Κείμενο: Άννα Σταυροπούλου

Η Μαρία Κανελλοπούλου, υποψήφια βουλευτής Αχαΐας και υπεύθυνη της ΕΕΚΕ Πολιτισμού του ΣΥΡΙΖΑ, μιλά στο ελculture για την πολιτιστική πολιτική και τον πολιτισμό ως αναπτυξιακό παράγοντα, το θεσμό του ΥΠΠΟ, την υποστήριξη της Πολιτείας και τις ιδιωτικές επενδύσεις και χορηγίες, την παιδεία και την προώθηση της σύγχρονης παραγωγής.

ελculture: Στο πρόγραμμά του ο ΣΥΡΙΖΑ μιλάει για την ενίσχυση του δημόσιου χαρακτήρα του πολιτισμού με αυξημένο το ρόλο και τις υποχρεώσεις της Πολιτείας. Πώς επιτυγχάνεται αυτό οικονομικά και οργανωτικά; Ποιες θεσμικές καινοτομίες έχετε σκεφτεί για ένα νέο ΥΠΠΟ;
Μαρία Κανελλοπούλου: Πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι δεν ερχόμαστε στη δημόσια διοίκηση με την αντίληψη του λάφυρου και του μικροκομματικού ρουσφετιού που χαρακτήρισε τις προηγούμενες δικομματικές διοικήσεις στο Υπουργείο. Δεν ερχόμαστε, επίσης, με τις στρατιές των ακριβοπληρωμένων συμβούλων του εκάστοτε Υπουργού ούτε με την αυταρέσκεια ότι τα ξέρουμε όλα. Διαβουλευόμαστε με την κοινωνία εδώ και πολύ καιρό, έχουμε μιλήσει με εργαζόμενους στο Υπουργείο, έχουμε καταλήξει σε πολλά πράγματα, και σε ορισμένα που υπάρχουν ακόμα ανοιχτά θα συνεχίσουμε τη διαβούλευση, προσθέτοντας και ιδέες από τη διεθνή εμπειρία. Έχουμε φυσικά δημόσια ξεκαθαρίσει τους άξονες της πολιτικής μας και στον Πολιτισμό: για μας είναι αδιαπραγμάτευτο ότι προέχει η διασφάλιση του δημόσιου χαρακτήρα των πολιτιστικών αγαθών που τα θεωρούμε κοινωνικά αγαθά. Ο Πολιτισμός για την Αριστερά δεν είναι πολυτέλεια αλλά, στις πολλαπλές του εκφάνσεις, στοιχείο της καθημερινής ζωής. Επιχειρώντας να μιλήσω πιο συγκεκριμένα, αν και το συγκεκριμένα έχει σε αυτές τις περιόδους πάντα και μια προσωπική χροιά, από τις πρώτες μας ενέργειες θα είναι η αναδιοργάνωση του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων, ώστε να υπάρξει ανάδειξη των συγκριτικών πλεονεκτημάτων μας: Δεν είναι δυνατόν, το 2014 τα ράφια των μουσείων να είναι άδεια από εκθέματα, να μην υπάρχουν ποιοτικά ευπώλητα μικροαντικείμενα, να μην υπάρχουν ηλεκτρονικά πωλητήρια για on line αγορές, υπηρεσία παράδοσης στον αγοραστή, κλπ. Επίσης δεν είναι δυνατόν το ηλεκτρονικό εισιτήριο που διασφαλίζει τα έσοδα του κράτους να εξακολουθεί να μην εφαρμόζεται σε χώρους μεγάλης επισκεψιμότητας, παρά να μένει «πιλοτικό» πρόγραμμα τόσα χρόνια. Από εκεί και πέρα: οι διαθεσιμότητες των υπαλλήλων του Υπουργείου κατ΄ εντολή των μνημονίων θα ακυρωθούν, πρόκειται για υπαλλήλους που τους έχουν ανάγκη οι υπηρεσίες του ΥΠΠΟΑ, τα προγράμματα των ευρωπαϊκών συγχρηματοδοτήσεων θα μπουν στο μικροσκόπιο και στην εντατική παρακολούθηση, ώστε κανένας πόρος να μη χαθεί. Στο δυνατόν συντομότερο διάστημα θα υπάρξει νέο οργανόγραμμα του Υπουργείου που θα αποσκοπεί στην καλύτερη λειτουργία σε όφελος του πολίτη αλλά και στην αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών. Θα