Υπάρχουν δυο είδη δύναμης, η μεταφορική και η κυριολεκτική. Η μεγαλύτερη και αυτή που κάνει κουμάντο στη μεγάλη εικόνα είναι η μεταφορική: η δύναμη της εξουσίας· της πολιτικής, της οικονομικής, της θρησκευτικής παλιότερα και ως ένα βαθμό και σήμερα. Για την επιβολή της έχει στην υπηρεσία της στρατούς, θεσμούς και συστήματα ιδεών. Δεν είναι τόσο λίγες οι φορές που στον κινηματογράφο ή τη λογοτεχνία αποτυπώνονται σκηνές στις οποίες οι εντελώς ισχυροί άνθρωποι βρίσκονται σε καταστάσεις τετ α τετ, απογυμνωμένοι από όλη τη δύναμη που τους περιβάλλει, και αντί να προξενούν δέος ή φόβο, προξενούν έκπληξη για το πόσο μικροί μοιάζουν. Αντίθετα η σωματική δύναμη, η κυριολεκτική δύναμη, είναι πιο αρχετυπική. Οι πιο δυνατοί άντρες κι οι πιο σωματαράδες πάντα προκαλούσαν και δέος και φόβο. Δεν σε παίρνει να πολυαστειευτείς μαζί τους. Σε έχουν ασυζητητί. Και όχι μόνο σε έχουν, κάπου τους κοιτάς και ζηλόφθονα, αναρωτώμενος πώς θα ήταν αν ήσουν κι εσύ τόσο ντουλάπα. 

Και στη μεγάλη Ιστορία της ανθρωπότητας τα μούσκουλα μόνα τους δεν έκαναν ποτέ κουμάντο μεν, όντας στην υπηρεσία της μεταφορικής δύναμης μάλλον από την προϊστορική ακόμη εποχή, ωστόσο είναι άλλο αυτό κι άλλο η εξίσωση της διάκρισης μεταξύ μεταφορικής και κυριολεκτικής δύναμης με τη διάκριση μεταξύ πνευματικής και σωματικής. Υπάρχουν αρκετά παραδείγματα των τελευταίων δεκαετιών που δείχνουν ότι όποιος φτάνει να χτίσει ένα τέτοιο σώμα και να επιβληθεί ως ο πιο εμβληματικός μπρατσαράς, το κάνει επειδή έχει ένα αντίστοιχα κοφτερό μυαλό. Και ο κινηματογράφος, όντας προνομιακό πεδίο ανάδειξης και μεγέθυνσης όλων όσων προκαλούν δέος, είχε χώρο για να αναδείξει ως κάποιους από τους πιο ακριβοπληρωμένους σταρ τον Σβαρτσενέγκερ στο πρόσφατο παρελθόν και τον Ντουέιν “Τhe Rock” Τζόνσον στις μέρες μας.

Έχοντας λοιπόν γευτεί όλη την εμπορική επιτυχία, η ψυχούλα του Rock διψούσε για κάτι διαφορετικό. Ένα όχημα για να αναδείξει την πιο καλλιτεχνική πλευρά του. Βρήκε ένα ντοκιμαντέρ του 2002 για τον Μαρκ Κερ, έναν από τους πρωτοπόρους του MMΑ, των μικτών πολεμικών τεχνών. Αν κάναμε μια ταινία πάνω σε αυτό; Έχω το σώμα να υποδυθώ τον ήρωα, μπορώ να βάλω και την ψυχή. Η απήχηση των μικτών πολεμικών τεχνών βρίσκεται σήμερα σε αλματώδη αύξηση. Τέλη δεκαετίας του ’90 όμως η μετάδοση των αγώνων ήταν απαγορευμένη στην αμερικάνικη τηλεόραση λόγω της βιαιότητάς τους. Πρόκειται ακριβώς για την εποχή που λαμβάνουν χώρα τα γεγονότα που θα δούμε στο «The Smashing Machine: Η Καρδιά Ενός Μαχητή». Για την Ιστορία, τα επόμενα χρόνια όχι μόνο επιτράπηκε η μετάδοση, αλλά ενώ το 2001 τα τηλεοπτικά δικαιώματα αγοράστηκαν για 2 εκατομμύρια δολάρια, φέτος το καλοκαίρι αγοράστηκαν για 7,7 δισεκατομμύρια δολάρια. Για να μην μπερδευόμαστε: όχι μόνο από 2 σε 7, αλλά. από εκατομμύρια σε δισεκατομμύρια.

