Nέα Υόρκη, 1952. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος έχει τελειώσει απ’ τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας, σποραδικά κατάλοιπά του παραμένουν παρόντα, με τη μορφή οικογενειακών απωλειών ή συλλογικών τραυμάτων, τώρα όμως βρισκόμαστε σε μια χρυσή δεκαετία ανάπτυξης, μεγάλων ονείρων και baby boom. Ο εικοσιτριάχρονος Aμερικανοεβραίος Μάρτι Μάουζερ το έχει γενικά πολύ με το μπλα μπλα και το ψηστήρι, ιδιότητα που εκτός των άλλων τον καθιστά και εξαιρετικό πωλητή στο κατάστημα παπουτσιών του θείου του. Του θείου του που του ανακοινώνει πως θα τον προάγει σε μάνατζερ του μαγαζιού, έχοντας μάλιστα τυπώσει και τις σχετικές καρτούλες με το νέο του τίτλο. Αυτά είναι τα δικά του όνειρα για τον ανιψιό του, μικροαστικά, όνειρα ενός συμπαθητικού αλλά όχι μεγάλου μεγέθους πλουτισμού, όνειρα όχι εντελώς απαλλαγμένα από κάποια ιδιοτέλεια, αφού θέλει ο ανιψιός του να έχει ένα μισθό που θα του επιτρέπει να συντηρεί τη μητέρα του (και δική του αδελφή) αντί για εκείνον κι ίσως μια μέρα έτσι να μείνει και το μαγαζί στην οικογένεια.

Αλλά τα όνειρα του Μάρτι είναι πολύ μεγαλύτερου μεγέθους: όχι απλά δεν τη θέλει αυτή τη ζωή αλλά την περιφρονεί. Στο μαγαζί εργάζεται μόνο και μόνο για να μαζέψει λεφτά για το ταξίδι του στο Λονδίνο. Είναι πρωταθλητής ΗΠΑ στο πινγκ πονγκ και σκοπεύει στο προσεχές τουρνουά που θα διεξαχθεί εκεί να στεφθεί και κάτι σαν πρωταθλητής κόσμου. Ποιες καρτούλες λοιπόν και ποια παπούτσια; Bρίσκεται ήδη στη διαδικασία να πείσει έναν φίλο του να πείσει τον επιχειρηματία πατέρα του, να φτιάξει πορτοκαλί μπαλάκια πινγκ πονγκ με το όνομά του και το “supreme” της υπεροχής δίπλα: Μarty Supreme. Και μόλις αναγνωριστεί ως ο καλύτερος πινγκπονίστας στον κόσμο, θα γίνει διάσημος στην πατρίδα του, θα αρχίσει να διαφημίζει προϊόντα, τα κορν φλέικς θα έχουν το πρόσωπό του. Η επιτυχία θα φέρει τη φήμη και αυτή με τη σειρά της τα λεφτά. Τα τρία θα πάνε πακέτο σε ένα λάιφστάιλ που τον περιμένει στη γωνία και ανυπομονεί να ζήσει.  

Βασικά δεν φιλοδοξεί απλώς να τα πετύχει αυτά. Είναι σίγουρος ότι θα το πετύχει. Δεν περνάει άλλη σκέψη απ’ το μυαλό του. Με τα δικά του λόγια, μπορεί να μην βγάζει ακόμα λεφτά απ’ το πρωταθλητιλίκι του, αλλά ζει με την πεποίθηση ότι εφόσον πιστεύει στον εαυτό του θα έρθουν και τα λεφτά. Δεν περνά καν απ’ το μυαλό του, δεν «μπαίνει καν στη συνείδησή του», ότι υπάρχει περίπτωση να μην πραγματοποιηθεί το όνειρό του. 

