοποιούν. Το τοποθετούν σε θέσεις αφήγησης. Το σώμα δεν «χορεύει», αφηγείται, ανακαλύπτει νέους ήχους. Μέσα από αυτή τη διαδικασία ανακάλυψα ένα σώμα που δεν ήξερα ότι διαθέτω: λιγότερο ελεγχόμενο, πιο διαθέσιμο, πιο ευάλωτο. Ένα σώμα που δεν προηγείται του λόγου, αλλά τον ακούει βαθιά και τολμά να τον ακολουθήσει. Η δημιουργός όλης αυτής της πρότασης, η Εύα Σταυρογιάννη ως χορογράφος και χορεύτρια γνώριζε ακριβώς πώς να το καθοδηγήσει, και ως σκηνοθέτης ήξερε με απόλυτη ακρίβεια τι θέλει να πει.

Η «λήθη» ως έννοια αφορά το τραύμα, τη μνήμη, την επιθυμία να ξεχάσουμε και να ξαναρχίσουμε. Ποιο σημείο αυτής της διαδρομής νιώθετε πιο κοντά σας ως άνθρωπος;
Καθημερινά, αυτή η παράσταση απαιτεί από μένα ησυχία, ακρίβεια, αντίσταση, εγρήγορση. Εξίσου βασική προϋπόθεση είναι η σύνδεση. Πρώτα με τον εαυτό μου και έπειτα με τις συναδέλφους μου.
Πώς βιώνει το σώμα τη μνήμη; Υπάρχει μια στιγμή μέσα στην παράσταση όπου το σώμα σας αντιλαμβάνεται κάτι πριν το καταλάβει η σκέψη;
Αυτό που νιώθω πιο κοντά μου είναι η επιθυμία να αφήνω τα πράγματα πίσω μου και να αρχίζω και να ξαναρχίζω. Η λήθη για μένα δεν είναι άρνηση της μνήμης, αλλά μια συνειδητή επιλογή επιστροφής στο εδώ και τώρα. Διαθέσιμη με χαρά στο παρόν.
Yπάρχει μια στιγμή στην παράσταση (στην έναρξή μου) όπου αυτό γίνεται απολύτως σαφές. Η σιωπηλή είσοδός μου επί σκηνής, κατεβαίνοντας τις σκάλες, είναι δομημένη τελετουργικά. Πριν αρθρωθεί η πρώτη λέξη, το σώμα έχει ήδη καταλάβει. Προχωράει αδύναμο και δυνατό σαν να φέρει τις ρωγμές όλου του κόσμου. Εκείνη τη στιγμή νιώθω ταυτόχρονα παρούσα και απούσα σε ένα μεταίχμιο όπου η μνήμη δεν έχει ακόμα γίνει σκέψη, αλλά ήδη κατοικεί στο σώμα μου.
Ποια ήταν η πιο δύσκολη στιγμή στη διαδικασία των προβών; Τι χρειάστηκε να αφήσετε πίσω για να μπείτε σε αυτόν τον κόσμο;
Αυτό που με δυσκόλεψε ήταν η σχέση μου με το υγρό στοιχείο της παράστασης, το νερό. Το σώμα μου άργησε να προσαρμοστεί στη θερμοκρασία του νερού. Απαιτούσε να αφήσω πίσω κάθε έλεγχο και ασφάλεια, να το υποδεχτώ και να γίνω διάφανη. Να αναμετρηθώ έστω και στο ελάχιστο με το σημείο της διαπερατότητας.
Ίσως να ήταν και η αντίσταση μου και στη λήθη υπό μια έννοια. Από τη λήθη πήρε το όνομα της ένα ποτάμι στον Άδη όπου οι νεκροί έπιναν από τα νερά του για να λησμονήσουν το παρελθόν και την επίγεια ζωή. Πάντα περηφανευόμαστε για τη μνήμη και ποτέ για τη λήθη. Ο συγγραφέας το ανατρέπει όλο αυτό όπως κάνει και με άλλες λέξεις και το ανατροφοδοτεί με θετικό πρόσημο.



Η παράσταση δεν «διηγείται» μια ιστορία. Ζητά από τον θεατή να αφεθεί. Τι είδους συνάντηση εύχεστε να συμβεί με το κοινό;
Να οδηγηθούμε μαζί σε μια κοινή φαντασίωση και ευαισθησία. Να συντονιστούμε.
Τι σας έμαθε η «Λήθη» για το να θυμάσαι και να ξεχνάς; Αλλάζει κάτι στον τρόπο που βλέπετε την προσωπική μνήμη;
Η «Λήθη» με βοήθησε να επαναδιαμορφώσω τον τρόπο που αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου. Να καταλάβω ότι μπορώ να αφήνω τα πράγματα πίσω και να αρχίζω και να ξαναρχίζω. Να μη φοβάμαι να ζω την κάθε στιγμή με χαρά. Η λήθη δεν είναι αμνησία. Όλα να γράφονται για να σβηστούν όλα μετά. {…}. Η αιώνια μνήμη εξαγριώνει. Η αιώνια μνήμη σκληραίνει.{…}. Η λήθη μαλακώνει. {…}. Τίποτα δεν χρειάζομαι. Αρκούμαι. Αρκεί να είμαι Σώμα. Σας ξέχασα. Ξεχάστε με.” γράφει ο Δημητριάδης.
Η μνήμη εξακολουθεί να είναι εξίσου σημαντική. Καθορίζει την ταυτότητά μας, αρκεί να μη μένουμε εγκλωβισμένοι μόνο στο «πριν». Για μένα, η τέχνη λειτουργεί ως ένας ζωντανός μηχανισμός μνήμης: δεν αναπαράγει απλώς το παρελθόν, αλλά το μετασχηματίζει και το ξαναγράφει στο παρόν.

