Κείμενο: Σοφία Τριάντου

 

Υπάρχουν τόποι που δεν ζουν πάνω στη γη – ζουν μαζί της. Τόποι όπου οι άνθρωποι δεν διδάσκονται τη φύση, την κληρονομούν. Η Νάξος είναι ένας τέτοιος τόπος. Από τη νεολιθική εποχή μέχρι τους βυζαντινούς χρόνους και τις αυλές του σήμερα, το νησί αυτό κουβαλά μια σοφία.

Και όμως, το αληθινό της πρόσωπο δεν θα το βρεις στις ακτές, αλλά στα βουνά με τις ρίζες του κεφαλωτού θυμαριού, στους μαρμαρένιους πάγκους των σπιτιών όπου στεγνώνει ο μάραθος, στις αυλές των ναών που κράτησαν ζωντανές τις γενιές.

Στη Νάξο θα μοσχοβολήσουν οι πίτες με σέσκουλα και αγριομάραθο, τα χέρια μιας γυναίκας που ξέρει να ξεχωρίζει το σκολύμπρι απ’ τη βρούβα και δεν χρειάζεται οδηγίες για να βρει το φασκόμηλο.

Στους ναούς του νησιού, όπως στον Άγιο Γεώργιο τον Διασορίτη ή την Παναγία την Πρωτόθρονη, σώζονται τοιχογραφίες από τον 11ο αιώνα, αλλά και επιγραφές που μαρτυρούν τα ονόματα κληρικών και λαϊκών. Σε αυτές τις εκκλησίες οι γυναίκες προσκυνούσαν, κοινωνούσαν, έπλεκαν τα τάματα. Εκεί έφερναν τα βότανα για ευλογία, εκεί άφηναν ένα φύλλο δάφνης ή ένα μπουκέτο ρίγανης. Η καθημερινότητα του νησιού είχε βαθιές ρίζες παράδοσης.

Η Νάξος είναι τόπος πλούσιος σε αυτοφυή βότανα, που ευδοκιμούν με πείσμα ανάμεσα σε ξερολιθιές και βράχια. Το κεφαλωτό θυμάρι, με το πυκνό του άρωμα, θεωρείται από τα καλύτερα στην Ελλάδα. Ο άγριος μάραθος δίνει χαρακτήρα στη ντόπια κουζίνα. Η Menta petiolata, αρωματική και σπάνια, συναντάται σε επιλεγμένα σημεία του νησιού. Το τσάι του βουνού και το φασκόμηλο συλλέγονται ακόμα με τον παραδοσιακό τρόπο, φυλαγμένα στα ξύλινα ράφια των κουζινών. Η γνώση για τα βότανα περνάει από γενιά σε γενιά, κυρίως από τις γυναίκες. Πολλές γνωρίζουν ποιο φυτό μαλακώνει τον πόνο, ποιο καταπραΰνει το στομάχι, ποιο τονώνει το σώμα. Κι αυτή η γνώση είναι βαθιά, είναι μια καθημερινότητα, απολύτως συντροφική με τη ζωή τους.

Ο παραδοσιακός αργαλειός υπήρξε βασικό εργαλείο σε πολλά νοικοκυριά της Νάξου, ιδιαίτερα στα ορεινά χωριά όπως η Απείρανθος, η Μόνη και το Χαλκί. Οι γυναίκες τον χρησιμοποιούσαν για να υφαίνουν ό,τι χρειαζόταν ένα σπίτι: κουβέρτες, σεντόνια, τραπεζομάντηλα, πετσέτες, ακόμα και ρούχα. Η εκμάθηση ξεκινούσε από μικρή ηλικία. Τα κορίτσια παρατηρούσαν τις μεγαλύτερες και σταδιακά μάθαιναν τα βασικά μοτίβα, τα χρώματα και τον ρυθμό του υφαντού. Πολλά από τα υφαντά αυτά ήταν μέρος της προίκας. Τα χρώματα ήταν συνήθως σκούρα – βαθύ κόκκινο, μπλε, κίτρινο – και τα σχέδια επαναλαμβανόμενα, με απλά γεωμετρικά μοτίβα. Ακόμα και σήμερα, ορισμένα εργαστήρια στη Νάξο συνεχίζουν την παράδοση της υφαντικής, με χειροποίητα υφαντά που παράγονται σε παλιούς αργαλειούς και έχουν τόσο πρακτική όσο και πολιτιστική αξία.

Το 1987, σε μια εποχή που η παραδοσιακή υφαντική είχε σχεδόν χαθεί από τη Νάξο, μια ομάδα γυναικών στην Απείρανθο αποφάσισε να την επαναφέρει. Με την υποστήριξη του Μανώλη Γλέζου, ίδρυσαν έναν γυναικείο συνεταιρισμό με στόχο τη διάσωση της υφαντικής τέχνης και την ενίσχυση της τοπικής οικονομίας. Ξεκίνησαν με ό,τι είχε απομείνει: παλιούς αργαλειούς, μοτίβα από τις προίκες των γιαγιάδων τους, και τη μνήμη στα δάχτυλα. Με υπομονή και συλλογικότητα, ξαναέστησαν την τέχνη. Έμαθαν στις νεότερες πώς να περνάς το νήμα, πώς να φτιάχνεις σταυροβελονιά, πώς να δένεις την ιστορία σε ένα σχέδιο. Τα υφαντά τους, λιτά, πρακτικά, γεμάτα χαρακτήρα, ταξίδεψαν πέρα από το νησί. Μα πιο πολύ ταξίδεψε η αξία: ότι η παράδοση δεν είναι κάτι μουσειακό. Είναι ζωντανή, όταν οι άνθρωποι την παίρνουν στα χέρια τους.

Η κουζίνα της Νάξου τιμά την εποχικότητα και την απλότητα, με βάση τα βότανα και τα άγρια χόρτα. Οι γυναίκες του νησιού φτιάχνουν πίτες με σέσκουλα, αγριοσέλινο, μαρούλιθρες, ραφανίδες, σκολύμπρια, τσόχους και βρούβες. Χόρτα συνδυάζονται με αυγά, με κρέας ή ψάρι, σε ομελέτες που γεμίζουν το σπίτι με άρωμα. Ανάμεσα στα παραδοσιακά φαγητά ξεχωρίζει το «τριφτό», που θυμίζει πλιγούρι, η «κατσίνα», παρόμοια με σουγλιώτικη συνταγή, και το «αλυέρι», από κρίθινο αλεύρι, γνωστό και ως «κατσόγρια». Όταν προστίθεται αυγό, γίνεται «αυγουλοκατσίνα».

Η ντόπια τυροκομία είναι ένας άλλος θησαυρός: η φημισμένη γραβιέρα Νάξου, το «αρσενικό», το τουλουμοτύρι και η γλυκιά μυζήθρα. Οι γυναίκες φτιάχνουν ακόμα νωπό βούτυρο, γλυκά του κουταλιού (ιδιαίτερα το κίτρο), μαρμελάδες και τραγανά μπουρεκάκια γεμισμένα με αμύγδαλο. Και βέβαια, τίποτα δεν συγκρίνεται με τις πατάτες Νάξου: χρυσαφένιες και γλυκές εδώ και πολλά χρόνια .

Κάθε φορά που σκέφτομαι τη Νάξο, θυμάμαι μια γιαγιά που ανακάτευε χόρτα στη λεκάνη, ένα κορίτσι που έμαθε να υφαίνει χωρίς να ρωτήσει το γιατί, έναν τόπο να μοσχοβολά. Αυτά κρατώ. Απλή, δυνατή, αυθεντική.