Aκριβώς -μα ακριβώς- την ίδια αντίδραση και τον ίδιο τρόπο σκέψης έχει ένας άλλος πολύ πρόσφατος κινηματογραφικός ήρωας. Επίσης πρωταθλητής κι επίσης πρωταγωνιστής σε ταινία γυρισμένη από έναν από τους δύο αδελφούς Σάφντι. Οι αδελφοί Σάφντι μετά  το “Heaven Knows What”, το “Good Time”και το «Άκοπο Διαμάντι» είπαν να κάνουν ο καθένας τη δική του ταινία. Ο Tζος Σάφντι έκανε το “Marty Supreme” και ο Μπένι Σάφντι το The Smashing Machine”, εμπνευσμένο απ’ τη ζωή του πρωταθλητή των μικτών πολεμικών τεχνών (MMΑ) Μαρκ Κερ. Όταν ένας δημοσιογράφος ρωτά τον Κερ (που τον υποδύεται ο Ντουέιν Τζόνσον) πώς θα αντιδράσει αν τυχόν χάσει, εκείνος απαντά ότι δεν ξέρει, δεν το έχει σκεφτεί, δεν έχει σκεφτεί πώς είναι να χάνεις, άλλωστε πάντα κερδίζει. Και το “Marty Supreme” έχει ως αρχική έμπνευση τη ζωή ενός αληθινού πρωταθλητή του πινγκ πονγκ, του Μάρτι Ράισμαν, αλλά το “The Smashing Machine” είναι πολύ πιο κοντά στο biopic, ενώ το “Marty Supreme” αρκετά ως πολύ πιο ελεύθερο, με τον ήρωά του να έχει και διαφορετικό επώνυμο. Από εκεί και πέρα είναι πολύ ενδιαφέρον ότι οι δυο ταινίες είναι από τη μια πλευρά σαν παράλληλα σύμπαντα, με αρκετά παρόμοιες αρχικές ιδέες και βασικές θεματικές (μέχρι και παρόμοια ταξίδια στην Ιαπωνία), από την άλλη όμως έχουν τελείως διαφορετική σκηνοθετική αντιμετώπιση και ύφος και το “Μarty Supreme” είναι μια σε κάθε επιμέρους επίπεδο και φυσικά και συνολικά πάρα πολύ καλύτερη ταινία. 

Άνθρωποι λοιπόν που όχι απλά έχουν τα μεγαλύτερα όνειρα, αλλά αρνούνται καν να σκεφτούν το ενδεχόμενο να μην πραγματοποιηθούν. Κι αν πρέπει να γίνει μια διάκριση μεταξύ του περίφημου αμερικάνικου ονείρου κι ενός οικουμενικού (αφού αν όχι σε όλες τις κουλτούρες, τους τόπους και τις εποχές, πάντως στις περισσότερες, οι άνθρωποι ονειρεύονται για τον εαυτό τους διάφορα λαμπρά), είναι πως ίσως στο αμερικάνικο κυριαρχεί αυτή η απόλυτη αισιοδοξία, ο βολονταρισμός, η άρνηση να σκεφτείς ότι κάτι δεν θα πάει καλά, μια οπτική που σε κινητοποιεί και σε μπριζώνει με τρόπο τέτοιο ώστε να μην μασάς από δυσκολίες. Τουλάχιστον μέχρι να φας οριστικά τα μούτρα σου. Και φυσικά διαφοροποιητικό στοιχείο είναι και η κλίμακα των μεγεθών. Οι πιθανές ανταμοιβές σου στην περίπτωση που όντως επιτύχεις. Αν τα καταφέρεις στις ΗΠΑ, η επιτυχία σου θα αγοραστεί από μια αγορά που θα σε πληρώσει πλουσιοπάροχα. 

Ο Μάρτι, πουλώντας αυτό που κάνει αλλά ταυτόχρονα και πιστεύοντάς το, δηλώνει περφόρμερ. Τι κι αν προς το παρόν το άθλημα παίζεται κυρίως σε μπιλιαρδάδικα. Εκείνος θα το βγάλει απ’ την αφάνεια, εκείνος θα κάνει τους Αμερικάνους περήφανους για τον δικό τους παγκόσμιο πρωταθλητή. Για να το πετύχει όμως θα πρέπει πρώτα να ξεπεράσει τα εμπόδια που του βάζει η πραγματικότητα, κυρίως θα πρέπει να βρει λεφτά για τα ταξίδια του στο εξωτερικό κι οι τρόποι εύρεσής τους μπορεί να μην είναι πάντα οι νομιμότεροι ή οι ηθικότεροι. Εντελώς σκορσεζική ιστορία, είπαμε λίγο πιο πάνω ότι ο αληθινός αθλητής όντως ονομαζόταν Μάρτι, ωστόσο δεν μπορείς παρά να υποψιαστείς ότι μια χαρά κολλάει το Μάρτι και προς τιμήν του Σκορσέζε. Το εντελώς απολαυστικό όμως εδώ είναι ότι έχουμε μεν ένα παιδί των δρόμων και των κόλπων και του hustling, αλλά το σουλούπι του ήρωά, το ντύσιμό του, το κούρεμά του, τα γυαλιά του, το άθλημα στο οποίο διακρίνεται είναι ό,τι πιο κόντρα ρόλος μπορείς να φανταστείς. Και εδώ έρχεται να προστεθεί κι ο παράγοντας της εβραϊκότητας. Με άλλα λόγια ας φανταστούμε μια σκορσεζική ταινία όπου ο ήρωας δεν θα ήταν ιταλοαμερικάνος των κακόφημων δρόμων, αλλά ένας μικροκαμωμένος φλωρίζων υπερκινητικός γυαλάκιας που μιλά διαρκώς και γρήγορα, ας φανταστούμε μια ταινία του Σκορσέζε που αντί για τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο ή τον Λεονάρντο Ντι Κάπριο, θα πρωταγωνιστούσε ο Γούντι Άλεν. Όσο κι αν ο Μάρτι θέλει να είναι supreme, o φίλος του παραλλάσσοντας το επίθετό του (Μάουζερ) τον φωνάζει Μάους. 