υπάρξει φυσικά κατάργηση των διατάξεων που επιτρέπουν εκποίηση της ακίνητης περιουσίας του Υπουργείου Πολιτισμού μέσω του ΤΑΙΠΕΔ ή άλλης διαδικασίας καθώς επίσης και κατάργηση των αντισυνταγματικών διατάξεων που δίνουν τη δυνατότητα να παρακάμπτεται ο Αρχαιολογικός Νόμος και οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού για τις “fast track” επενδύσεις: Δεν θα ενισχύσουμε τη γραφειοκρατία, αντίθετα θα την περιορίσουμε, όπου είναι εφικτό, αλλά δεν θα επιτρέψουμε «παράθυρα» που θα αγνοούν το δημόσιο συμφέρον. Θα υπάρξει κατοχύρωση του δημόσιου χαρακτήρα όλων των Αρχαιολογικών Μουσείων (συμπεριλαμβανομένου και του Μουσείου της Ακρόπολης), υλοποίηση επιτέλους του αρχαιολογικού κτηματολογίου, που στα χέρια της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ έχει εξελιχθεί σε χειρότερο από γεφύρι της Άρτας, και θα υπάρξει, επιτέλους, σοβαρή ενασχόληση του Υπουργείου με τον σύγχρονο Πολιτισμό της χώρας: εκτός από τις αρχαιότητες και την σημαντική πολιτιστική κληρονομιά του τόπου, στη σημερινή Ελλάδα δρουν σημαντικότατοι καλλιτέχνες, υπάρχουν νέες σφριγηλές δυνάμεις, άγνωστες στο ευρύ κοινό, που ασφυκτιούν σε ένα «γεροντοκρατούμενο» τοπίο, μια κατάσταση που πρέπει να την αλλάξουμε. Ο κατάλογος όμως των αλλαγών που πρέπει να γίνουν είναι μεγάλος, εδώ περιορίζομαι να σας αναφέρω κάποια χαρακτηριστικά παραδείγματα.

ελc: Πώς μπορεί να εξασφαλιστεί ουσιαστικά η διαφάνεια, η ανεξαρτησία και η αποκοπή από κομματικούς εναγκαλισμούς στον τομέα του πολιτισμού; Με ποια κριτήρια θεωρείτε ότι πρέπει να γίνεται (και να συνεχίζεται) η χρηματοδότηση φορέων/ομάδων/ατόμων, προκειμένου να μην έχουμε τα φαινόμενα “ημετέρων” ή και επιχορηγήσεων σε φαντάσματα ή κακής ποιότητας παραγωγές που αφορούν ελάχιστους;
Μ.Κ.: Οι κρατικές χρηματοδοτήσεις είναι μια παλιά πληγή, όχι μόνο στο χώρο του Πολιτισμού. Υπάρχει όντως διαπλοκή σε πολλά επίπεδα, όλα αυτά τα χρόνια, και μπορώ να το λέω με το θάρρος ενός ανθρώπου που, ποτέ, καμιά καλλιτεχνική δουλειά του δεν επιχορηγήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο από τον κρατικό κορβανά. Από την άλλη, είναι υποχρέωση της Πολιτείας να χρηματοδοτεί την Τέχνη, γιατί αν η καλλιτεχνική παραγωγή αφεθεί στη λογική της ανταποδοτικότητας είναι εύκολο να υποκύψει τελικά στην ευκολία των απαιτήσεων της ελεύθερης αγοράς. Δεν δαιμονοποιώ την ελεύθερη αγορά, ούτε όμως την αθωώνω, πρέπει να δούμε τις διαστάσεις του θέματος όπως είναι: Στο χώρο του Πολιτισμού υπάρχει διακίνηση μεγάλων χρηματικών ποσών και τεράστια συμφέροντα, όχι μόνο οικονομικά, που προσπαθούν να ελέγξουν τους καλλιτεχνικούς χώρους, προωθώντας συγκεκριμένους καλλιτέχνες και αισθητικά ρεύματα, με την αγαστή βοήθεια των συστημικών ΜΜΕ, αποσκοπώντας σε οικονομικό κέρδος αλλά και ιδεολογικό έλεγχο. Η Πολιτεία οφείλει (και) στον Πολιτισμό να μην επιτρέπει την ύπαρξη «ολιγοπωλίων» και