Μεγαλώνοντας παραδέχεται ότι η τάση τoυ είναι να γίνεται λίγο πιο συντηρητικός, δεν πείθεται από τις απόψεις που εκφράζονται με πολύ θυμό και πάντα προσπαθεί να παίρνει μια ανάσα, να κοιτάει και την αντίθετη άποψη. Ο Μιχάλης Οικονόμου, στα χρόνια που διανύει το μονοπάτι της υποκριτικής, συνειδητοποιεί ότι «είναι ένα επάγγελμα που έχει ανασφάλεια κι αυτή η ανασφάλεια πολύ συχνά εκφράζεται από το να ζητάς επιβεβαίωση από το κοινό, αλλά αυτό τελικά είναι ένας λάθος δρόμος». Φέτος στο θέατρο βρίσκεται στο σύμπαν του Ίψεν αλλά και στο κεφάλαιο Τόμας Οστερμάιερ, σε ένα έργο που όπως λέει, «γράφτηκε από έναν Νορβηγό, σκηνοθετήθηκε από έναν Γερμανό, και έρχεται να μας μιλήσει για την Ελλάδα του σήμερα, αλλά τελικά κυκλώνει την πόλωση που σήμερα υπάρχει παντού στον κόσμο».

Μέσα στη θεατρική συνάντηση του «Εχθρού του Λαού», που από το 2012 έχει παρουσιαστεί σε πάνω από 30 χώρες υπό τη σκηνοθετική ματιά του καλλιτεχνικού διευθυντή της Schaubühne, συμβαίνει μία ακόμα σπάνια συνάντηση, το μικρόφωνο πηγαίνει στο κοινό και για εκείνον αυτά τα λεπτά είναι ιερά, σε μια εποχή που το έχουμε ξεχάσει, που είμαστε κρυμμένοι πίσω από τις οθόνες, που πρέπει να ψάξεις πάρα πολύ για να βρεις την αλήθεια. Σε ένα τέτοιο σήμερα μιλάει για την πιο εχθρική για εκείνον συνθήκη, για το πώς -ανάμεσα σε αποτυχίες και υπερβολές- διαχειρίζεται τη γονεϊκότητα, αλλά και για «την ατομικότητα που μας βάζει με το ζόρι το σύστημα και πρέπει να σπάμε, να γίνουμε συλλογικότητες. Από το εγώ στο εμείς».

Πέρυσι έτυχε να παρακολουθήσεις τον «Εχθρό του Λαού» σε σκηνοθεσία του Τόμας Οστερμάιερ στο Λονδίνο και φέτος βρέθηκες να συμμετέχεις στην παράσταση αυτή στο Θέατρο Κνωσός, στον ρόλο του δημάρχου Πέτερ. Τι ήταν αυτό που ξεχώρισες αρχικά ως θεατής σε αυτή την παράσταση;

Αφενός μου έκανε εντύπωση το ότι και η ίδια η διασκευή, αλλά και ο λόγος του Ίψεν δημιουργούν κάτι τόσο σημερινό, γιατί πιάνει όλο αυτό το κομμάτι της οικολογίας και της κλιματικής αλλαγής, της μόλυνσης τα συμφέροντα που βρίσκονται απέναντι, το πολιτικό κόστος. Μετά πιάνει το κομμάτι της διαφθοράς, της πολιτικής, της δικαιοσύνης, του Τύπου. Και μετά βλέπεις αυτό το ζευγάρι που ο ένας είναι στον κόσμο του γιατί δουλεύει συνέχεια, δεν συνδέεται με τη γυναίκα του. Έχουν ένα παιδί, και ενώ υπάρχει πολλή αγάπη, όλη η βιοπάλη τούς πιέζει, τους δημιουργεί στρες. Κι εκεί ο Τόμας καλείται να πει μια μεγάλη αλήθεια που είναι ικανή να ταρακουνήσει τα πάντα. Μέσα σε αυτό λοιπόν είδα πολύ τον εαυτό μου από τότε που το παιδί ήταν μικρό μέχρι σήμερα σε ό,τι μας καίει.