Όλο αυτό μαζί λοιπόν: ένας Εβραίος Μάρτι Μάους που είναι πρωταθλητής του πινγκ πονγκ, που είναι ως σωματότυπος και ως στυλ ό,τι πιο μακριά απ’ το αλφαμεϊλίκι, που μπορεί όταν απειλείται με ξύλο να απαντάει με την ατάκα «Τι είμαστε για να το λύσουμε έτσι, πίθηκοι;», ωστόσο τελικά είναι κι ένα υβρίδιο άλφα μέιλ, διατεθειμένος να κάνει τα πάντα για να πετύχει το δικό του, έτοιμος να κατακτήσει τη γυναίκα – τρόπαιο που θα του γυαλίσει, έτοιμος να κοιταχτεί επιδοκιμαστικά στον καθρέφτη όταν θα τη ριξει στην αγκαλιά του, έτοιμος στην τελική όταν πρέπει να χτυπήσει τον άλλο να βρει τον τρόπο να του σπάσει τα μούτρα.

Κι επειδή καλώς οι κακώς πολλές φορές σημαντικές ταινίες της εποχής έρχονται στο μυαλό για την εύρεση αναλογιών και διαφορών, γράφαμε για το «Μια Μάχη μετά την Άλλη» ότι ο ήρωας του Ντι Κάπριο όντας παροπλισμένος επί πολλά χρόνια είναι πια και παράταιρος και ακίνδυνος μέσα στον καταιγισμό της δράσης. Το αντίθετο συμβαίνει εδώ με τον ήρωα του Τίμοθι Σαλαμέ, ο οποίος είναι μεν ως εξωτερική εμφάνιση και στυλ παράταιρος, αλλά ταυτόχρονα είναι και αποτελεσματικός μέσα στον καταιγισμό της δράσης. Και σαν τον ήρωα της «Σπασμένης Φλέβας» είναι σε μια διαρκή αναζήτηση χρημάτων, έχοντας να μαζέψει ένα ποσό μέσα σε λίγες μέρες, παραβιάζοντας πάσης φύσεως κανόνες και παρουσιάζοντας ευέλικτη και προσαρμοστική ηθική προκειμένου να το μαζέψει. Ωστόσο τον μεν ήρωα της «Σπασμένης Φλέβας», που είναι και ηλικιακά αλλού, τον κινεί η απόγνωση και το να μην βουλιάξει, εδώ τον Μάρτι τον κινεί η ορμή των μεγάλων ονείρων της νιότης. Δεν θέλει να μην βουλιάξει, θέλει επιτέλους να βουτήξει και να τα γευτεί όλα.

Αλλά ποιος είπε ότι είναι ο μόνος που έχει όνειρα; Απλά τα δικά του είναι σε πρώτο πλάνο. Είπαμε ήδη για τα όνειρα της οικογένειάς του, η οποία με κωμικό πλην ασφυκτικά χειριστικό τρόπο προσπαθεί να τον κρατήσει κοντά της και να τον γειώσει: για το καλό του, για το καλό της, με τον τρόπο που ξέρει, ώστε εκείνος να συνεχίσει να περπατά στον δικό της δρόμο. Η πρώην σταρ του σινεμά με τον πλούσιο γάμο έχει το όνειρο της αναγνώρισής της ως μεγάλης θεατρικής ηθοποιού. Η φίλη του Μάρτι έχει το δικό της όνειρο. Κι αυτής οικογενειακό είναι, αλλά η αγάπη και ο έρωτας είναι πάντα η πίσω κι η αποτελεσματικότερα χειριστική πόρτα για τον μικροαστισμό – αποτελεσματικότερα ίσως ακριβώς επειδή δεν είναι εν γνώσει της χειριστική αλλά ομνύει σε ένα ρομαντικότερο ιδανικό. Και ίσως ο μόνος που δεν έχει «θέλω» μέλλοντος αλλά παρόντος είναι ο γέρος κακοποιός που απλά θέλει το σκυλί του. 