Με συνδυασμό όλων των παραδοσιακών μαχητικών αθλημάτων και πολεμικών τεχνών, οι μικτές πολεμικές τέχνες προσπαθούν με τον τρόπο τους να αποδείξουν το ποιος είναι ο δυνατότερος όλων. Και ειδικά την περίοδο που διαδραματίζεται η ταινία, ήταν ακόμη επιτρεπτά και κάποια πολύ πιο επικίνδυνα χτυπήματα. Δεν πρέπει λοιπόν με τίποτα να συγχέονται με το σικέ χορογραφημένο θέαμα της βίας του wrestling που μας έχει ήδη δώσει ταινίες σαν τον «Παλαιστή» του Αρονόφσκι ή τη «Σιδερένια Γροθιά» του Σον Ντέρκιν. Δεν πρέπει να συγχέονται, ωστόσο στην προβολή που πήγα να δω την ταινία, ήταν ένας κύριος που είχε πάει να τη δει μαζί με τον ηλικιωμένο πατέρα του, εξηγώντας του ότι είναι μια ταινία για το κατς. Δεν το λέω για να τον κοροϊδέψω, το λέω γιατί κι εγώ ακριβώς αυτό νόμιζα, επηρεασμένος ίσως από το γεγονός ότι ο Rock στο wrestling έχει κάνει καριέρα. 

Ο Μπένι Σάφντι παίρνει την απόφαση να μην ποντάρει στη βία των αγώνων, να μην επενδύσει πάνω στη θεαματικότητά της, με αποτέλεσμα στην αρχή, αν τυχόν παραμένεις σε σύγχυση να νομίζεις ότι οι κουτουλιές ή οι γονατιές στο κεφάλι είναι πλαστές. Τις κινηματογραφεί δηλαδή ουσιαστικά μην δείχνοντάς τες, απομακρύνοντας την κάμερα και κάνοντάς μας να ακούμε μόνο τον ήχο.  Ως εδώ, η απόφασή του να μην μιζάρει στην αναπαράσταση της βίας είναι από σεβαστή μέχρι και επαινετή υπό μία έννοια. Το κάνει ωστόσο με έναν τρόπο σαν να αποφεύγει να δείξει την πραγματικότητα της ζωής του ήρωά του, το τι χτυπήματα έδινε και τι δεχόταν. 

Το βασικό πρόβλημα όμως του «The Smashing Machine: Η Καρδιά Ενός Μαχητή» δεν είναι αυτό, ούτε ότι οι σκηνές των αγώνων καταλήγουν να είναι συνολικά αδιάφορα γυρισμένες, δεν είναι καν ότι η ταινία του Σάφντι δεν έχει αυτή την χαρακτηριστική ένταση που είχαν οι δύο προηγούμενες που έκανε μαζί με τον αδελφό του, το “Good Time” και το  «Άκοπο Διαμάντι». Το βασικό πρόβλημα είναι ότι θεωρεί πως διηγείται μια ενδιαφέρουσα ιστορία, ενώ διηγείται μια εντελώς μπανάλ και κλισέ και τελικά σε τίποτα ξεχωριστή ιστορία. Μα, θα πει κανείς, πώς μπορούμε να μιλάμε για κλισέ, όταν πρόκειται για γεγονότα που όντως συνέβησαν στον πραγματικό Μαρκ Κερ; Ε, μια χαρά μπορούμε. Μια χαρά μπορούμε γιατί ο Σάφντι πελαγοδρομεί και σεναριακά, παρουσιάζοντάς μας τους δυο βασικούς χαρακτήρες της ιστορίας χωρίς κάτι το ιδιαίτερο που θα τους καθιστούσε αυτοτελώς αξιοπρόσεκτους. Η Έμιλι Μπλαντ υποδύεται μια ηρωίδα κακά γραμμένη. Προσπαθούμε να καταλάβουμε αν φέρεται ηλιθιωδώς ή όχι, τι ακριβώς τύπος είναι, τι συνιστά τελικά το στίγμα της. Κι όχι μόνο εκείνη. Είναι σειρά σκηνών που ψάχνουν να βρουν σεναριακό στίγμα. Για παράδειγμα: κάπου βλέπουμε τον ήρωα να κάνει διαπραγματεύσεις για τα λεφτά με τους διοργανωτές. Τι μας προσφέρει αυτό; Τι πρέπει να καταλάβουμε; Ότι δεν ανεχόταν να τον ρίχνουν; Ότι όλα γίνονταν ακόμη τότε εκ των ενόντων και χωρίς ατζέντηδες; Πρέπει να καταλάβουμε κάτι ή έπρεπε να βρεθεί κάτι να γεμίσει ο χρόνος;