Στον μονόλογο του γιατρού που το μικρόφωνο σε μια συνέλευση που στήνεται στο έργο, πάει στον κόσμο, είναι μια ανοιχτή στιγμή ώστε ο καθένας να πει ό,τι πιστεύει σε σχέση με όσα είδε. Συγκινούμαι όταν βγαίνει πολύ συναίσθημα και τελικά καταλήγουν κάποιοι θεατές να μιλάνε για τον εαυτό τους. Χθες μας είπε μία κοπέλα «είδα όλη τη ζωή μου, όλες τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε κάθε μέρα». Γενικά δεν μας έχουν απομείνει πολλές ευκαιρίες να συναντηθούμε με κόσμο, να μιλήσουμε και να ακούσουμε αγνώστους να λένε τη γνώμη τους, που είναι η βασική αρχή της δημοκρατίας. Πολύς κόσμος μόλις ξεκινάει αυτό και πάει το μικρόφωνο στον κόσμο, ξεφυσάει, λέει «ωχ τώρα θα ακούσω τον καθένα να λέει τη γνώμη του». Όμως αφού μιλήσουν ένας-δύο και μιλήσουν από την καρδιά, αρχίζει ο κόσμος και «ψήνεται», συγκινείται, πωρώνεται με την καλή έννοια, συνδέεται, ταυτίζεται. Αυτό είναι κάτι που έχουμε ξεχάσει, γιατί είμαστε κρυμμένοι πίσω από τις οθόνες και τα social media, όπου εκεί ο καθένας ατομικά λέει μία γνώμη, την πετάει κάπου, την γράφει και μετά φεύγει, δεν ασχολείται με την κουβέντα που γίνεται από κάτω. Ο χώρος του θεάτρου είναι ένας χώρος που δεν έχει αντικατασταθεί αυτήν τη στιγμή από καμία τεχνολογία. Είναι μια συνάντηση σε δεδομένη στιγμή, συγκεκριμένη ώρα και χώρο που ηθοποιοί και κοινό συναντιόμαστε για να πούμε μια ιστορία, να δημιουργηθεί αυτό που λέμε θέατρο. Εκεί λοιπόν συγκεντρώνονται και άθελά τους παράλληλα συμβαίνει και μια μικρή συνέλευση. Αυτά τα 10 -15 λεπτά που το μικρόφωνο πάει κάτω για μένα είναι ιερά, σημαντικά.

Και παρόλα αυτά, όπως είπε και ο Οστερμάιερ στη συνέντευξη Τύπου, το συγκεκριμένο έργο του Ίψεν ήταν και το αγαπημένο του Χίτλερ.  

Ακόμα και ο Χίτλερ μπορεί να ένιωσε ότι κάνει μια επανάσταση για τα δεδομένα που υπήρχαν μέχρι τότε και να ταυτίστηκε όντως με τον Τόμας ενάντια σε ένα σύστημα. Αυτό δεν έλεγαν και οι Χρυσαυγίτες; Ότι πάμε να κάνουμε μια επανάσταση απέναντι σε ένα σύστημα που πατάει τον άνθρωπο, το έθνος μας, τις ιδεολογίες, τις ηθικές μας. Η αλήθεια είναι σχετική για τον καθένα. Η διασκευή μας όμως δεν αφήνει και πολλά περιθώρια. Στις μέρες μας βέβαια πρέπει να ψάξεις πάρα πολύ για να βρεις την αλήθεια. Οπότε με συγκινεί πολύ ο αγώνας αυτού του γιατρού να πει την αλήθεια και ενώ την λέει, του την πέφτουν οι πολιτικοί, ο Τύπος και θολώνουν τα νερά. Και τελικά τι είναι η δημοκρατία; Το είπε μια κυρία αυτή τη βδομάδα και μ’ άρεσε γιατί εμπλουτίζομαι κι εγώ με αυτά που ακούω… Κάθε τέσσερα χρόνια μας δίνεται η δυνατότητα να ψηφίσουμε και πάλι οι πιο πολλοί δεν πάνε να ψηφίσουν. Μετά όμως από αυτό μας ξεχνάνε και κάνουν ό,τι θέλουν. Άρα η δημοκρατία δεν πρέπει να εξαντλείται, σε αυτή την ψήφο που και πάλι δεν την εκμεταλλευόμαστε. Και συνέχισε ένας άλλος θεατής και είπε ότι η δουλειά μας δεν είναι μόνο να ψηφίζουμε, είναι να συνεχίζουμε το κομμάτι των διεκδικήσεων στους δρόμους, στις γειτονιές μας, στη δουλειά μας, στα σπίτια μας.

