Τροία

Πόσοι στο πέλαγος πόσοι πνιγμένοι
Κι όσοι γυρίζοντας θα ναυαγήσουν
Όλοι περίμεναν να σ’ αντικρίσουν
Μονάχα ο θάνατος δεν περιμένει.

Στις αμμουδιές θυμήσου οι πεθαμένοι
Καθώς περνάς γυρεύουν να μιλήσουν
Κείνα που χτίσαμε θα μας γκρεμίσουν
Μοιάζει να νίκησαν οι νικημένοι.

Τούτη την άνοιξη κανείς δεν ξέρει
Ο ποταμός μού γέμιζε το στόμα
Κι ο ήλιος με κρατούσε από το χέρι.

Τ’ άλογα γύρισαν χωρίς το σώμα
Όταν ξανάρθαμε το καλοκαίρι
Θεέ μου πώς άλλαζαν οι πύργοι χρώμα.

Νάνος Βαλαωρίτης. 1983. Ποιήματα, 1 (1944–1964). Αθήνα: Ύψιλον

~

Πρωταρχικές σκηνές το καλοκαίρι

Κάθε τόσο όλα γίνονται φαιδρά
Με τα δίοπτρα του ανθυποπλοίαρχου
Σηκώνονται στις μύτες των ποδιών τους
Για να δούνε στην αντικρινή στεριά

Αν φάνηκε καμιά ξεγυμνωμένη
Καποιουνού η αγαπημένη ξαπλωμένη
Μες στην πινελιά ενός ζωγράφου
Που έμεινε μισοτελειωμένη

Η Ελένη τούς ξελίγωσε όλους
Με αρώματα απ’ τη Συρία
Και τα πουλάει λίγα λίγα
Στις κυρίες σε μιαν επαρχία

Η Ελένη (καμωμένη)
Από ματιές που μου ’ριχνε
Φορτωμένες με υπονοούμενα
Από κάποια προηγούμενα.

Νάνος Βαλαωρίτης. 1996. Ήλιος ο δήμιος μιας πράσινης σκέψης. Αθήνα: Καστανιώτης.

~

Δειπνοσοφιστές

Σώματα χωρίς πρόσωπα συγκεκριμένα
Πρόσωπα χωρίς σώματα σχηματισμένα
Που σβήνουν μόλις σβήσει ο ήλιος
Με το θόρυβο μιας γραφομηχανής

Με μπράτσα γυμνά ρωμαλέα στο πλάι τους
Αντρειωμένοι ροχαλίζουν στον ύπνο τους
Και βλέπουν πως το χάος τούς νίκησε
Στα σιδερένια σαλόνια του ύπνου

Εξαϋλωμένα αισθήματα στην παραλία
Των υπνοδοχείων της Μέσης Κατηγορίας
Καμωμένη από χρώματα και αρώματα
Η ωραία Ελένη ντυμένη της μόδας

Ρεμβάζει κι αναρωτιέται τί κάνει
Καθισμένη σ’ ένα τραπέζι με άλλους
Κοιτώντας νωχελικά το αργόσχολο
Πλήθος της ζέστης της άσπρης σεζόν

Κι εγώ προσπαθώ να την πείσω
Να κάνουμε μπάνιο τη νύχτα οι δυο μας γυμνοί
Αφήνοντας στην παραλία τα ρούχα μας
Και με ρωτάει αν το νερό θα’ ναι κρύο.

10.4.1983 – 12.1.1984

Νάνος Βαλαωρίτης. 1996. Ήλιος ο δήμιος μιας πράσινης σκέψης. Αθήνα: Καστανιώτης.

~

Η μπαλάντα του ξενιτεμένου

για τον Κωσταντίνο Ν.

Βαρέθηκα τις φωνές των Ελλήνων
Βαρέθηκα τις φωνές των Σειρήνων
Με παρακολουθούνε άγρυπνα μάτια
Νύχτα μέρα με στοιχειώνουν οι Οδυσσείς
Με τα ψευδολογήματά τους
Με καρπαζώνουν οι αναμνήσεις
Σαν ρούχα που κρέμονται από σκοινί
Βαρέθηκα το Νέο Κόσμο κι ο Παλιός
Δεν μου ’δωσε σκοινί ν’ απλώσω τα αισθήματά μου.

Τα αισθήματά μου είναι βρεγμένα ακόμη
Απ’ το βροχερό ετούτο χειμώνα
Θέλω να πάω κάπου μα δεν ξέρω πού
Αφού δεν είμαι ούτε στη δύση ούτε
Στην ανατολή. Μπροστά μου ο ήλιος
Ανατέλλει και πίσω ο ήλιος βασιλεύει.
Πώς κατάντησα εδώ πέρα χοίρος
Στης Κίρκης το νησί; Πώς κατέληξα
Να γίνω Ελπήνορας και κολαζίστας
Που πέφτοντας έσπασε το κρανίο του
Απ’ τη σοφίτα του σπιτιού του;

Με τον Ερμή για γραφομηχανή
Γράφω να σκορπίσω μαύρες σκέψεις
Έρχεσαι εδώ να δρέψεις
Τους καρπούς του Ελδοράδο
Και σου μένει ο χρόνος ρέστος
Δυτικά του Κολοράντο.