να περιορίζει τα φαινόμενα χειραγώγησης. Αυτό έχει να κάνει με νομικές ρυθμίσεις αλλά και με τις δημόσιες χρηματοδοτήσεις. Δεν είναι επιτρεπτό φερ΄ ειπείν, να χρηματοδοτούνται κατά προτεραιότητα οι πολιτιστικοί σύλλογοι και τα μνημεία της ιδιαιτέρας πατρίδας του εκάστοτε Υπουργού ή Υφυπουργού Πολιτισμού, ούτε είναι δυνατόν προγράμματα ΕΣΠΑ να προκηρύσσονται με τέτοιο γραφειοκρατικό τρόπο ώστε να μπορούν να έχουν δυνατότητα αίτησης μόνο τα μεγάλα συμφέροντα. Θα υπάρξουν νομικές λύσεις, σας καταθέτω αυτή τη στιγμή τη διάθεση να αλλάξουμε αυτό το τοπίο. Μια σημαντική πάντως παράμετρος θα είναι η δημόσια λογοδοσία: Θα υπάρξει ετήσιος συγκεντρωτικός κατάλογος όλων των χρηματοδοτήσεων του Υπουργείου, τονίζω το «όλων», που θα δημοσιοποιείται, καθώς το σύστημα της «Διαύγειας» με τον τρόπο που λειτουργεί δεν επιτρέπει την συνολική πληροφόρηση του πολίτη. Θα υπάρξει επίσης ορισμός αυστηρών και συγκεκριμένων κριτηρίων, έγκαιρη προκήρυξη, τήρηση αυστηρού τυπικού στις ημερομηνίες και απολογισμός. Εξετάζουμε πολύ σοβαρά, τέλος, τον τρόπο που θα στελεχώνονται και θα λειτουργούν οι επιτροπές των χρηματοδοτήσεων: σίγουρα δεν θα είναι υπό τον ασφυχτικό εναγκαλισμό του Υπουργού και σίγουρα θα έχουν σε αυτές λόγο οι συλλογικότητες των καλλιτεχνών. Επί αυτού να πω ότι δεχθήκαμε μεγάλη δημόσια κριτική, στη δημοσιοποίηση του προσχεδίου του προγράμματος του Τμήματος Πολιτισμού του ΣΥΡΙΖΑ ότι επιθυμούμε να ξαναφέρουμε τον κομματικό συνδικαλισμό. Διευκρινίζω ότι για μας ο συνδικαλισμός δεν είναι κάτι κακό εξ ορισμού, όλα έχουν να κάνουν με τους όρους λειτουργίας και πιστέψτε με ότι επιθυμούμε να θέσουμε όρους αποτελεσματικούς και δημοκρατικούς. Υπήρξε μεγάλη, σχεδόν θα έλεγα λυσσαλέα, επίθεση που δεχθήκαμε και μάλιστα από ανθρώπους που μια χαρά όλα αυτά τα χρόνια υπήρξαν κρατικοδίαιτοι και εκπλήρωναν τα καλλιτεχνικά τους όνειρα ή υλοποιούσαν τις φιλοδοξίες και τα συμφέροντα των κλειστών συστημάτων που τους ανέδειξαν, με δημόσια χρήματα, χωρίς να δέχονται κανένα έλεγχο. Η επίθεση αυτή μας δείχνει πως βαδίζουμε σε σωστό δρόμο- αυτό δεν αφορά τις σωστές επισημάνσεις που μας έγιναν από όσους πραγματικά πονούν για τον Πολιτισμό σε αυτήν τη χώρα και δεν σκέπτονται μόνο το προσωπικό τους συμφέρον. Ως προς το τελευταίο που ρωτάτε για επιχορηγήσεις σε φαντάσματα ή κακής ποιότητας παραγωγές που αφορούν ελάχιστους, επαναλαμβάνω πως η δημόσια λογοδοσία και ο απολογισμός θα εξαλείψει τα φαινόμενα «φαντασμάτων», ενώ οι κακές παραγωγές είναι θέμα πολυδιάστατο, αν θέλετε προσωπικού γούστου, άρα ποτέ δεν θα πάψουν να υπάρχουν και αυτές. Στο αν αφορούν λίγους ή πολλούς, να πω ότι, προσωπικά, θα θεωρήσω επιτυχημένη εκείνη την ηγεσία του ΥΠΠΟΑ που θα πετύχει την άνθηση και των δύο: ποιοτικές παραγωγές που θα απευθύνονται σε πολλούς και πρωτοποριακές, ενδιαφέρουσες, πειραματικές δημιουργίες που θα αφορούν ένα πιο μυημένο κοινό.