Ο Οστερμάιερ είναι κεφάλαιο για σένα;

Είναι μεγάλο κεφάλαιο. Είναι ένα κεφάλαιο στην καριέρα μου. Σίγουρα ένα κομμάτι του εαυτού μας ήταν εκεί και θαύμαζε και δεν μπορούσε να το πιστέψει ότι αυτή τη στιγμή συνεργαζόμαστε με τον μεγαλύτερο σκηνοθέτη της Ευρώπης, αλλά ένα άλλο κομμάτι μας -και μιλάω για όλους γιατί έγινε συνολικά αυτό- ήταν εκεί και έκανε αυτό που έχουμε μάθει να κάνουμε στη δουλειά μας με έναν σκηνοθέτη που είμαστε εκεί ισότιμα και δουλεύουμε μαζί μια κατεύθυνση στην παράσταση. Και γι’ αυτόν νομίζω ισχύει το ίδιο, γιατί είδε στα μάτια μας ότι δεν τον αντιμετωπίζαμε σαν ένα τοτέμ του ευρωπαϊκού θεάτρου, αλλά σαν τον Θωμά, όπως τον λέω εγώ στα ελληνικά και αυτό τον μαλάκωσε αμέσως, οπότε γίναμε επί ίσοις όροις συνεργάτες. Δεν μπορούσα να μην θαυμάζω πόσο διαθέσιμος ήταν να μας δίνει συνέχεια τις κατευθύνσεις, να μην βαριέται να μας λέει τους στόχους, τις αντιστάσεις, τα σημεία καμπής σε κάθε σκηνή, κάθε εβδομάδα να δουλεύει βαθύτερα. Μόλις κατακτούσαμε ένα επίπεδο να πηγαίνει αμέσως στο πιο βαθύ, ακούραστα, χωρίς δυσφορία.

Αυτό όμως που ήταν μια επαναφορά για μένα, και επειδή είμαι ένας ηθοποιός που καλώς ή κακώς με αφορά η αντίδραση του κοινού και μεγαλώνοντας ίσως άρχισε να με παρα-αφορά, ήταν μια καλή ευκαιρία αυτή η συνεργασία για να εφαρμόσω την οδηγία του Οστερμάιερ “Don’t push” – «Μην πιέζεις καθόλου». Αυτό απαιτεί την επένδυση πάνω στη σύνδεση με τον συμπαίκτη σου, στο να ακούσεις αυτά που έχει να σου πει, να τα χωνέψεις και μετά να αντιδράσεις. Να εστιάσω δηλαδή πολύ στην επικοινωνία και στο βάθος μέσα μου, τι συμβαίνει μέσα μου, τι θέλω να προκαλέσω, τι μου προκαλεί αυτό που ακούω, να μην ξέρω καθόλου από πριν πού θα οδηγηθεί η κάθε σκηνή. Οπότε όταν κάνεις εκεί focus δεν σε αφορά τόσο η αντίδραση του κοινού. Το κοινό θα αντιδράσει επειδή είναι παράδοξο όλο αυτό που συμβαίνει στη σκηνή ούτως ή άλλως, αλλά όχι να μπαίνω σε διαδικασία να «πλασάρω» ατάκες στο κοινό για να γελάνε. Ομολογώ ότι τα τελευταία χρόνια ίσως κάπως μετακινούμουν προς τα εκεί, το «τσιμπούσα» λίγο. Οπότε για μένα αυτό είναι το πιο βασικό σεμινάριο που πήρα από τη συνεργασία με τον Οστερμάιερ και είναι κάτι που θέλει αντίσταση και εκ νέου απόφαση κάθε μέρα, σε κάθε παράσταση να επενδύω σ’ αυτό, κάτι που το υπενθυμίζω στον εαυτό μου κάθε φορά πριν βγω στη σκηνή. Αλλά και μεταξύ μας, όλος ο θίασος.

