«Όταν ακούει το “Norwegian wood” (Νορβηγικό δάσος) των Beatles, ο Tόρου Bατανάμπε θυμάται την πρώτη του αγάπη, τη Nαόκο, το κορίτσι του καλύτερού του φίλου. Ήταν το αγαπημένο της.»
«Ήταν άνοιξη, όταν η Σουμίρε, στα είκοσι δύο της χρόνια, ερωτεύτηκε για πρώτη φορά. Και ήταν μια αγάπη δυνατή, ένας πραγματικός τυφώνας που σάρωσε το τοπίο της ζωής της ‒ ισοπεδώνοντας τα πάντα στο διάβα του, παρασέρνοντας ό,τι ήταν όρθιο, διαλύοντας το, συνθλίβοντάς το».

Με αυτά τα λόγια ξεκινούν τα δύο από τα βιβλία του Ιάπωνα συγγραφέα Χαρούκι Μουρακάμι, το Νορβηγικό δάσος και το Σπούτνικ αγαπημένη. Αυτά τα δύο βιβλία ενώ διαφέρουν τόσο ως προς την πλοκή όσο και ως προς τη ρεαλιστικότητά τους, παρ’ όλα αυτά παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά.

Ο Μουρακάμι είναι επηρεασμένος περισσότερο από την ευρωπαϊκή λογοτεχνία και τρέφει σχετικό μίσος για τη γιαπωνέζικη, στοιχείο που φαίνεται καθαρά στα βιβλία του. Στα έργα του οι ήρωες ακούν κλασική μουσική, διαβάζουν Ντοστογιέφσκι, βλέπουν ευρωπαϊκό κινηματογράφο και επηρεάζονται από τις μαρξιστικές θεωρίες. Υπέρμαχος της σουρεαλιστικής γραφής, αποπειράθηκε να γράψει ένα βιβλίο καθαρά ρεαλιστικό και το έκανε όπως λέει ο ίδιος για να ξεπεράσει τον εαυτό του, ήταν ένα πείραμα που του έδωσε την εμπιστοσύνη που χρειαζόταν.

Αγαπημένο θέμα του συγγραφέα είναι η απώλεια σε όλες τις μορφές της. Στο Νορβηγικό δάσος το θέμα της απώλειας βρίσκεται στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου και επηρεάζει σημαντικά τη ζωή και την εξέλιξη του χαρακτήρα των ηρώων. Τα πρόσωπα και σε αυτά τα δύο βιβλία είναι νέοι άνθρωποι, οι οποίοι κατάλαβαν ότι η νεότητά τους παρήλθε ανεπιστρεπτί λόγω κάποιων γεγονότων που σημάδεψαν τη ζωή τους. Στο Σπούτνικ αγαπημένη το θέμα της απώλειας υπάρχει, αλλά όχι με την έννοια του θανάτου. Πρόκειται για την απώλεια της νεότητας και της αθωότητας. Χαρακτηριστικό και των δύο βιβλίων είναι το ερωτικό τρίγωνο. Στο Νορβηγικό δάσος οι τρεις ήρωες ‒η Ναόκο, ο Τόρου Βατανάμπε και ο Κιζούκι‒ είναι ένα τρίγωνο ενωμένο και αχώριστο, τους ενώνουν κρυφά πάθη και επιθυμίες. Η Ναόκο είναι μια κοπέλα περίεργη, μιλάει πολύ αποφεύγοντας όμως να θίξει θέματα όπως είναι η αυτοκτονία του Κιζούκι. Η συμπεριφορά της υποδηλώνει μυστικότητα και καλά κρυμμένα μυστικά. Ο Τόρου είναι ένα παιδί ανοιχτό σε όλα τα θέματα, μοιάζει με συλλέκτη πληροφοριών, με ψυχολόγο που απώτερο σκοπό έχει να βοηθήσει τη Ναόκο, με την οποία είναι ερωτευμένος. Ο τρόπος που ο Μουρακάμι αφηγείται την πρώτη τους ερωτική επαφή είναι τόσο γλαφυρός, μέτρια ρομαντικός και αξεπέραστα ρεαλιστικός. Η υπόσταση που δίνει σε αυτές τις στιγμές είναι μείζονος σημασίας για τα πρόσωπα του έργου. Διαβάζοντας αυτά τα έντονα σημεία, αισθάνεσαι να ζεις εκείνη τη στιγμή, το πάθος, τον πόνο και τη θλίψη που βρίσκεται στις καρδιές τους. Μετά το θάνατο του Κιζούκι εμφανίζεται στη ζωή του Βατανάμπε η Μιντόρι, μια γυναίκα όμορφη, γήινη και έντονα συναισθηματική, διαφορετική από τη Ναόκο. Η Μιντόρι εξαφανίζεται από τη ζωή του για να τον προσελκύσει ερωτικά. Ο Μουρακάμι βάζει τους ήρωες να εξαφανίζονται με την ίδια ευκολία που εμφανίζονται. Υπάρχει μια συναισθηματική αστάθεια ή πολλαπλότητα, που όμως είναι πειστική. Ο συγγραφέας θέλει να πετύχει με όλα αυτά και κυρίως με το θάνατο την ωριμότητα του ήρωα. Μόνο με την απώλεια ο ήρωας αποκτά τον καρπό της γνώσης και γίνεται κύριος της δικής του ζωής.