Η λεζάντα στην αφίσα της ταινίας κάτω από τον τίτλο της λέει «Η συγκλονιστική αληθινή ιστορία ενός θρύλου». Στο σκέλος «αληθινή» και την πιστότητά της στα πραγματικά γεγονότα δεν θα υπεισέλθω γιατί δεν τα γνωρίζω. Ας της δώσουμε ότι είναι. Στο σκέλος «συγκλονιστική» όμως δεν περνάει ούτε από έξω. Επίσης στο σκέλος «θρύλος», αν υποθέσουμε ότι είναι, είναι πάντως περιορισμένου βεληνεκούς, θρύλος μόνο για τους μύστες και τους ειδήμονες και σε καμία περίπτωση ένα παγκόσμιο είδωλο – σύμβολο. Aκόμη κι η διατήρηση του “Smashing Machine” στον τίτλο είναι σαν να πρόκειται για ένα παρατσούκλι που ανακαλεί κάτι σε πολλούς.

O Mαρκ Κερ ξεκινά την καριέρα του στο ΜΜΑ και στα πρώτα χρόνια της είναι αήττητος. Όταν ένας δημοσιογράφος τον ρωτά πώς θα αντιδράσει αν τυχόν χάσει, εκείνος απαντά ότι δεν ξέρει, δεν το έχει σκεφτεί, δεν έχει σκεφτεί πώς είναι να χάνεις, άλλωστε πάντα κερδίζει. Πρόκειται για ερώτηση που όταν γίνεται στους πολιτικούς για τις εκλογές απαντούν πάντα υπεκφεύγοντας, γνωρίζοντας όμως ότι πρόκειται για ένα πιθανό ενδεχόμενο. Εδώ όμως καταλαβαίνεις ότι μάλλον ο Κερ το εννοεί: ναι, δεν έχει σκεφτεί πώς είναι να χάνεις. Για να το βάζει ο Σάφντι στην ταινία του προφανέστατα το θεωρεί καίριο. Και δικαίως. Και όντως εδώ πάνω θα μπορούσε να χτιστεί κάτι πολύ γόνιμο. Αν ο Σάφντι θεωρεί πως όντως αυτό κάνει, γνώμη του. Γνώμη μου είναι πως δεν. 

Αν ήθελε απλά να πει την αληθινή ιστορία ενός πρωταθλητή, των δαιμόνων του, της πτώσης του, της επανάκαμψής του κλπ, δεν είναι από μόνο του κακό, δεν είναι όμως και κάτι που μας αφορά περισσότερο. Δεν το κάνει κάτι άλλο, δεν το πηγαίνει κάπου αλλού, προς Θεού καμία σχέση ούτε με «Οργισμένα Είδωλο» ως προς την κάθοδο στα ψυχικά τάρταρα, αλλά και καμία σχέση με «Ρόκι» ως προς τη σαγήνη της αφήγησης.