Μέσα στην καριέρα του ανθρώπου εμφανίζονται κάποιοι άνθρωποι που τον επαναφέρουν προς την πηγή, στον πυρήνα της έμπνευσης και της δουλειάς μας. Η συνάντηση με τον συγκεκριμένο σκηνοθέτη, ο οποίος για κάποιο λόγο μας αντιμετώπιζε με θαυμασμό σχεδόν, οπότε έπαιρνες αυτομάτως όλη την αυτοπεποίθηση που μπορεί να μην έχεις, γιατί είναι ένα επάγγελμα που έχει ανασφάλεια κι αυτή η ανασφάλεια πολύ συχνά εκφράζεται από το να ζητάς επιβεβαίωση από το κοινό, αλλά αυτό τελικά είναι ένας λάθος δρόμος. Επιβεβαίωση, αυτοπεποίθηση, αυτοεκτίμηση παίρνω επειδή ξέρω τι έχω να κάνω, επειδή παίρνω από τον συνάδελφο που είναι επί σκηνής, επειδή έχω σαφή κατεύθυνση από τον σκηνοθέτη, επειδή αντλώ από τον ρόλο, από μέσα μου, και από αυτό που συμβαίνει στη σκηνή, από το πώς έχει γραφτεί από τον συγγραφέα. Κάποιος είχε πει: «Δεν είμαι η πόρνη του κοινού», ίσως να εννοώ και κάτι τέτοιο.

Από τους δύο χαρακτήρες, τον γιατρό Τόμας Στόκμαν και τον δήμαρχο Πέτερ, ποια ψυχοσύνθεση και ποια διαδρομή σου μοιάζει πιο οικεία – πιο κοντά σε σένα;

Στις πρώτες πρόβες, μου είπε ο Οστερμάιερ, «Μιχάλη, έχεις ένα φυσικό ταλέντο να παίζεις πολύ καλά διεφθαρμένους ρόλους», το οποίο με τρόμαξε. Έχω ένα πολύ τακτοποιημένο κομμάτι εξωτερικά, όπως φαίνεται να είναι ο Πέτερ, που μπορεί να έχει διάφορους καταναγκασμούς και εμμονές, αλλά νομίζω ότι έχω και από τα δύο αδέρφια. Γενικά όμως δεν «ψήνομαι» ούτε με τους «χαρτογιακάδες» των κολεγίων (κι έβγαλα το Deree), ούτε με τους επαναστάτες που ζητούν πόλεμο. Πιο μικρός είχα πολύ αντιδραστικές και επαναστατικές εκφράσεις πάνω στην αδικία και ακόμα τις έχω αλλά πλέον, επειδή δεν έχω πειστεί πολύ από τις γνώμες που εκφέρονται με πολύ θυμό, πάντα προσπαθώ να παίρνω μια ανάσα και να κοιτάω και την αντίθετη άποψη. Οπότε το μέρος του δημάρχου, όχι το διεφθαρμένο όμως, το καταλαβαίνω. Την ψυχραιμία να ξανασκεφτώ και να μην αντιδράσω εν βρασμώ, την καταλαβαίνω. Μεγαλώνοντας η τάση μου είναι να γίνομαι λίγο πιο συντηρητικός.

