Mια βραδιά με τη Φραν Λίμποβιτς: Pretend it’s not that simple

Για τη δεύτερη από τις δύο συνεντεύξεις της Λίμποβιτς στη Στέγη

Το Νetflix προβάλλει πέρσι το “Pretend it’s a City”, μια σειρά ντοκιμαντέρ του Μάρτιν Σκορσέζε για τη Φραν Λίμποβιτς, ο Σκορσέζε ξεκαρδίζεται στα γέλια με κάθε της ατάκα, η Λίμποβιτς από γνωστή μόνο μεταξύ των επαϊόντων μετατρέπεται σε παγκόσμιο σοφιστικέ σελέμπριτι, οπότε αφού η συγκεκριμένη στήλη εμπνεύστηκε τον τίτλο της (Pretend it’s a Column) από το ντοκιμαντέρ και κυρίως αφού είχα την τύχη και τη χαρά να βρεθώ την Τρίτη το βράδυ στη Στέγη, για να παρακολουθήσω τη δεύτερη από τις δύο συνεντεύξεις της Φραν Λίμποβιτς στην Αφροδίτη Παναγιωτάκου (η οποία, όταν βγήκε πρώτη στη σκηνή, χειροκροτήθηκε ενθουσιωδώς από μέρος του κοινού σαν ροκ σταρ), ας βγει ένα ακόμα κείμενο στη στήλη.

Δεν το λέω τυχαία τόσο μπλαζέ το «ας βγει ένα ακόμα κείμενο στη στήλη», θα προσπαθήσω να παραδειγματιστώ από τη Λίμποβιτς, που, όταν το χρονόμετρο το οποίο μετρούσε σε αντίστροφη μέτρηση τον συμφωνηθέντα χρόνο έδειξε Time’s Up, μας χαιρέτησε και έφυγε σφαίρα από τη σκηνή, πριν προλάβει η δεξιά παλάμη να ενωθεί με την αριστερή και να σχηματίσουν το πρώτο χειροκρότημα, σε μια ταχύτητα πραγματικά αξιοθαύμαστη για τα εβδομήντα ένα της χρόνια. Πρέπει λοιπόν να δείχνεις στυγνός επαγγελματίας και ότι δεν έχεις ανάγκη κανέναν, ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη συναισθηματική εμπλοκή σου με αυτό που κάνεις, ότι κάνεις τη δουλειά σου τηρώντας τα συμφωνηθέντα κι αυτό είναι όλο και πολύ σας είναι πλεμπαίοι.

Αλλά επειδή θα την κακολογήσω και στο τέλος του κειμένου, ας μην παρεξηγηθώ τελείως. Προφανώς και η Φραν Λίμποβιτς είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίπτωση (συν)ομιλητή. Είναι ο τύπος του ανθρώπου που θα ήταν πραγματικό προνόμιο να τον έχεις συνδαιτυμόνα σε ένα τραπέζι με παρέα και να τον ακούς να πετάγεται κάθε τόσο και να κάνει απόλυτα απολαυστικές παρατηρήσεις. Θα ήταν πραγματικό προνόμιο να είσαι φίλος της και να μπορείτε να μιλάτε και να συζητάτε από κοντά ή να τσατάρετε από μακριά. Ετοιμόλογη, οξυδερκής, ατακαδόρος, σου προκαλεί αυθεντική ευφορία να την ακούς.

Ας την ακούσουμε λοιπόν, μεταφέροντας λίγες από τις απαντήσεις που έδωσε σε ερωτήσεις του κοινού στη Στέγη.

Όταν την ρώτησαν, για τη σχέση των ανθρώπων με το χιούμορ και τον σαρκασμό, απάντησε ότι τον σαρκασμό τον εχθρεύονται και τον φοβούνται όσοι δεν έχουν την αίσθηση του χιούμορ, όσοι, ακόμα κι αν το ήθελαν, δεν θα μπορούσαν να σαρκάσουν πετυχημένα. Και αυτό είναι κάτι που τους δημιουργεί κόμπλεξ, με αποτέλεσμα να φτάνουν να θεωρούν ότι στρέφουμε τον σαρκασμό μας εναντίον τους. Η Λίμποβιτς κάνει μια ελάχιστη παύση: και έχουν δίκιο. Νομίζω ότι αυτή η παύση κι αμέσως μετά αυτή η ανατροπή, αυτή η τρικλοποδιά που βάζει στο ίδιο της το αρχικό επιχείρημα, με το οποίο το κοινό έχει σπεύσει να συμφωνήσει, αυτός ο σαρκαστικός λόγος για τη φύση του σαρκασμού, είναι μια υπέροχη επιτομή του πνεύματός της.

