Στη Νεμπράσκα της Άγριας Δύσης, η Χίλαρι Σουόνκ ζει ολομόναχη στο αγρόκτημά της. Έχει έρθει από τη Νέα Υόρκη, κι ενώ έχει εγκλιματιστεί πλήρως στον εδώ τρόπο ζωής, κουβαλά ακόμη κάτι από τους τρόπους και τον πολιτισμό της καταγωγής της. Είναι νοικοκυρά, οργώνει, είναι απόλυτα επιδέξια και ικανή, το μόνο που της λείπει -και της λείπει έντονα- είναι ένας άντρας για σύντροφος, για να κάνει μαζί του παιδιά. Δεν τον βρίσκει, επειδή δεν είναι ο συνήθης τύπος γυναίκας: φοβίζει τους άντρες της εποχής εκείνης να μην έχουν μια γυναικα του σήκω – σήκω και του κάτσε – κάτσε. Και δεν είναι και καμιά καλλονή ώστε να κάνουν τα στραβά μάτια. Και τα χρόνια περνούν. Και το άγχος της αρχίζει να γιγαντώνεται. Γιατί θέλει να τα κάνει όλα σωστά, είναι ο τύπος που μπορεί να τα κάνει όλα σωστά. Συμπτωματικά, ή ίσως όχι και τόσο, τρεις γυναίκες στην περιοχή οι οποίες ήταν το τυπικό δείγμα γυναίκας και συζύγου, τα χάνουν. Σαν να ξεσπάει επιδημία τρέλας. Οι συνθήκες παραείναι ζόρικες, παιδιά που χάνονται από αρρώστιες, ζώα που πεθαίνουν από μολύνσεις, περίεργη μεταχείριση από τους άντρες τους, δεν θέλει και πολύ να τα χάσουν.
Ο Τόμι Λι Τζόουνς είναι ένας τυχοδιώκτης και λιποτάκτης, που έχει μάθει να ζει χωρίς κανένα απολύτως σχέδιο για το αύριο. Λιποτάκτησε κάποτε από τον στρατό, ίσως γιατί δεν άντεχε την τόση κτηνωδία κατά των Ινδιάνων, ίσως απλά γιατί δεν μπορούσε την πειθαρχία και τις δεσμεύσεις, λιποτάκτησε κάποτε από μια γυναίκα με την οποία συζούσε γιατί όπως λέει δεν άντεχε να βλέπει όλη μέρα τον κώλο ενός βοδιού στο χωράφι, το έκανε με πόνο καρδιάς αλλά δεν ξανακοίταξε και πίσω, τώρα βρίσκεται στα πρόθυρα της κρεμάλας επειδή έχει καταπατήσει την περιουσία ενός άντρα που έφυγε για την Ανατολή. Η Σουόνκ του σώζει τη ζωή, κι αυτό είναι ασφαλώς κάτι που εκτιμάει αλλά να κάνει και μαζί της ταξίδι πέντε εβδομάδων από τη Νεμπράσκα στην Άιοβα, περνώντας τον ποταμό Μιζούρι, με σκοπό να μεταφέρουν τις τρεις τρελές σε ένα άσυλο τον βγάζει ριγμένο στη σχετική συναλλαγή. Να ζήσει, ναι, αλλά αν η ζωή είναι η πραγματικότητα, η πραγματικότητα πρέπει να αξίζει κάτι, εν προκειμένω 300 δολάρια. «Οι άνθρωποι μιλάνε διαρκώς για το θάνατο και τους φόρους, αλλά για την τρέλα δεν μιλάνε ποτέ», θα πει. Κατηγορεί τις γυναίκες που τρελάθηκαν σαν να ήταν επιλογή τους και ίσως ως ένα βαθμό και να ήταν, ίσως η η τρέλα τους να αποτέλεσε την φυγή από μια πραγματικότητα πολύ σκληρή για να γίνει ανεκτή. Εκτός από το αναπόφευκτο του θανάτου και της πραγματικότητας υπάρχει η παράκαμψη, ο δρόμος προς τη φυγή από το άγος της πραγματικότητας. Αν και τα οφέλη αυτού του δρόμου σχετικά είναι βέβαια, τουλάχιστον για την μία από τις τρεις γυναίκες που κλαίει και οδύρεται διαρκώς. Η άμαξα στην οποία τοποθετούνται οι τρεις γυναίκες, καθώς διασχίζει τις αχανείς εκτάσεις του Ουέστ, μετατρέπεται σε ένα όχημα υπαρξιακής απόγνωσης. Το τοπίο που τους περιβάλλει είναι πανέμορφο και αυτές μέσα στην άμαξα σπαράζουν.
