Η παρούσα έκδοση –δίγλωσση, ώστε ο αναγνώστης να μπορεί να απολαύσει το σφρίγος του πρωτοτύπου, αλλά και να ελέγξει τις επιλογές του μεταφραστή– περιλαμβάνει 160 ποιήματα που καλύπτουν όλο το εύρος του έργου της Ντίκινσον. Στην έκδοση «Έμιλι Ντίκινσον. Αυτό είναι το γράμμα μου στην Οικουμένη: 160 ποιήματα» συµπεριλαµβάνονται αποσπάσματα από πλήθος επιστολές της ποιήτριας, που φωτίζουν την προσωπικότητα και τις εμμονές της ‒συγγραφικές και άλλες‒, καθώς επίσης και πλούσιο φωτογραφικό υλικό και εκτενής βιβλιογραφία.
Η Έμιλυ Ντίκινσον είναι η κορυφαία Αμερικανίδα ποιήτρια του 19ου αιώνα· μαζί με τον Γουόλτ Γουίτμαν, αποτελούν τους δύο διακριτούς πυλώνες της αμερικανικής ποίησης. Η ποίησή της, αν και γράφτηκε στα μέσα του 19ου αιώνα, προαναγγέλλει τον μοντερνισµό και τα λογοτεχνικά ρεύματα που ακολούθησαν, ενώ άσκησε ισχυρή επίδραση σε σημαντικούς Αμερικανούς και αγγλόφωνους ποιητές του 20ού και του 21ου αιώνα.
Αυτό που την κάνει να ξεχωρίζει δεν είναι µόνο η ιδιαίτερη τεχνοτροπία της Ντίκινσον: η πυκνότητα του λόγου, η ελλειπτική σύνταξη, η επίµονη εστίαση της ποιήτριας στις λέξεις, που επιτυγχάνεται µε τα κεφαλαία και τις περίφημες «παύλες» της. Ούτε είναι µόνο το στοχαστικό βάθος, η πρωτοτυπία και η ελαφρά ειρωνεία της, αλλά, κυρίως, το αντισυµβατικό και τολµηρό βλέµµα της Ντίκινσον, η οποία δε δίστασε να αµφισβητήσει τις συντηρητικές κοινωνικές και θρησκευτικές αντιλήψεις της εποχής της, και –πολύ σηµαντικό– να αντισταθεί στις ισχύουσες ποιητικές επιταγές. Η Ντίκινσον χάραξε τον δικό της µοναχικό δρόµο, που, µε το πέρασµα του χρόνου, αποδείχθηκε ο πιο ρηξικέλευθος και ανθεκτικός.
Η εκτενής Εισαγωγή πραγματεύεται ζητήματα όπως ο εθελούσιος εγκλεισµός της ποιήτριας στην οικογενειακή εστία, οι απόψεις της για τον Θεό και τη θρησκεία, ο τρόπος που αντιλαμβανόταν τη φύση και τον θάνατο, οι συγγραφείς που θαύμαζε και τα διαβάσµατά της, η παθιασµένη σχέση της µε τη Σούζαν Γκίλµπερτ –γυναίκα του αδελφού της–, καθώς και οι περίφηµες «Master Letters», οι γεµάτες υποταγή επιστολές που η Ντίκινσον απηύθυνε σε εκείνον τον µυστηριώδη «Αφέντη», που δεν έχει ακόµα αποκαλυφθεί ποιος ήταν.
Εξετάζεται, τέλος, η αντιφατική σχέση της µε τον Τόμας Χίγκινσον, τον «µέντορά» της, όπως τον αποκαλούσε, που τη συµβούλευε να µην εκδώσει τα «σπασµωδικά» –κατά τη γνώµη του– ποιήµατά της, αλλά και η αµφίθυµη στάση της ίδιας απέναντι στη φήµη, την οποία απέφευγε να διεκδικήσει αλλά ενδόµυχα προσδοκούσε.