Είμαι ένας μετατοπισμένος
Στα πλάτη της άλλης ηπείρου
Κάνω βόλτες πάνω κάτω
Πέντε επί δεκάξι μέτρα
Και περιμένω γράμματα
Για να διασχίσω τα γεράματα.

Έχω μια μικρή σκυλίτσα
Που την ονομάζω Λίτσα
Που χαίρεται όταν με βλέπει
Να ετοιμάζω μια βαλίτσα
Για να πάω στο Κολοράντο
Να διαβάσω ποιήματα
Με τον ποιητή Κορράντο.

Αχ κύριε κύριε Κωσταντίνε
Που όλο πίνε πίνε
Και σου ’ρθε ο ουρανός σφοντύλι
Σου άναψα ένα καντήλι
Στην καρδιά μου.

6.5.1983

Νάνος Βαλαωρίτης. 1996. Ανιδεογράμματα. Αθήνα: Καστανιώτης.

~

Ποια θάλασσα

Πες μου πού πήγε ο Αύγουστος με τα καμπαναριά του
Το γέλιο σου που γέμιζε το σπίτι μας βροχή
Τώρα μας δίνει ο άνεμος γυμνή την αγκαλιά του
Ω πρόσωπο που σκέπασε με μάρμαρο τη γη

Πόσα σβησμένα βλέμματα κοιτάνε όταν κοιτάζεις
Πόσα δεμένα στόματα μιλάνε όταν μιλάς
Ήταν του ήλιου η δύναμη το ρόδο που ωριμάζει
Κλειστά παραθυρόφυλλα τα στήθια που αγαπάς

Είναι καρδιές που μάθαμε σαν γράμματα ανοιγμένα
Είναι τραπέζια όπου κανείς δε θα καθίσει πια
Μια μουσική πανάκριβη που γράψανε για σένα
Τόσες χιλιάδες δάχτυλα για τελευταία φορά

Εσάς που πήρε ο θάνατος βαριά στα δάχτυλά του
Από τα μάτια σας η αυγή πηγάζει σαν νερό
Άστρα σε κάθε μέτωπο και φως τ’ ανάστημά του
Καμιά ζωή δε γράφεται χωρίς το δάκρυ αυτό

Ακουμπισμένες δυο εποχές η μια κοντά στην άλλη
Ω πρόσωπο που φώτισε μια μακρινή αστραπή
Ποια θάλασσα ποια θάλασσα θα `ναι αρκετά μεγάλη
Για να χωρέσει τον καημό που μάζεψ’ η ψυχή;

Σα μυθικό τριαντάφυλλο μια νύχτα ο κόσμος κλείνει
Είναι η πόρτα όπου κανείς δε θα περάσει πια
Είναι του δήμιου η ταραχή του ήρωα η γαλήνη
Ο ποταμός που κύλησε σαν έσπασε η καρδιά

~

«Ανώνυμο ποίημα του Φωτεινού Άι Γιάννη» (1973) (απόσπασμα)

[…]
να σκουπίσεις αναγνώστη τον ιδρώτα τα δάκρυα που κυλάνε
απ’ τα μάγουλα απ’ τα μάτια εκείνων που χάσανε στην εξέγερση
τα παιδιά τους· να κλείσεις τ’ αυτιά σου για λίγο στο θρήνο
στον ψίθυρο και στη διάδοση που εξογκώνει τον αριθμό των θυμάτων
τη φριχτή λεπτομέρεια τους νεκρούς στα ψυγεία τη διανομή τους
κατ’ οίκον μ’ απειλές και φοβέρες και μυστικότητα την παραλαβή
στις σφραγισμένες κασέλες άλλων νεκρών τη μακάβρια ατμόσφαιρα
σου δίνω δέκα λεφτά αναγνώστη να την ξεχάσεις να γεμίσεις
το νου σου με χαρούμενες σκέψεις· της ανυπόστατης διάδοσης
τη μαύρη σκιά ν’ αποβάλεις· και να δεις τη φωτισμένη μεριά
το αισιόδοξο μέλλον την καλύτερη αύριο τον αριθμό των γεννήσεων
που αυξάνεται σ’ αναλογία με τον αριθμό των θανάτων
τη βελτιωμένη περίθαλψη· το ψηλό μεροκάματο την ανάπτυξη
του εμπορίου τη σύσφιξη των σχέσεων με τη διεθνή αγορά
την αφθονία την ευημερία τον πλούτο την άνεση την πλήρη απασχόληση
του ανέντιμου έμπορα τη σκληρή τιμωρία
σου δίνω κι άλλα δέκα λεφτά
αναγνώστη να επιστρέψεις στης ζωής τη ρουτίνα στο γραφείο
να συντάξεις να διεκπεραιώσεις τα έγγραφα να θάψεις τον εαυτό σου
στην τρισκατάρατη λεπτομέρεια στο λάθος
κι ίσως εδώ μια σκιά
κι ίσως εκεί μια γωνιά φωτισμένη μια χαρούμενη είδηση
κομματιάζει με άπειρα τετραγωνάκια ενός πλέγματος συρματένιου
το πρόσωπο της ημέρας
[…]

[πηγή: Νάνος Βαλαωρίτης, Ποιήματα, 2 (1965-1974), ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 2005, σ. 126-127]