Κι επειδή ζούμε στον καπιταλισμό, τα όνειρα που σίγουρα γίνονται πραγματικότητα είναι τα όνειρα των επιχειρηματιών μεγάλου βεληνεκούς. Εκείνων που δεν είναι απλοί μαγαζάτορες ή που έστω δεν έχουν μεσαίου μεγέθους παραγωγικές μονάδες επενδύοντας σε πορτοκαλί μπαλάκια, εκείνων που όταν βλέπουν μια τεράστια παρθένα αγορά όπως αυτή της Άπω Ανατολής, ξέρουν πώς να την εκμεταλλευτούν, πώς να επενδύσουν και να αυγατίσουν τα λεφτά τους. Κι ανάμεσα στο όνειρο των απλών ανθρώπων να ζήσουν μια απλή ζωή από τη μια και το αμερικάνικο όνειρο της φήμης και της επιτυχίας των σταρ του αθλητισμού και του σινεμά από την άλλη, το πιο αμερικάνικο απ’ όλα τα όνειρα είναι το όνειρο των μεγαλοκαρχαριών που βγάζουν πάρα πολλά λεφτά, ακόμα κι αν ξέρουν ότι στις ταινίες που θα γυρίζονται και εν πολλοίς θα χρηματοδοτούν, ήρωες δεν θα είναι οι ίδιοι,  ήρωες θα είναι πάντα οι ονειροπόλοι που κυνηγούν τη δόξα και το σταριλίκι. Άλλωστε δεν είναι όποιοι κι όποιοι, δεν είναι απλά άνθρωποι που ξέρουν να βγάζουν πάρα πολλά λεφτά, είναι βρικόλακες γεννημένοι το 1601. 

Τα σενάρια των ταινιών που γύριζαν μαζί οι αδελφοί Σάφντι τα συνυπέγραφε κι ο Ρόλαντ Μπρόνστιν. Τώρα ο μεν Μπένι υπογράφει το σενάριο του “Τhe Smashing Machine” μόνος του, ενώ ο Μπρόνστιν πηγαίνει με τον Τζος, και πέραν της όλης διαφοράς του ύφους και πέραν του πόσο πλούσιο είναι το σενάριο του “Marty Supreme” και πόσο φτωχό του “Τhe Smashing Machine”, εκείνο μεν θύμιζε άλλες ταινίες με κακό τρόπο, αυτό εδώ τις θυμίζει μόνο με καλό, εκείνο εξέπεμπε κάτι βαρύγδουπα μπανάλ, εδώ υπάρχει φρεσκάδα, ζωντάνια, ανανεωτική διάθεση. Ένας ξεχωριστός έπαινος αξίζει και για τα σκηνικά. Και έχει την πλάκα του ότι ο Σάφντι πολλές φορές δεν μπαίνει καν στη διαδικασία να σε πείσει για τους εξωτερικούς χώρους (π.χ του Λονδίνου), ενώ δίνεται τόσο βάρος και είναι τόσο πειστικοί οι εσωτερικοί (π.χ του παπουτσάδικου). Στους δεύτερους ρόλους συναντάμε ονόματα από τα κάπως πιο παλιά όπως αυτά της Γκουίνεθ Πάλτροου, πρόσωπα πιο καινούργια όπως της Οντέσα E΄Ζιον και του Τάιλερ The Creator, αλλά και πιο αντισυμβατικές επιλογές όπως του Έιμπελ Φεράρα, του Ντέιβιντ Μάμετ, του Κέβιν Ο΄Λίρι, της Φράν Ντρέσερ, της Σάντρα Μπέρνχαρντ και του Φιλίπ Πετίτ, Και φυσικά ο Τίμοθι Σαλαμέ τα δίνει όλα και βρίσκεται κοντά στο πρώτο όσκαρ της καριέρας του. 

Περισσότερο απ’ όλα όμως η ταινία πρέπει να επαινεθεί για αυτά τα απροσδόκητα ρήγματα που δημιουργεί, μέσα από τα οποία ξεπηδούν εικόνες που έρχονται από ένα μέρος που δεν το περιμένεις και ακριβώς για αυτό σε κάνουν δικό τους. Κι αν τα πορτοκαλί μπαλάκια που πετιούνται από ένα μπαλκόνι είναι πιο ενταγμένα στην αφήγηση, κι αν η σκηνή με το κομμάτι από τις πυραμίδες μπορεί να έχει ένα σωρό διαφορετικές αναγνώσεις, είναι τελικά δύο οι σκηνές που ξεχωρίζουν: ένα σκυλί που τρέχει αλαφιασμένο σε μια απόκοσμη ομίχλη, ένας άντρας αλειμμένος με μέλι για να το γλείψουν οι συγκρατούμενοι του. Το “Μarty Supreme” είναι μια αυθεντικά καλή ταινία γιατί και την ιστορία της μάς την αφηγείται γενναιόδωρα και τον χώρο για να μας στείλει και αλλού τον βρίσκει.