Όταν την ρώτησαν, αν θα σκεφτόταν να φορέσει ποτέ φόρεμα ή φούστα, απάντησε ότι αν ζούσε η μαμά της θα πίστευε ότι εκείνη υπαγόρευσε την ερώτηση. Πάλι απειροελάχιστη παύση: αλλά, παρότι δεν ζει, και πάλι πιστεύω ότι υπαγόρευσε την ερώτηση.

Όταν την ρώτησαν, για την πιο περίεργη ερώτηση που της έχουν κάνει ποτέ, αφού αναφέρθηκε συνοπτικά στην κρίση των ομήρων στην πρεσβεία των ΗΠΑ στην Τεχεράνη το 1979 κατά το ξέσπασμα της Ιρανικής Επανάστασης, εξηγώντας ότι επί ένα και πλέον έτος οι τηλεοράσεις έπαιζαν όλη μέρα το θέμα και είχαν φτάσει να ενημερώνουν αναλυτικά για την προηγούμενη προσωπική και οικογενειακή ζωή του καθενός από τις πολλές δεκάδες Αμερικανούς ομήρους, κατέληξε στο ότι η ερώτηση ήταν: ποιος είναι ο αγαπημένος σου όμηρος;

Όταν την ρώτησαν, για το πώς βρίσκει τους οδηγούς στην Ελλάδα, απάντησε ότι τους βρίσκει μια χαρά, αλλά ότι έχουμε άθλιους πεζούς.

Όταν την ρώτησαν, για το τι θα θεωρούσε μια στιγμή απόλυτης ευτυχίας, απάντησε να επιστρέψει επιτέλους σπίτι της και να μην έχει κανονισμένη υποχρέωση και ταξίδι μετά.

Όταν την ρώτησαν, αν πιστεύει στη μοίρα, απάντησε ότι δεν συμμερίζεται το αμερικάνικο ιδεολόγημα ότι ο καθένας είναι υπεύθυνος για την ευτυχία του και ότι φτιάχνει μόνος του τη μοίρα του, ότι εκείνη πιστεύει στην αδικία, με την έννοια ότι η ζωή είναι δυστυχώς εγγενώς άδικη και το ότι π.χ. το σε ποιο μέρος της γης θα γεννηθείς, σε ένα περισσότερο ή λιγότερο προνομιούχο μέρος, δεν εξαρτάται από σένα.

Όταν την ρώτησαν, για την πολιτική ορθότητα, απάντησε ότι πρέπει να διασαφηνίσουμε τι εννοούμε με τον όρο. Αν εννοούμε ότι δεν μπορεί πια ένας ρατσιστής να μιλά ρατσιστικά, τότε πολύ καλά κάνει και δεν μπορεί. Αν εννοούμε όμως ότι πρέπει να είμαστε σε διαρκή επιφυλακή πριν πούμε το οτιδήποτε με το οποίο θα πληγωθεί η οποιαδήποτε τυχόν ευαισθησία του καθενός, τότε έχουμε να κάνουμε με κάτι πολύ διαφορετικό. Συμφωνώντας μαζί της κι επειδή ξέρω ότι παρά ταύτα η συγκεκριμένη απάντηση δεν λύνει το ζήτημα, ίσως μπορούμε να συμφωνήσουμε γενικότερα ότι η κουβέντα ακόμη παραμένει ανοικτή και για τον ορισμό και για τα όρια και για τα θετικά και για τα αρνητικά της πολιτικής ορθότητας και ότι δεν είναι ούτε μονοσήμαντα ευλογία ούτε μονοσήμαντα κατάρα.

Όταν την ρώτησαν, για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων και για τη δική της εμπειρία ως ομοφυλόφιλη, απάντησε καταρχάς το εξής πολύ ενδιαφέρον: ότι είναι πια προβληματικό ως οριακά απαγορευμένο να χρησιμοποιείς τις λέξεις homosexual και gay στις ΗΠΑ και ότι η μόνη «σωστή» πλέον ορολογία είναι queer. Συνέχισε λέγοντας ότι ποτέ της δεν κατάλαβε γιατί οι δύο πρώτες μεγάλες κατακτήσεις της ομοφυλόφιλης κοινότητας σε επίπεδο δικαιωμάτων έπρεπε να είναι οι γκέι στο στρατό και ο γκέι γάμος, λέγοντας ότι για εκείνη ούτως ή άλλως ο γάμος είναι η μεγαλύτερη μέγγενη και ότι αν υπήρχε ένα αβαντάζ στο να είσαι ομοφυλόφιλος ήταν ότι δεν είχες από πάνω σου την κοινωνική υποχρέωση να παντρευτείς. Κατέληξε λέγοντας ότι τα πράγματα γίνονται ακόμα χειρότερα τώρα που τα γκέι ζευγάρια δικαιούνται να έχουν παιδιά, γιατί ποιος θα ήθελε ούτως ή άλλως να έχει παιδιά; Πάντως, ενώ τα έλεγε αυτά μεταξύ σοβαρού και αστείου, όταν σοβαρεύτηκε τελείως, κατέληξε ότι προφανώς και οι νομικές απαγορεύσεις ήταν μεγάλο πρόβλημα και καλώς απαλείφθηκαν στο επίπεδο των δικαιωμάτων και της ζωής του καθενός, ωστόσο σε επίπεδο συλλογικής κουλτούρας οι απαγορεύσεις αποδεικνύονται ενίοτε πιο γόνιμες και παραγωγικές.

