Ο Mario Banushi καταλαμβάνει για πρώτη φορά την Κεντρική Σκηνή της Στέγης και μετά τη “Ragada”, το “Goodbye, Lindita” και την “Taverna Miresia* – Mario, Bella, Anastasia”, δημιουργεί μια παράσταση για όλες τις μητέρες που τον μεγάλωσαν. Με το “Mami” σαν να προσεύχεται στο βάρος που κουβαλάει η λέξη «μαμά» τόσο για εκείνη που το ακούει όσο και για εκείνον που το λέει.

Για πρώτη φορά βγαίνει έξω από το σπίτι, την κοιτίδα της δημιουργίας του, με συνοδοιπόρους του επτά ερμηνευτές, τα σώματά τους, το χώμα, το νερό, το φως και το σκοτάδι. Ρεαλισμός και όνειρο σε εναλλαγή.

Λίγο πριν το “Mami” κατακλύσει την Κεντρική Σκηνή της Στέγης Ιδρύματος Ωνάση, η Παναγιώτα Γιαγλή, η Βασιλική Δρίβα, η Ήλια Κουκουζέλη, ο Δημήτρης Λαγός, η Ευτυχία Στεφάνου και ο Φώτης Στρατηγός μιλούν στο ελc βάζοντας σε λέξεις έναν σκηνικό κόσμο βυθισμένο στη σιωπή και φωτισμένο με ποιητικότητα.

 

“Mami” – Σαν μια ασφυκτική αγκαλιά

 

Παναγιώτα Γιαγλή: «Η συνθήκη στην οποία μπαίνουμε και θα μπει και το κοινό είναι αρκετά ονειρική. Βλέπουμε πολύ ρεαλιστικές στιγμές, καθημερινές, πραγματικές σχέσεις. Όλο αυτό περιστρέφεται γύρω από τη μητέρα, τη φροντίδα που παίρνει η μητέρα από ένα παιδί και αυτή που δίνει στο παιδί της, γύρω από τα πάθη των ανθρώπων. Φυσικά, ο καθένας μπορεί να μεταφράσει αυτό που βλέπει με διαφορετικούς τρόπους, αλλά λίγο πολύ είναι γύρω από την αγάπη και τη φροντίδα. Η φροντίδα αλλάζει μορφές, δεν είναι μονόπλευρη. Οι μεγάλοι γίνονται μικροί, οι μικροί γίνονται μεγάλοι, υπάρχει μια εναλλαγή, είναι λίγο σαν λαβύρινθος ο χρόνος».

 

 

Ευτυχία Στεφάνου: «Με τον Μάριο δουλεύουμε μαζί από τη Lindita και την Taverna και τώρα είμαστε εδώ και κάπως νιώθω ότι ο ρόλος μου μέσα από αυτή τη διαδρομή σαν να εξελίσσεται, σαν να είναι μια άλλη πτυχή αυτής της κοπέλας που υπάρχει και στη Lindita και στην Taverna. Η θεματική εδώ έχει να κάνει με τη μητρότητα, αλλά όπως το βλέπω δεν έχει κάποιο σκοπό να την εξυμνήσει ή να την ιεροποιήσει, πιο πολύ συναντούμε τις αντιφάσεις που μπορεί να έχει η μητρότητα. Αν μπορούσα να πω ένα συναίσθημα, είναι αυτό που παίρνεις από μια ασφυκτική αγκαλιά. Κάποιος θέλει να σε αγκαλιάσει, να σου δώσει αγάπη, αλλά αν αυτό είναι ελάχιστα υπερβολικό για σένα… σε κάνει να νιώθεις άβολα και όμορφα μαζί.

Μέχρι τώρα στον κόσμο του Μάριο πάντα υπήρχε το σπίτι που υπάρχει και εδώ βέβαια με έναν άλλο τρόπο. Οι τοίχοι έφυγαν και είναι σαν να κάνουμε zoom out, σαν να βλέπουμε τι είναι και προς τα έξω, τι περιτριγυρίζει αυτό το σπίτι… Νιώθω σε στιγμές σαν να είμαστε ακόμα πιο εκτεθειμένοι. Το σκοτάδι είναι εκεί, το γήινο στοιχείο, τα στοιχεία της φύσης γενικά. 