Ο Οστερμάιερ μου είχε πει: «Ο στόχος είναι να τους πείσεις ότι τα επιχειρήματά σου είναι τα πιο λογικά, και φεύγοντας να υπογράψουν για το φιλελεύθερο κόμμα». Οπότε δεν παίζω τον κακό, πρέπει να δείχνω λογική απέναντι στην παραφροσύνη, ενώ τελικά αυτά που λέω εγώ είναι μεγαλύτερη τελικά παραφροσύνη. Το ενδιαφέρον όμως με αυτό το έργο είναι ότι ακόμα και ο γιατρός που δείχνει να είναι ο πιο επαναστάτης, ο πιο μαχητής της αλήθειας και αυτό που θα λέγαμε ακτιβιστής, ιδεολόγος, αυτό που δείχνει είναι ότι μπαίνει σε πειρασμό, έχει μια ματαιοδοξία μέσα του. Δηλαδή βλέπεις ότι κι αυτός δεν είναι κανένας άγιος και επειδή είναι πολύ έξυπνος ο Ίψεν που τους βάζει να είναι αδέρφια, δείχνει ότι αυτή η κόντρα πέρα από τα μολυσμένα λουτρά και πέρα από τα επιστημονικά και τα πολιτικά επιχειρήματα, είναι μια αδερφική κόντρα που κρατάει από την παιδική τους ηλικία. Ο ένας είναι λίγο πιο αυτό που θα λέγαμε «φυτό», ο άλλος είναι πιο «αληταριό» και τελικά είναι η παλιά τους αντιπαράθεση που ακόμα κρατάει, και τους μολύνει.

Δύο κόσμοι λοιπόν.

Δύο κόσμοι που αν θες είναι και ένα κομμάτι της Ελλάδας. Είναι ένα κομμάτι του εμφυλίου που ακόμα κουβαλάμε μέσα μας ως έθνος, που τσακώνονται οι δύο πλευρές, οι μεν με τους δε. Οπότε ξαφνικά αυτό γίνεται πολύ ελληνικό. Αυτό το έργο γράφτηκε από έναν Νορβηγό, σκηνοθετήθηκε από έναν Γερμανό, και έρχεται να μας μιλήσει για την Ελλάδα του σήμερα. Αλλά τελικά κυκλώνει την πόλωση που σήμερα υπάρχει παντού στον κόσμο. Μέσα στον ρόλο του Πέτερ ήθελα να είμαι αναγνωρίσιμος πολιτικός που έχει δει ο κόσμος στην τηλεόραση, σε διαγγέλματα πρωθυπουργών κτλ. Έχω πάρει φράσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη, όπως αυτό το «Έγιναν λάθη. Δεν το κρύβουμε, το αναγνωρίζουμε, κάνουμε την αυτοκριτική μας, αλλά πρέπει να κοιτάμε και μπροστά». Και εκεί γελάει ο κόσμος. Είναι ένα έργο που έχει πολλά αναγνωρίσιμα κομμάτια από χαρακτήρες. Ιδεολόγους μεν, αλλά χωρίς ακεραιότητα την κρίσιμη στιγμή. Όπως ο αρχισυντάκτης ο Χόβσταντ που είναι στρατευμένος ιδεολόγος, αλλά όταν έρχεται η στιγμή να σώσει τον εαυτό του τουμπάρει όλα όσα πιστεύει.