Τι δεν την ρώτησαν (Και τι, για να είμαι ειλικρινής, δεν σήκωσα το χέρι να ρωτήσω ούτε εγώ, γιατί είναι πάντα πιο εύκολο να λες τη θέση σου σε φάση μονολόγου σε ένα κείμενο σε σάιτ ή σε μια ανάρτηση στα σόσιαλ, παρά σε απευθείας αντίλογο). Δεν την ρώτησαν για το ποιες συνέπειες θα μπορούσε να έχει η θέση που είχε πάρει λίγο νωρίτερα για τον πόλεμο στην Ουκρανία. Αλλά και πώς να τη ρωτήσουν, όταν καταχειροκροτήθηκε τη στιγμή που την εξέφρασε. Τι είπε λοιπόν; Ότι το ΝΑΤΟ πρέπει να εμπλακεί άμεσα στον πόλεμο και ότι, σε αντίθεση με τον γενναίο Ζελένσκι, ο Μπάιντεν και οι υπόλοιποι ηγέτες των κρατών – μελών του ΝΑΤΟ είναι δειλοί. Δυσκολευόμουν να πιστέψω αυτά που άκουγα, δυσκολευόμουν να πιστέψω όχι τόσο ότι είναι υπέρ της εμπλοκής του ΝΑΤΟ στον πόλεμο, όσο το ότι η συγκεκριμένη θέση εκφράστηκε χωρίς κάποια άλλη συμπλήρωσή της με φράσεις τύπου: «Γνωρίζω καλά τους κινδύνους που θα εγκυμονούσε μια τέτοια εμπλοκή, γνωρίζω καλά ότι θα μπορούσαμε να οδηγηθούμε σε παγκόσμιο ή και σε πυρηνικό πόλεμο, αλλά εν πάση περιπτώσει προτάσσω ως σημαντικότερο διακύβευμα ότι πρέπει να υπερασπιστούμε την ελευθερία ενός ανεξάρτητου κράτους από εισβολή μπλα μπλα μπλα». Δεν υπήρξε το συμπληρωματικό μπλα μπλα μπλα. Ειπώθηκε έτσι, νέτα – σκέτα, στο δίπολο γενναίοι – δειλοί, άσπρο – μαύρο.

Όλο αυτό λοιπόν σε βάζει σε σκέψεις για ένα γενικότερο ίσως πρόβλημα της αμερικάνικης κουλτούρας, κάνοντας σε να αναρωτιέσαι μήπως η Λίμποβιτς είναι εξίσου παιδί της με τον Τραμπ, μήπως η πολιτισμική τομή ανάμεσα στα δύο ιδεολογικά μισά των ΗΠΑ έχει πολλές υπόγειες ρωγμές, μήπως παρ’ όλους τους τόνους του σνομπισμού για τον Τραμπ, παρ’ όλες τις πραγματικές και αναμφισβήτητες διαφορές πνευματικού και πολιτιστικού επιπέδου μεταξύ Λίμποβιτς και Τραμπ, όταν είσαι μια σημαντική φιγούρα της αμερικάνικης διανόησης -έστω στην ποπ εκδοχή της- και η πολιτική σου σκέψη για τα διεθνή είναι αυτού του επιπέδου και αυτής της απλοϊκότητας, τότε ίσως η σκέψη σου ως Λίμποβιτς δεν είναι πιο πολύπλοκη από αυτήν του Τραμπ, αλλά μόνον πιο επικίνδυνη για την ανθρωπότητα.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Κάθε Σάββατο θα λαμβάνετε στο e-mail σας το newsletter του ελc με τις προτάσεις μας για την εβδομάδα!

Podpourri. Ιστορίες που ακούγονται

Ακολουθήστε το ελculture.gr στο Google News

το ελculture σας προσκαλεί σε εκδηλώσεις

ΓΡΑΨΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε κάθε Τετάρτη στο e-mail σας

τις προτάσεις μας για την εβδομάδα!