Η μολόχα είναι από εκείνα τα φυτά που αυτή την εποχή συναντάμε σχεδόν παντού γύρω μας, όπως το χαμομήλι, η τσουκνίδα ή οι βρούβες. Κι όμως, πολλές φορές περνά απαρατήρητη. Αυτό συχνά με κάνει να σκέφτομαι τον τρόπο που ζούσαν οι παλιότεροι άνθρωποι. Ζούσαν πολύ πιο κοντά στον ρυθμό της φύσης, γνώριζαν τις εποχές, παρατηρούσαν τι γεννά η γη κάθε περίοδο και προσαρμόζονταν σε αυτό με έναν τρόπο απόλυτα φυσικό, χωρίς καμιά υπερβολή και χωρίς εμμονή με τα ίδια υλικά όλο τον χρόνο, κάτι που συνηθίζεται στις μέρες μας. Η εποχικότητα ήταν μέρος της καθημερινής ζωής τους. Τα άγρια χόρτα της άνοιξης, όπως η μολόχα, δεν εμφανίζονταν ποτέ τυχαία στο τραπέζι.

Η μολόχα φυτρώνει κοντά σε αυλές, χωράφια, μονοπάτια και στις άκρες των δρόμων. Σίγουρα θα την έχετε συναντήσει! Κι όμως, αν και ταπεινή, κουβαλά μια μεγάλη ιστορία, από την αρχαία ελληνική γραμματεία μέχρι τα χωριά της Κρήτης, της Κύπρου, της Τήνου, της Μακεδονίας και τις κουζίνες της Μεσογείου.

Στα παλαιότερα χρόνια τα τρυφερά της φύλλα και οι βλαστοί της μαζεύονταν την εποχή που το φυτό ήταν τρυφερό, πριν σκληρύνει. Χρησιμοποιήθηκε σε σούπες, σε χορτόπιτες, σε ντολμάδες, σε βραστά χόρτα ή ακόμη και στη γνωστή ομελέτα. Στην Κύπρο καταγράφεται ότι οι μολόχες καταναλώνονταν ως σούπα ή τηγανίζονταν όταν ο βλαστός ήταν πιο ώριμος, και ότι ήταν ιδιαίτερα αγαπητές στους φτωχούς αγρότες.

Όπως πολλά άγρια χόρτα, μπήκε στην κουζίνα όχι επειδή είχε μια εκλεπτυσμένη γεύση, αλλά επειδή τη γεννούσε η γη όταν οι άνθρωποι τη χρειάζονταν. Στη λαϊκή μαγειρική η αξία της δεν βρισκόταν στη δυνατή γεύση, η μολόχα είναι ήπια, χορτώδης, διακριτική, αλλά η υφή της έχει τη δυνατότητα να δένει τις σούπες και τα φαγητά και την ικανότητά να συνδυάζεται τέλεια με λεμόνι, σκόρδο, κρεμμύδι, ελαιόλαδο και μπαχαρικά.

Η ίδια χρήση συναντάται και σε άλλες μεσογειακές κουζίνες. Στο Μαρόκο, η μολόχα είναι γνωστή ως khoubiza ή bakkoula και γίνεται μαγειρεμένη σαλάτα, τα φύλλα αχνίζονται ή βράζονται και στη συνέχεια σοτάρονται με ελαιόλαδο, σκόρδο, μπαχαρικά, λεμόνι και συχνά ελιές ή παστό λεμόνι. Στην Παλαιστίνη, το khobiza είναι παραδοσιακό φαγητό με φύλλα μολόχας, ελαιόλαδο, κρεμμύδι ή σκόρδο και λεμόνι, ένα πιάτο που συνδέεται με την σπιτική κουζίνα και την αντοχή των ανθρώπων σε δύσκολες εποχές. Στην Τουρκία, η μολόχα είναι γνωστή ως ebegümeci και χρησιμοποιείται ως λαχανικό, βραστή, σοταρισμένη ή γεμιστή με ρύζι ή πλιγούρι.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν και οι καρποί της μολόχας. Στην ελληνική παράδοση αναφέρονται ως ψωμάκια, ενώ σε άλλες ευρωπαϊκές περιοχές είναι γνωστοί ως cheeses, δηλαδή τυράκια, λόγω του μικρού δισκοειδούς σχήματός τους. Οι μικροί αυτοί καρποί τρώγονται ωμοί και έχουν ήπια, ευχάριστη γεύση.

Από βοτανική άποψη, η ονομασία μολόχα αναφέρεται σε είδη του γένους Malva, όπως η Malva sylvestris και η Malva neglecta. Πρόκειται για φυτά που απαντούν ευρέως στην Ευρώπη, στη Μεσόγειο, στη Βόρεια Αφρική και σε περιοχές της Ασίας.

Στην πραγματικότητα, οι παλιότεροι άνθρωποι δεν γνώριζαν τα φυτά μέσα από λατινικές ονομασίες ή βοτανικά βιβλία. Τα αναγνώριζαν από την εμπειρία, από το φύλλο τους, το άρωμά τους, την εποχή που φύτρωναν και μέσα από τη γεύση και τον τρόπο που μαγειρεύονταν στις υπέροχες παλιές κουζίνες.

Αξίζει να γνωρίζουμε ότι στην παραδοσιακή χρήση, η μολόχα ήταν και τροφή αλλά και ένα σημαντικό μαλακτικό βότανο. Τα φύλλα και τα άνθη της περιέχουν βλέννες, ουσίες που δίνουν αυτή τη χαρακτηριστική μαλακή, γλιστερή υφή όταν το φυτό βράζεται. Γι’ αυτό και η μολόχα χρησιμοποιήθηκε παραδοσιακά για να μαλακώνει τον λαιμό, τον ξηρό βήχα ή ήπιες ενοχλήσεις του στόματος, του φάρυγγα και του πεπτικού.

Παραδοσιακά έως και σήμερα, η μολόχα χρησιμοποιείται για τη μαλακτική και καταπραϋντική της δράση, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις ξηρού λαιμού, ερεθισμού του φάρυγγα και ήπιων πεπτικών ενοχλήσεων.

Αν και τη συναντώ συχνά στη βοτανική μου πορεία, οι γαστρονομικές χρήσεις της μολόχας δε σταματούν ποτέ να με εκπλήσσουν.

Δοκιμάστε μια μικρή γεύση από την ιστορία της Συρίας, η μολόχα μαγειρευόταν συχνά με φακές και καραμελωμένα κρεμμύδια, δημιουργώντας ένα εξαιρετικά αρωματικό φαγητό. Σε παλιές οικογενειακές τους συνταγές, αναφέρεται πως λίγη κανέλα ή μπαχάρι προστίθενταν στο τέλος, όχι για να κυριαρχήσουν στη γεύση, αλλά, για να ζεστάνουν το πιάτο. Το φαγητό σερβιριζόταν συνήθως με λεμόνι και ψωμί, ως ένα πλήρες και λιτό γεύμα.