ελc: Έχει ασκηθεί κριτική σε κάποια σημεία φορολόγησης υπέρ του κινηματογράφου (πχ φόρος τηλεπικοινωνιών και φόρος για υπηρεσίες on demand), ότι δηλαδή θα επιβαρυνθεί ο έλληνας φορολογούμενος. Θέλετε να διευκρινίσετε τη θέση σας αυτή;
Μ.Κ.: Δεν είναι δυνατόν οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον τομέα των τηλεπικοινωνιών και σε υπηρεσίες on demand να προσφέρουν τη δυνατότητα αναπαραγωγής των έργων της ανθρώπινης διάνοιας χωρίς να πληρώνουν για πνευματικά και συγγενικά δικαιώματα. Αυτό είναι κάτι το αυτονόητο και ισχύει σε όλη την Ευρώπη και τις αναπτυγμένες χώρες. Δεν είναι δυνατόν η Ελλάδα να αποτελέσει εξαίρεση. Οι θεωρίες δήθεν μετακύλησης του κόστους στον καταναλωτή είναι θεωρίες που αποσκοπούν στο να κάνουν θόρυβο και να προστατέψουν τα κέρδη συγκεκριμένων μεγάλων συμφερόντων που υπάρχουν στον οπτικοακουστικό τομέα.

ελc: Τι ρόλο παίζει για τον ΣΥΡΙΖΑ η προσέλκυση χορηγιών, ιδιωτικών επενδύσεων και υποστήριξης από ιδρύματα στον τομέα του πολιτισμού;
Μ.Κ.: Ο θεσμός της χορηγίας είναι μια μεγάλη ανάσα για την Τέχνη, είμαστε υπέρ των χορηγιών σαν αντίληψη. Ο τρόπος που αυτή τη στιγμή λειτουργεί το πλαίσιο της μεγάλης χορηγίας, έχει κατά κοινή ομολογία, αποδειχθεί βραδυκίνητος και αναποτελεσματικός και δεν προσελκύει. Θα επιδιώξουμε και εδώ λιγότερη γραφειοκρατία και περισσότερη δουλειά από τις υπηρεσίες του Υπουργείου, ώστε ο κατάλογος πρόσκλησης ενδιαφέροντος για μεγάλη χορηγία να είναι πιο ελκυστικός για τους ενδιαφερόμενους. Για τη μικρή χορηγία το νομοθετικό πλαίσιο θα αλλάξει και θα απλοποιηθεί σημαντικά. Να επισημάνω όμως ότι η χορηγία δεν είναι επένδυση, δεν μπορεί να λειτουργήσει με όρους φορολογικής ασυδοσίας, μολονότι φυσικά πρέπει να υπάρχουν εύλογα φορολογικά κίνητρα, και βέβαια ο χορηγός θα πρέπει να έχει το δημόσιο ευχαριστώ και την αναγνώριση που του αναλογεί, ούτε περισσότερο, ούτε λιγότερο.

Οι ιδιωτικές επενδύσεις είναι ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο. Εδώ υπάρχει μεγάλη δυνατότητα δράσεων για προσέλκυση επενδυτών σε πολλούς τομείς, η αξία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς και οι πάμπολλες δυνατότητες του σύγχρονου δυναμικού μας είναι μεγάλα όπλα στη χάραξη μιας τέτοιας πολιτικής. Γνωρίζω πολλές ιδέες που ήδη υπάρχουν στο δημόσιο διάλογο. Με όρους σεβασμού του δημόσιου συμφέροντος, με όρους δίκαιης αμοιβής των συντελεστών και των εργαζομένων, με την προστασία των πνευματικών και συγγενικών δικαιωμάτων, με όρους διασφάλισης της καλλιτεχνικής πολυφωνίας, οι ιδιωτικές επενδύσεις είναι καλοδεχούμενες και πολλαπλά ανταποδοτικές για τον επενδυτή και για την τοπική οικονομία και τον κοινωνικό ιστό.