Άντρες που φεύγουν από τη Δύση για να πάνε πίσω στα ανατολικά να βρουν μια γυναίκα να παντρευτούν, γυναίκες που μεταφέρονται από τη Δύση ανατολικότερα ώστε ο πολιτισμός να αντιμετωπίσει την τρέλα τους, γυναίκες που έχουν έρθει στη Δύση από τη Νέα Υόρκη και μοιάζουν αταίριαστες, τραγουδάνε παίζοντας πιάνο σε πλεκτά ομοιώματα, παραγγέλνουν αρμόνια, ένα πήγαινε – έλα, μια περίοδος κυριολεκτικά μεταβατική. Κι η αντιπαραβολή της αγριάδας της Άγριας Δύσης με την κουστουμάτη αγριάδα των επενδυτών που έρχονται να εποικίσουν και να αλλάξουν σιγά σιγά το τοπίο μπορεί να είναι αρκετά φωναχτή, αλλά εν πάση περιπτώσει έστω και στις ταινίες, ας βλέπουμε πως όταν δεν δίνεις ένα πιάτο φαϊ στους πεινασμένους και ένα κρεβάτι στους εξαντλημένους, μπορεί και να βρίσκεις αυτό που λέμε τιμωρία και να είναι δίκαιο και καθαρτήριο.
Το καστ του «Mέχρι το Τέλος» είναι ιδιαίτερα πλούσιο. Άλλοτε πετυχημένα, είτε ως κλείσιμο ματιού στην εναλλακτική ματιά στο γουέστερν από τους Κοέν (η Χέιλι Στάινφελντ του “True Grit“, o Tιμ Μπλέικ Νέλσον του “O Βrother, Where Art Thou?”) είτε χρησιμοποιώντας π.χ τον εξαιρετικό Τζέσε Πλέμονς από το Breaking Bad, άλλοτε πάλι περισσότερο διακοσμητικά και ως κράχτες (η Μέριλ Στριπ χωρίς ρόλο ή ακόμη χειρότερα ο Τζέιμς Σπέιντερ που επαναλαμβάνει τη συνήθη περσόνα του). Ο ίδιος ο Τζόουνς ως ηθοποιός ξεκινάει από το πιο κωμικό και δη με τρόπο που δεν είναι και ιδιαίτερα αστείος, αλλά σιγά σιγά όσο και η ταινία καλυτερεύει επιστρέφει κι αυτός στα συνήθη στάνταρ του. Η Σουόνκ τέλος είναι στιβαρή και χτίζει μια αξιομνημόνευτη ηρωίδα. Με την πρώτη του ταινία, τις «Τρεις Ταφές του Μελκιάδες Εστράδα» ο Τζόουνς είχε κάνει αίσθηση. Ήταν μια σημαντική ταινία, αλλά νομίζω και μια ταινία λιγότερο παρεξηγήσιμη από το «Μέχρι το Τέλος». Γιατί πράγματι το «Μέχρι το Τέλος» μπορεί να σε κάνει να νομίσεις ότι δεν έχει και πολλά να πει. Το ταξίδι των ηρώων μάλλον αργεί να αρχίσει, υπάρχουν στιγμές στο πρώτο τμήμα της ταινίας που ο σκηνοθέτης Τζόουνς φλυαρεί. Πάνω όμως που αρχίζεις να λες ότι το πράγμα δεν πολυτσουλάει, αρχίζουν να εμφανίζονται διάσπαρτες σκηνές που σου αλλάζουν την εικόνα και την κάνουν να είναι τελικά διαφορετική. Και δεν αναφέρομαι μόνο σε μερικά αριστουργηματικά κάδρα, με τη φωτογραφία του Ροντρίγκο Πριέτο να σκίζει, δεν αναφέρομαι μόνο στον τρόπο που μαζί φωτίζει και κρύβει το γυμνό κορμί της Σουόνκ, δεν αναφέρομαι μόνο στη εντελώς απροσδόκητη ανατροπή της ταινίας. Νομίζω ότι στην τελική της ευθεία η ταινία ανεβαίνει εντελώς επίπεδο, γίνεται ένας ύμνος στη συνέχεια της ζωής, στη συνέχεια της ζωής χωρίς σχέδιο, η Δύση γίνεται ένας καμβάς όπου μπορείς να ζεις έτσι, ελεύθερα και χωρίς σχέδιο. Η ταινία καταλήγει να πει ότι αντίδοτο στο θάνατο και τους φόρους μπορεί και να είναι ένας χορός. Ότι η ζωή ποτέ δεν είναι μία μόνο ιστορία, μία μόνο πλοκή που σε καθορίζει, ότι η ζωή είναι μια σειρά από ιστορίες, ότι έτσι κι εδώ η ιστορία των τριών τρελών γυναικών και της λογικής γυναίκας που τους μεταφέρει είναι μια ακόμη ιστορία, και ότι η ζωή θα συνεχιστεί. Όλες οι ταινίες πρέπει να είναι μια σχεδία που σε πηγαίνει από την μια όχθη στην άλλη, από τον ένα κόσμο στον άλλο, κι όλα να είναι πάνω σε αυτή τη σχεδία, πάνω σε αυτή την μετάβαση, χορός και τυφλοί πυροβολισμοί στον αέρα.