Το Σπούτνικ αγαπημένη παρουσιάζει κοινά χαρακτηριστικά με το Νορβηγικό δάσος κυρίως ως προς το ερωτικό τρίγωνο, τον αδιέξοδο έρωτα και εν μέρει την απώλεια. Αυτό το έργο περιέχει κατά κύριο λόγο μυθοπλαστικά στοιχεία και δε βασίζεται στη ρεαλιστική γραφή. Τρεις άνθρωποι οι βασικοί ήρωες του έργου. Ο Κ είναι ερωτευμένος με την καλύτερή του φίλη, Σουμίρε, η οποία ερωτεύτηκε για πρώτη φορά στη ζωή της. Το αντικείμενο του πόθου της όμως δεν είναι άλλο παρά μια παντρεμένη γυναίκα κατά 17 χρόνια μεγαλύτερή της, η Μίου. Ο έρωτας είναι αυτός που οδηγεί και εξελίσσει τα άτομα και το χαρακτήρα τους. Είναι αυτός που πολλές φορές οδηγεί στο θάνατο και συνεπώς στην ωρίμανση του εσωτερικού τους κόσμου. Πολλά από τα σημεία του μυθιστορήματος του Μουρακάμι βρίσκονται στα όρια μεταξύ πιστευτού και απίστευτου, πραγματικού και πλασματικού. Σαφώς και έχουν σχεδιαστεί ώστε να είναι μεταφορές, παρ’ όλα αυτά παρουσιάζονται ως πέρα για πέρα αληθινά και συχνά αφήνουν τα ίχνη τους στο σώμα των χαρακτήρων. Για παράδειγμα, η γυναίκα στη ρόδα είναι για πάντα σημαδεμένη ψυχικά βλέποντας τον εαυτό της διπλό και τα μαλλιά της να ασπρίζουν μέσα σε ένα βράδυ. Ο αναγνώστης δεν μπορεί να ξέρει αν όλα αυτά έχουν όντως συμβεί ή βρίσκονται στο μυαλό των χαρακτήρων του βιβλίου. Όπως και να ’χει, όλα αυτά τα γεγονότα τρέφουν τους ήρωες και οδηγούν τις πράξεις τους.