Η δράση των Ιδρυμάτων στο πολιτισμικό γίγνεσθαι στη χώρα μας, τα τελευταία χρόνια, έχει ευχάριστα γιγαντωθεί, γεγονός που έχει πολλές ευνοϊκές συνέπειες για το κοινό. Ο ρόλος μιας κυβέρνησης της Αριστεράς και σε σχέση με τα Ιδρύματα δεν μπορεί να είναι άλλος από όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω για τους ιδιώτες επενδυτές. Με αδιαπραγμάτευτο άξονα το ότι τα πολιτιστικά αγαθά είναι κοινωνικά αγαθά, δηλαδή με δεδομένο πως σε αυτά πρέπει να έχουν πρόσβαση, όσοι το δυνατόν περισσότεροι συμπολίτες μας το επιθυμούν, η δράση των Ιδρυμάτων είναι δυνατόν να είναι πολλαπλά χρήσιμη.

ελc: Η ενίσχυση της ελληνικής παραγωγής (σε τηλεόραση, κινηματογράφο, θέατρο, φεστιβάλ, κλπ) είναι μία από τις βασικές θέσεις σας. Μιλάτε για ανάδειξη κληρονομιάς αλλά και σύγχρονο πολιτισμό; Έχουν χώρο εδώ οι διεθνείς συνεργασίες και συμπαραγωγές; Με ποια πολιτική για τον πολιτισμό μπορεί αυτός να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα για την τουριστική και οικονομική ανάπτυξη της χώρας;
Μ.Κ.: Μιλάμε βέβαια και για τα δύο: και για την πολιτιστική κληρονομιά, όχι με όρους απλής παράθεσης και επανάληψης και αλλά και για το σύγχρονο πολιτισμό. Οι διεθνείς συνεργασίες και συμπαραγωγές είναι αναπόφευκτες και ευκταίες. Σε εποχές παγκοσμιοποίησης δεν είναι δυνατόν να αδιαφορείς για τις διεθνείς αγορές, στις οποίες δεν μπορείς εύκολα να απευθυνθείς χωρίς τον ξένο συνεργάτη. Από την άλλη η λογική μιας εικόνας μας, στο εξωτερικό, του τύπου άγαλμα, τσολιαδάκι, συρτάκι, σουβλάκι και μπανάκι δεν είναι αρκετό για μας. Για την ακρίβεια όχι μόνο δεν είναι αρκετό αλλά μας υποτιμά και για αυτό μας βρίσκει κάθετα αντίθετους. Δυστυχώς με ευθύνη των όσων κυβερνούν αυτήν τη χώρα τόσα χρόνια μόνο τέτοιου είδους συνεργασίες έχουν προωθηθεί. Έτσι ο Παπατάκης που πέθανε πρόσφατα και ζούσε τόσα χρόνια στη Γαλλία ήταν για τα εδώ Υπουργεία άγνωστος, ο Γαβράς του ζητήθηκε να κάνει ένα βίντεο για την Ακρόπολη, το οποίο εκ των υστέρων λογόκρινε το Υπουργείο αναγκάζοντας τον να φύγει (και πολύ καλά έκανε), ο Λάνθιμος και πολλοί εικαστικοί μας, μουσικοί, χορευτές, διαπρέπουν στο εξωτερικό, όλοι αυτοί θα μπορούσαν να είναι οι πρεσβευτές μας σε αυτές τις συνεργασίες. Στην πράξη, το Υπουργείο Πολιτισμού υπήρξε και εξακολουθεί να είναι μακριά νυχτωμένο (εξαιρώ βέβαια την περίοδο της Μελίνας) και ο νυν Υπουργός αρκείται στο να επαίρεται για τα διεθνή κινηματογραφικά βραβεία εκ των υστέρων– είμαι σίγουρη πως ούτε μετά είδε τις βραβευμένες ταινίες, για πριν δεν το συζητάμε. Το άλλο για το οποίο επαίρεται σε σχετική ερώτηση που κάναμε στη Βουλή, είναι για τις αρχαιολογικές εκθέσεις που στέλνουμε στο εξωτερικό. Και ταυτόχρονα το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στην