Σε όλους τους υπόλοιπους τομείς μπορεί η ταινία να είναι μετρίως μέτρια, αλλά ο Ντουέιν Τζόνσον όντως το βρήκε το όχημα που θα τον πάει εκεί που θέλει. Γιατί μπορεί το «The Smashing Machine: Η Καρδιά Ενός Μαχητή» να έκανε κακό άνοιγμα στις ΗΠΑ, αλλά εκείνου η στόχευση είναι άλλη. Το πήρε το πολλών λεπτών standing οvation του στη Βενετία, ενώ η περίοδος των υποψηφιοτήτων και των βραβείων είναι προ των πυλών και μια οσκαρική υποψηφιότητα δεν θα είναι καθόλου άδικη γιατί είναι όντως καλός. Δεν θα είναι και καθόλου απρόσμενη, ειδικά αν αναλογιστούμε πόσο αρέσει στην Ακαδημία να πριμοδοτεί τέτοιες αλλαγές.

Πέρσι είχα στραβώσει με τον Χρυσό Λέοντα στο «Διπλανό Δωμάτιο» του Πέδρο Αλμοδόβαρ, φέτος στραβώνω με τον Αργυρό Λέοντα σκηνοθεσίας στον Μπένι Σάφντι, ενώ κι ο Αλμοδόβαρ προφανώς γενικά μου αρέσει και το «Άκοπο Διαμάντι» το είχα αγαπήσει. Αλλά ναι, στραβώνω και οριακά θυμώνω. Σκέφτομαι πως υποτίθεται όσο μεγαλώνεις και όσο περισσότερο σινεμά έχεις δει, τόσο πρέπει να στέκεσαι στις αποχρώσεις, χωρίς να ενθουσιάζεσαι συχνά πολύ κι ούτε να απογοητεύεσαι έντονα. Εσχάτως όμως μου συμβαίνει το αντίθετο, ίσως επηρεασμένος από το πολωτικό τρόπο που έχουμε μάθει να σκεφτόμαστε για τα πάντα στα σόσιαλ, ίσως όμως κι όχι: ας πούμε το «Μια Μάχη Μετά την Άλλη» για το οποίο μιλήσαμε την προηγούμενη εβδομάδα ήταν μια ταινία που με ενθουσίασε χωρίς φίλτρο, ενώ αυτή εδώ είναι μια ταινία με την οποία στραβώνω τόσο, ακριβώς επειδή μου φαίνεται πάρα μα πάρα πολύ κατώτερη των προσδοκιών. Ας μην υπήρχαν οι προσδοκίες, ας είχε αντιμετωπιστεί η ταινία ως ένα προσωπικό χαμηλόφωνο πρότζεκτ του Σάφντι, ας μην βραβευόταν.

Είναι σαν την ταινία για την οποία δεν θα έδινε ποτέ το πράσινο φως ο επικεφαλής του στούντιο στο Barton Fink, αλλά ταυτόχρονα και την ταινία την οποία δεν θα έγραφε ποτέ ο ίδιος ο Μπάρτον. Είναι σαν ένα Β movie που πλασάρεται σαν κάτι άλλο, χωρίς να έχει την τιμιότητα να μην παραστήσει κάτι παραπάνω απ’ αυτό. 

Πριν λίγους μήνες παίχτηκε και πέρασε σχεδόν απαρατήρητο το «Όνειρα Ιλουστρασιόν» (“Μagazine Dreams”) του Ελάιζα Μπάινουμ. Κι εκείνη είναι μια ταινία για υπερσωματώδη παλικάρια, κι εκεί ο βασικός ηθοποιός o Τζόναθαν Μέιτζορς είναι εξαιρετικός, και είναι μια ταινία που θεωρώ ότι πηγαίνει πολύ βαθύτερα στα θέματά της απ’ ό,τι πήγε εδώ ο Σάφντι. Το «The Smashing Machine: Η Καρδιά Ενός Μαχητή» δεν είναι απλά μια ταινία που έχουμε δει στο παρελθόν ξανά και ξανά, είναι κυρίως μια ταινία που έχουμε δει στο παρελθόν και πολύ καλύτερα αλλά και με πολύ λιγότερη ποζεριά.