Ο Μουρακάμι έχει το ταλέντο να ενσωματώνει τόσο καλά αυτές τις μεταφορικές ιστορίες σε σκέψεις και πράξεις των χαρακτήρων, με αποτέλεσμα να μην μπορεί κανείς να ξεχωρίσει ποια είναι τα πραγματικά γεγονότα και ποια όχι. Αυτή η ασάφεια δίνει τη δυνατότητα στον συγγραφέα να δημιουργήσει αλληγορίες μεγάλου βάθους, ενώ παράλληλα τις καθιστά ανθεκτικές σε κάθε ερμηνεία. Είναι σαν ολογράμματα, τους αλλάζει σχήμα όταν αντιμετωπίζονται από διαφορετικές κατευθύνσεις. Αυτό είναι και η ιδιοφυΐα του Μουρακάμι. Αν η πεζογραφία από μόνη της είναι κάπως ρηχή και είναι συχνά γεμάτη με κλισέ, τότε αποτελεί το ιδανικό υλικό για να κατασκευάσει ο ίδιος τα περίτεχνα οικοδομήματά του. Δομές που λαμπυρίζουν και σχεδόν μαγικά παίρνουν στοιχεία από την πολυπλοκότητα και την αβεβαιότητα της πραγματικής ζωής.

Οι τρεις ήρωες είναι ψυχές μοναχικές που θέλουν να κερδίσουν τον έρωτά τους και να τον βγάλουν από τη μοναχικότητα και τη μιζέρια στην οποία είναι εγκλωβισμένος. Ο Κ, η Σουμίρε και η Μίου είναι άνθρωποι που ποτέ δε θα καταφέρουν να συναντηθούν ερωτικά, πάντα θα μείνουν περιπλανώμενοι στη μοναξιά του χρόνου. Όλες οι ιστορίες του Μουρακάμι έχουν το ίδιο ύφος γραφής, τον ίδιο ρυθμό και όπως λέει ο ίδιος: «είναι πολύ σημαντικό, αν θες να συνεχίσουν να σε διαβάζουν όσοι σε διάβαζαν μέχρι τώρα». Το ερωτικό τρίγωνο για το οποίο γράφει ο Μουρακάμι είναι ουσιαστικά και αυτό που απασχολεί το συγγραφέα, περισσότερο ως προς το ανικανοποίητο, τόσο το ερωτικό όσο και αυτό της ίδιας της ύπαρξης.

Όλο το μυθιστόρημα είναι μια αέναη προσπάθεια για να καταλάβει ο ένας τον άλλο, να εισχωρήσει στα μύχια της ψυχής του άλλου και να μπορέσει έτσι να τον προσεγγίσει και κάποιες φορές να γίνει η εικόνα του άλλου. Έτσι, η Σουμίρε γίνεται ένα με τη Μίου για να μπορέσει να την κατακτήσει. Ο λεσβιακός έρωτας είναι ένας εφηβικός έρωτας. Η Σουμίρε, που ποτέ άλλοτε στο παρελθόν δεν είχε ερωτευτεί τόσο δυνατά, ερωτεύτηκε τώρα μία γυναίκα. «Όταν είμαι μαζί της, αυτό το κοκαλάκι στ’ αυτί μου αρχίζει να δονείται» λέει χαρακτηριστικά στον Κ. Ψάχνει να βρει τρόπους να κάνει τη Μίου να την ερωτευτεί, μια Μίου που σχεδόν σιχαίνεται το άγγιγμα και το χάδι. Τι γίνεται όμως αναρωτιέται η Σουμίρε, αν τελικά: «η Μίου που έχω μπροστά μου δεν είναι η πραγματική, μα αυτή που ξεχάστηκε εκείνο το βράδυ στον τροχό του Λούνα Παρκ». Άλλωστε, πολλές φορές αυτό που μας χωρίζει από το άλλο μας μισό δεν είναι παρά ένας καθρέφτης. Το πραγματικό με το φανταστικό γίνονται ένα και οι ήρωες χάνονται στη μετάφραση του ίδιου του εαυτού τους. Σε ρυθμό τζαζ και πάντα με ερωτηματικά ο Μουρακάμι κλείνει και αυτή την ιστορία, αφήνοντας τον αναγνώστη να απαντήσει ο ίδιος στα ερωτήματα των ηρώων.