Αθήνα παραμένει κλειστό εξαιτίας της σύγκρουσης ιδιωτικών συμφερόντων, η συλλογή Κωστάκη στη Θεσσαλονίκη που τμήμα της εκτέθηκε έξω, όχι βέβαια με πρωτοβουλία του Υπουργείου, κινδυνεύει να καταστραφεί από έλλειψη χρημάτων, το Θεατρικό Μουσείο είναι τρία χρόνια κλειστό, στο έλεος των ποντικιών και των διαρρηκτών, γενικά ο σύγχρονος πολιτισμός περιθωριοποιείται, οι όποιες δημόσιες πολιτιστικές υποδομές καταρρέουν λόγω των μνημονιακών περικοπών. Όμως, χωρίς υποδομές και σύγχρονη καλλιτεχνική εικόνα πως θα κάνεις σοβαρές διεθνείς συνεργασίες που δε θα σε αντιμετωπίζουν απαξιωτικά ως ιθαγενή; Η Τουρκία, δίπλα μας έχει γίνει προορισμός των ξένων εταιρειών κινηματογραφίας γιατί τους πρόσφερε υποδομές και ασκεί επιθετική πολιτική στον τομέα των οπτικοακουστικών μέσων, γιατί υπήρξε σχέδιο και όραμα εκ μέρους των εκεί ιθυνόντων. Δεν εννοώ να μιμηθούμε την πολιτιστική πολιτική των γειτόνων ως προς τα πολιτιστικά τους προϊόντα: Στην πλειοψηφία τους, είναι εξαιρετικά χαμηλής ποιότητας και διακατέχονται από συντηρητικότατη στερεοτυπική λογική και αισθητική. Ως προς τη στρατηγική προώθησης των πολιτιστικών προϊόντων τους όμως έχουμε να πάρουμε μαθήματα. Τα εθνικά μας φεστιβάλ για παράδειγμα έχουν πολλά περιθώρια ανάπτυξης και σαν ΣΥΡΙΖΑ αύριο θα τους δώσουμε μεγάλη σημασία. Όλα αυτά που λέω και πολλά ακόμα προϋποθέτουν συστράτευση άξιων ανθρώπων. Έχουμε τέτοιους. Χρειάζεται λοιπόν να τους δώσουμε την ευκαιρία, να τους καλέσουμε να αναλάβουν ευθύνες.

ελc: Πώς σκέφτεστε τη σύνδεση του πολιτισμού με την παιδεία;
Μ.Κ.: Είναι προφανές πως δεν είμαστε ευχαριστημένοι με το επίπεδο της καλλιτεχνικής παιδείας στην Α/θμια και Β/θμια εκπαίδευση. Το σχολικό αναλυτικό πρόγραμμα πρέπει γενικά να επαναπροσδιοριστεί, χρειάζονται προσλήψεις μόνιμου καλλιτεχνικού προσωπικού, εργαστήρια στις σχολικές μονάδες και επιμορφώσεις των εκπαιδευτικών. Χρειάζονται δηλαδή οικονομικοί πόροι και αποφασιστικότητα. Το τελευταίο είναι δεδομένο. Για τους οικονομικούς πόρους θα μου ήταν εύκολο να αρχίζω να τάζω όπως συνηθίζουν οι επαγγελματίες πολιτικοί. Δεν είμαστε αυτής της αντίληψης στο ΣΥΡΙΖΑ, ούτε θα καλέσουμε σε εθελοντική προσφορά, όπως έκανε με θράσος ο κύριος Λοβέρδος. Θα εξαντλήσουμε όλες τις δυνατότητες, θα καταργήσουμε σπατάλες από αλλού, κυρίως από τους περίφημους ημέτερους που λυμαίνονται όλα αυτά τα χρόνια το δημόσιο βίο και θα αποδώσουμε στην εκπαίδευση αυτό που της αναλογεί. Ίσως σε κάποιους να φανεί γενικόλογο, αλλά είμαι σίγουρη ότι ακόμα και σήμερα, στα χρόνια της ανθρωπιστικής κρίσης, όταν θα πάρουμε στα χέρια μας τα αληθινά στοιχεία από τα Υπουργεία θα επιβεβαιωθεί πως η κρίση δεν ήταν για όλους, κάποιοι εξακολουθούσαν και στο παρόν να καρπώνονται από το υστέρημα των υπολοίπων.

