Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος παρουσιάζει την παράσταση «Με μουσικές εξαίσιες, με φωνές!», μια μουσική ιστορία της Θεσσαλονίκης, σε κείμενα, ιστορική και μουσική έρευνα Λάμπρου Λιάβα και σκηνοθεσία και χορογραφία της Σοφίας Σπυράτου. Η μουσική ιστορία της Θεσσαλονίκης, από το 1912 έως τις μέρες μας, ζωντανεύει από τον Δεκέμβριο στο Θέατρο της Μονής Λαζαριστών.

Ο χορός, το τραγούδι και οι πλούσιες μουσικές παραδόσεις της Θεσσαλονίκης γίνονται ένα κεφάτο μουσικοχορευτικό θέαμα που καλύπτει έναν ολόκληρο αιώνα: βορειοελλαδίτικα δημοτικά τραγούδια, σεφαραδίτικες μπαλάντες, τούρκικοι χαβάδες, μουσικές μνήμες των Μικρασιατών προσφύγων, οπερέτες και αστικά τραγούδια, βαριετέ, ρεμπέτικα και λαϊκές επιτυχίες, αλλά και ο σύγχρονος ήχος των τραγουδοποιών της πόλης μέχρι το χιπ χοπ. Η παράσταση συγκεντρώνει καλλιτέχνες που γεννήθηκαν στη Θεσσαλονίκη, συνδιαμόρφωσαν το καλλιτεχνικό πρόσωπο της πόλης και διατηρούν ζωντανή τη σχέση τους μαζί της. Προεξάρχουσα είναι, φυσικά, η Ζωζώ Σαπουντζάκη, η οποία επιστρέφει στην πόλη από όπου ξεκίνησε την πορεία της σε ηλικία 4 ετών στο σανίδι του Θεάτρου του Λευκού Πύργου. Κοντά της ο Άκης Σακελλαρίου, η λαϊκή τραγουδίστρια Μαριώ, η οποία μετά από πολλά χρόνια εμφανίζεται και πάλι στη γενέτειρά της, αλλά και ο «Πατέρας», ο δεξιοτέχνης μπουζουξής Χρήστος Μητρέντζης. Μαζί τους ένας θίασος ηθοποιών του ΚΘΒΕ, ζωντανή ορχήστρα αλλά και η Φιλαρμονική Ορχήστρα Αποφοίτων Παπαφείου «Ο Μελιτεύς».

Μουσικές μνήμες και αισθήσεις, φωνές και όργανα, τραγούδια και χοροί, συνθέτουν ένα μοναδικό «μωσαϊκό», όπου συνυπάρχουν σε δυναμικό διάλογο οι επιμέρους παραδόσεις των πληθυσμών που κατοίκησαν διαχρονικά τη Θεσσαλονίκη. Όλα μπερδεύονται γλυκά. Ορχήστρες, κομπανίες, μπάντες και χορωδίες, αλλά και ο ήχος από το τζουκ-μποξ στις λαϊκές ταβέρνες, το φορητό πικ-απ στα νεανικά πάρτι και το τρανζιστοράκι με τη μετάδοση των ποδοσφαιρικών αγώνων και του «Φεστιβάλ Τραγουδιού»… Ένα ολόκληρο ηχητικό σύμπαν. Γίνεται αναφορά στους χώρους και τις σημαντικές προσωπικότητες που προσδιόρισαν το μουσικό πρόσωπο της Θεσσαλονίκης, από τον Αιμίλιο Ριάδη, τον Αττίκ, τον Βασίλη Τσιτσάνη, τον Σταύρο Κουγιουμτζή, έως τους τροβαδούρους Διονύση Σαββόπουλο, Νίκο Παπάζογλου κ.ά. Τέλος, παράλληλα με τα τραγούδια και τις μουσικές, ξεχωριστή θέση κατέχει ο ιδιαίτερος «ήχος», οι φωνές των ποιητών και των συγγραφέων της πόλης. Έτσι, στο θεατρικό λόγο έχουν ενσωματωθεί αποσπάσματα (αυτούσια ή προσαρμοσμένα στη δράση) από σχετικά κείμενα των Εβλιγιά Τσελεμπί, Μανώλη Αναγνωστάκη, Γιώργου Ιωάννου, Ζωής Καρέλλη, Θωμά Κοροβίνη, Ν.Γ. Πεντζίκη και Ντίνου Χριστιανόπουλου.

Πολλά είναι τα στοιχεία της έρευνας (τραγούδια, πρόσωπα, κείμενα) που τελικά δεν μπόρεσαν να περιληφθούν στην παράσταση, ή που παρουσιάζονται συνοπτικά κι αποσπασματικά (για λόγους χρόνου και σκηνικής οικονομίας). Γι’ αυτό και γίνεται αναφορά σε «μια» (και όχι «τη») μουσική ιστορία της Θεσσαλονίκης. Είναι «μια εκδοχή», που προσεγγίζει το θέμα και το αφήνει ανοιχτό, για ειδικότερες αναφορές, αναστοχασμό και διάλογο. Μακάρι αυτή η προσπάθεια να συν-κινήσει τους θεατές -κυρίως τις νεότερες γενιές- ώστε να αναζητήσουν, πίσω από τη βιτρίνα της σύγχρονης Βαβέλ, τη δική τους διαπροσωπική σχέση με την πόλη και τα «ηχοτοπία» της, το ύφος και το ήθος των τραγουδιών που διασώζουν τη μνήμη και καθορίζουν την ταυτότητα

ΑΝΤΙΓΟΝΗ σε σκηνοθεσία Cezaris Graužinis - πρώτες εικόνες