Εκεί μπαίνει το συμφέρον ή ο φόβος πιστεύεις;

Είναι ο φόβος. Φοβάμαι μην τυχόν και δεν τη «βγάλω», γιατί η μεριά της επανάστασης -όπως την κάνει ο γιατρός στο έργο- είναι πόλεμος και έχει κόστος, το να είσαι στην πρώτη γραμμή της αντίστασης. Τελικά το να πεις την αλήθεια σου, όπως κι εμείς πχ. στην οικογένειά μου, σε μια εποχή που μπορεί όλοι να ήταν αντίθετοι, βγήκαμε και είπαμε μια δικιά μας αλήθεια με πολλά αρνητικά σχόλια. Νιώθαμε ότι είμαστε κάπως πρωτοπόροι εκείνη τη στιγμή, ήταν πολύ λίγοι οι άνθρωποι που είχαν βγει δημόσια να μιλήσουν για αυτή τη μορφή οικογένειας, αλλά αυτή η μοναξιά τελικά καλύπτεται από το να δεις ότι δεν είσαι μόνος σου, ότι υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι που έχουν το ίδιο όραμα με εσένα, την ίδια ιδεολογία με εσένα. Έτσι πρέπει να συμβαίνει σε κάθε κοινωνικό ζήτημα, να σπάμε την ατομικότητα που μας βάζει με το ζόρι το σύστημα και να γίνουμε συλλογικότητες. Από το εγώ στο εμείς.

Ακόμα και αν δεν έχουν το σθένος να το «κουβαλήσουν» ή να το πουν δημόσια;

Ναι, δεν πειράζει. Δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι αυτό το μετερίζι. Και συχνά δεν χρειάζεται να πολεμήσεις καν το σύστημα κατά μέτωπο, αλλά να γίνεις η αλλαγή μέσα στο ίδιο το σύστημα. Εκείνη τη στιγμή το έκανα, το κάναμε, θεωρώντας ότι αυτό είναι το σωστό και όντως το πιστεύω ότι βοήθησε. Αλλά ο κάθε άνθρωπος έρχεται σε ένα τέτοιο σταυροδρόμι στη ζωή του το να μείνει ακέραιος, να πει την αλήθεια και να αγωνιστεί γι’ αυτήν ή τελικά να το κάνει γαργάρα και να συνεχίσει μέσα σε ένα απρόσωπο πλήθος. Τη στιγμή που κάποιος λέει την αλήθεια του δημόσια, βγαίνει από τη μάζα από άτομο γίνεται πρόσωπο. Και αυτό σήμερα θέλει κουράγιο, γιατί όλοι λένε τη γνώμη τους, κριτικάρουν τους πάντες, κρυμμένοι πίσω από τις οθόνες τους.

Ποια είναι η πιο εχθρική συνθήκη για σένα στην κοινωνία του σήμερα;   

Είναι αυτό που λέει το έργο, το κόστος της αλήθειας. Στην εποχή που μας περικυκλώνουν οι κατευθυνόμενες ειδήσεις, τα fake news, το AI, ποια είναι η αλήθεια; Με τρομάζει επίσης η εικόνα που βλέπω μέσα από το καφενείο των social media, έχω την «αρρώστια» να μπαίνω και να βλέπω τα σχόλια, και πραγματικά απλά απογοητεύομαι κάθε φορά από σχόλια ανθρώπων που είναι με παρωπίδες, που δεν αποδέχονται κανενός είδους διαφορετική γνώμη. Ακόμα και αν εκφέρεται από επιστήμονες.

Με αφορμή ας πούμε αυτό που έγινε με τις «Σέρρες» του Καπουτζίδη και την περίφημη σκηνή για τα intersex άτομα, το τι γραφόταν από κάτω και κανείς δεν μπήκε στον κόπο να γκουγκλάρει, να μπει σε ένα σχετικό site, να διαβάσει τι λέει η επιστήμη πως είναι τα intersex άτομα. Νομίζουν ότι έχει να κάνει με κάποιο είδος ανηθικότητας το να είναι κάποιος intersex, ενώ είναι ένα καθαρά επιστημονικό ζήτημα το τι είναι αυτά τα άτομα, και τι αδικία έχουν φάει αυτό το μικρό 1- 2% που υπάρχει στον κόσμο. Είναι όμως κάποια εκατομμύρια ανθρώπων, είναι μια γενοκτονία θα έλεγε κανείς. Όμως πόση απαιδευσιά, πόση αμορφωσιά και προκατάληψη υπάρχει στον κόσμο και αυτό που με φοβίζει είναι που από κάτω βγαίνει και μια επιθετικότητα.