Επιγραμματικά δυο τρεις σκέψεις ακόμα: Στην εκπαίδευση υποφέρουμε από στείρα προγονοπληξία. Τι εννοώ με το στείρα: δεν είναι δυνατόν οι προσωκρατικοί, ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης να παρατίθενται σαν ονόματα στο Γυμνάσιο και να μην εξηγείται- παρεκτός κι αν ο εκπαιδευτικός είναι από μόνος του εξοπλισμένος και ευαισθητοποιημένος- η προσφορά τους στην ανθρώπινη σκέψη σε συνδυασμό με τον σύγχρονο πολιτισμό. Δεν είναι δυνατόν να κάνουμε Αντιγόνη μόνο ως γραμματολογική επεξεργασία και όχι ως θέατρο. Αντίστοιχα ο σύγχρονος πολιτισμός δεν υπάρχει στα σχολικά βιβλία, ούτε ο ελληνικός, μόνο μια αναφορά σε Σεφέρη και Ελύτη, αυτό είναι όλο, και από διεθνή σύγχρονο πολιτισμό, ούτε δείγμα. Και βέβαια έχοντας ρίξει τους εφήβους μας σε ένα κυκεώνα εξετάσεων, το σχολείο ως εξεταστικό κέντρο και όχι ως κύτταρο γνώσης και πολιτισμού, αυτή είναι η πραγματικότητα σήμερα, όλο αυτό οδηγεί και εξωσχολικά τους εφήβους σε μηδαμινή σχέση με τον Πολιτισμό: δεν έχουν χρόνο ούτε να παρακολουθήσουν ούτε να δημιουργήσουν Τέχνη, να κάνουν μουσική, θέατρο, χορό, ζωγραφική στην εφηβεία τους παρά μόνο πληρώνοντας το ακριβά, μεταφορικά σε βάρος κάθε δυνατότητας ξεκούρασης αλλά και κυριολεκτικά με τους γονείς να έχουν συνεχώς το χέρι στην τσέπη. Αυτό πρέπει να αλλάξει. Τι σώζει την τιμή των όπλων; Υπάρχουν πλέον πολλά καλά εκπαιδευτικά προγράμματα σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους, κάποιες σχολικές γιορτές δείχνουν τι θα μπορούσε να γίνει στις σχολικές αίθουσες αν δινόταν η δυνατότητα. Οι δεσμεύσεις μας για λιγότερη ύλη στο σχολείο, κάτι που βρίσκει σύμφωνη όλη την εκπαιδευτική κοινότητα, θα δώσει την δυνατότητα για την επιστροφή του πολιτισμού στην καθημερινότητα των νέων ανθρώπων, σε μια ηλικία που διαμορφώνει στάσεις ζωής. Υπάρχει βέβαια ανάγκη πολιτιστικής παρέμβασης συνολικά στις πολιτιστικά μειονεκτούσες ομάδες της κοινωνίας. Είναι ένα πρόβλημα που επίσης έχει για μας προτεραιότητα και επεξεργαζόμαστε πράγματα. Να αναφέρω ένα παράδειγμα: τα δημοτικά ωδεία παρά την κυβερνητική επίθεση που δέχθηκαν και τις τεράστιες νομοθετικές δυσκολίες που αντιμετώπισαν, επιβίωσαν, δείγμα του πόσο υγιής θεσμός υπήρξαν. Εμείς θα τα ενισχύσουμε, όπως και την ερασιτεχνική δημιουργία στους δήμους. Τέτοια ανάλογα παραδείγματα θα μπορούσα να σας πω πολλά.

Η παρούσα συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια ρεπορτάζ του ελculture για τις πολιτιστικές πολιτικές των κομμάτων.

Διαβάστε εδώ το ρεπορτάζ της Άννας Σταυροπούλου