Αλλά ξέρεις τελικά δεν πρέπει να με αφορά. Παίρνω ελπίδα από αυτά που ακούω στο θέατρο. Οι άνθρωποι που έρχονται στο θέατρο είναι μιας άλλης λογικής, ακόμα και αν δεν συμφωνούν. Παίρνω ελπίδα από το τι κάνουμε εμείς ως γονείς, από το τι βλέπω στους κύκλους που κινούμαι καθημερινά, στον κύκλο του παιδιού μου στο σχολείο, στους φίλους του, στη γειτονιά. Εκεί παίρνω ελπίδα, βλέπω μια μεγάλη αποδοχή στην προσπάθεια που κάνει η δασκάλα του να μας συμπεριλάβει που δεν είχε ξανά παιδί ΛΟΑΤΚΙ γονιών. Όλες αυτές οι κινδυνολογίες που ακούγαμε τότε: «Το παιδί θα του κάνουν μπούλινγκ στο σχολείο». Τελικά βλέπω ότι δεν ισχύουν όλα αυτά. Επομένως μάλλον δεν πρέπει να πιστεύω τα οποιαδήποτε σχόλια ούτε τα αφήνω να με επηρεάζουν και να φοβάμαι.

Η φύση μου είναι αισιόδοξη. Δεν είναι εύκολες οι εποχές. Δηλαδή αν με φοβίζει όντως κάτι, είναι αυτά που βλέπω να γίνονται στην Αμερική, ότι ένας τρελός είναι πλανητάρχης, καταργεί δικαιώματα, δεν δέχεται τους επιστήμονες που του λένε για τη μόλυνση του κόσμου και πολλοί τον πιστεύουν. Ούτε συμφωνώ με το να δολοφονούμε άτομα για τις απόψεις τους. Με τρομάζουν σαφώς οι ακραίες απόψεις από όποια πλευρά και αν προέρχονται. Και οι ακραίες αντιλήψεις ισοδυναμούν με το ότι δεν ακούμε μια άλλη γνώμη και ότι δεν αντέχουμε να ακούσουμε το διαφορετικό.

Σε σχέση με το οικολογικό ζήτημα που είναι πυρηνικό στην παράσταση, η δική σου διαδρομή ποια είναι; Είχες αυτές τις προσλαμβάνουσες ή μπήκες στη διαδικασία να ενημερωθείς πάνω σε αυτό μεγαλώνοντας;

Εγώ ήμουν πολύ τυχερός γιατί από το Δημοτικό και μετά στο Γυμνάσιο είχα ανθρώπους που με ενέπνευσαν. Μάλιστα όταν ήμουν Ε – ΣΤ’ Δημοτικού, τότε είχε ξεκινήσει η ανακύκλωση και θυμάμαι μία αίθουσα γεμάτη ανακύκλωση. Στο Γυμνάσιο ένας καθηγητής μου στη Φυσική μας ενέπνευσε για την οικολογία πάρα πολύ. Από εκείνον έμαθα ένα βιβλίο που υπήρχε τότε με τα 50 απλά πράγματα που μπορούν να κάνουν τα παιδιά για να σώσουν τη Γη. Και όντως αυτά πρέπει να γίνουν έμπνευση σε κάθε παιδί. Ωστόσο μεγαλώνοντας καταλαβαίνεις πως ό,τι και να κάνω πρέπει κάτι να αλλάξει από πολύ πιο πάνω για να γίνει μια αλλαγή επιτέλους. Αυτή τη στιγμή στα σουπερμάρκετ μπορεί να έχει 200 είδη σαμπουάν, οπότε μήπως έχουμε προχωρήσει σε ένα σημείο που δεν αντέχουμε άλλο να παράγονται τόσα πλαστικά; Μήπως να ασχολούμασταν με κάτι πιο ουσιαστικό τελικά; Αλλά είναι ένας τρόπος να μας κοιμίζουν. Έτσι είναι και τα social media. Μας τραβούν την προσοχή από τα πιο σημαντικά θέματα της ζωής, της κοινωνίας. Το ίδιο κάνει και το αλκοόλ, τα ναρκωτικά. Ο σκηνοθέτης μας για να αντισταθεί σε αυτόν τον αποπροσανατολισμό, δεν πίνει καθόλου αλκοόλ εδώ και πολλά χρόνια. Να κάτι ακόμα που μας συνδέει… Οπότε θέλει μια νηφαλιότητα να καταλάβεις τι είναι σημαντικό γιατί αυτό το τρένο τρέχει. Πόσο πρέπει να το ακολουθήσω και πόσο πρέπει να πω δεν πειράζει, εγώ δεν θα τρέξω τόσο; Δεν το πετυχαίνουμε πάντα. Είναι δύσκολο, θέλει πολλή αντίσταση.

Στη συνθήκη της γονεϊκότητας πώς το διαχειρίζεσαι όλο αυτό; Έχεις νιώσει αυτό που λέμε καμιά φορά «σε τι κόσμο μεγαλώνουμε τα παιδιά μας»;

Το έχω νιώσει. Έχοντας κάνει και πολλά λάθη ή έχοντας και υπερβολικές απαιτήσεις από τον εαυτό μου ως γονιό, ταυτόχρονα με τα δύο άκρα αυτά προσπαθώ και ισορροπώ στο μέσο που είναι να εμπνεύσω στο παιδί το κομμάτι της ενσυναίσθησης, του σεβασμού για τον ίδιο και για τον άλλο, για την ομάδα. Έχουμε πάει στον Υμηττό δυο, τρεις φορές για δεντροφύτευση. Κάνουμε ανακύκλωση στο σπίτι. Έχουμε πάει σε πορείες. Προσπαθώ να του δείχνω ότι είναι ΟΚ να χάνουμε, ότι είναι ΟΚ να μην έχουμε εδώ και τώρα ό,τι ζητάμε. Με πολλές αποτυχίες ενδιάμεσα και υπερβολές, αλλά προσπαθώ να φτιάξω -όχι μόνος, με τον υπέροχο σύζυγό μου- έναν άνθρωπο που ξέρει ποιος είναι, πού πατάει, και με διάθεση να προσφέρει κάτι. Αν δει ένα παιδί μόνο του να μην το αφήσει μόνο του. Και βλέπω τελικά ότι γίνεται ένα παιδί που θαυμάζω και είμαι σίγουρος ότι θα γίνει μια καλύτερη βερσιόν από τους γονείς του, οπότε εκεί παίρνω και τη μεγαλύτερη ελπίδα για το αύριο.

Για τον «Εχθρό του Λαού» τι εύχεσαι να αφήσει σε όποιον έρθει να το δει; 

Δεν έχω την απαίτηση να αλλάξει ο άλλος, γιατί και εγώ που την είδα δεν ξέρω αν άλλαξα πραγματικά, αλλά να του ανοίξει ένα φως και σε διαφορετικές περιοχές που μπορεί να μην τις είχε φωτίσει μέσα του, να πει υπάρχει και αυτό. Ακόμα και αν συνεχίζω να κάνω αυτά που έκανα, να ξέρω ότι υπάρχει και αυτή η μεριά και η άποψη. Αυτό θα μου ήταν αρκετό. Το ότι παίζουμε μια τέτοια παράσταση για μένα είναι ένα μπόλιασμα. Έχω μάθει να μιλάω μέσα από το θέατρο, εκεί είναι ο τρόπος που επιθυμώ να μιλάω παρά σε συνεντεύξεις και στην τηλεόραση. Μοιραία έχει γίνει και αυτό, αλλά χαίρομαι που είμαι μέρος μιας παράστασης που μπορεί κάτι να αλλάξει.

Info

«Εχθρός του λαού» | Θέατρο Κνωσός