Είμαι κάπως τυχερή γιατί έχω και την Ήλια με την οποία μοιραζόμαστε τον ρόλο και εξαιτίας αυτού μπορώ να βγαίνω σε κάποιες σκηνές και να βλέπω πώς δείχνει όλο αυτό. Ο ρόλος μας είναι ρευστός, σαν να μην περιορίζεται σε μια συγκεκριμένη ταυτότητα. Και κόρη και αδερφή και νύφη, ακόμα και η ίδια η μητέρα ανά στιγμές και ίσως μια κοπέλα που θέλει να αποβάλει, να κάνει έκτρωση. Σαν να με βοηθάει και μένα να συνδεθώ ουσιαστικά με αυτό το πολύπλοκο που μπορεί να είναι αυτός ο χαρακτήρας. Απλώς είναι μια κοπέλα που περνάει πολλές φάσεις. Ερωτεύεται, ματαιώνεται, πληγώνεται, σπάει…».

 

 

Δημήτρης Λαγός: «Όλο αυτό που δημιουργείται επί σκηνής είναι πιο πολύ εικαστικό, τα σώματα χρησιμοποιούνται για να πλαισιώσουν μια εικόνα χωρίς αυτό να στέκεται απλώς σε ένα αισθητικό αποτέλεσμα. Πραγματεύεται την τρυφερότητα, τη φροντίδα χωρίς να βάζει όρια.

Ο δικός μου ρόλος είναι αρκετά ρευστός και δεν συνομιλεί τόσο πολύ με όλους τους υπόλοιπους. Είναι κυρίως κάποιος που έρχεται, προκαλεί, διαταράσσει, δημιουργεί κάποιες συνθήκες και στη συνέχεια φεύγει. Είναι πιο side ως προς τους κύριους χαρακτήρες που είναι η μάνα και ο γιος. Ο χρόνος είναι κάπως διάχυτος. Υπάρχει ένα ονειρικό στοιχείο, όπως κάνει ο Lynch ας πούμε στις ταινίες του, που δεν ξέρεις πότε έγινε τι».

 

 

Βασιλική Δρίβα: «Βαθύτατα υπαρξιακό αυτό που δημιουργεί. Ο Μάριο παίζει με το φανταστικό και τον ρεαλισμό. Ας πούμε ότι ο κεντρικός χώρος είναι μια μήτρα όχι αυτή καθεαυτή. Βλέπεις πάνω στη σκηνή σχέσεις, οι οποίες ουσιαστικά εμπλέκονται η μία με την άλλη, όπως είναι άλλωστε οι ανθρώπινες σχέσεις. Έχει να κάνει πάρα πολύ με τον φροντιστή. Νομίζω ότι η αγάπη γενικότερα στον άνθρωπο αρχίζει να υπάρχει από τη στιγμή που υπάρχει φροντίδα. Είναι ίσως η φροντίδα αυτή που κατά κάποιον τρόπο επιτρέπει να διεισδύσει η αγάπη και να γίνει μετά η σχέση αυτή που γίνεται».

Ήλια Κουκουζέλη: «Το “Mami” είναι ένας κόσμος με πολλές γεύσεις, όλα είναι ανθρωποκεντρικά και αφορούν τα βιώματά μας, τις εμπειρίες μας. Υπάρχει αναφορά στον έρωτα, στη γονιμότητα, στο υγρό στοιχείο μέσα στην κοιλιά της μητέρας. Υπάρχει η φροντίδα, αλλά ταυτόχρονα υπάρχει και η οργή, η θυσία, το ότι η ζωή είναι σκληρή και πρέπει να προχωρήσεις. Αυτό που μου μένει πιο πολύ είναι αυτή η γέννα, το ότι κάτι φεύγει, κάτι έρχεται, χαρά και πόνος μαζί».

Φώτης Στρατηγός: «Παρακολουθούμε την αφήγηση μιας ιστορίας, μιας μητέρας και ενός γιου σαν κύρια πρόσωπα. Βλέπουμε το σπίτι και ένα δρομάκι μπροστά από το σπίτι. Το σπίτι σαν σπίτι μέσα στον εξωτερικό χώρο είναι κάπως σαν μια μήτρα, που μέσα ζει η οικογένεια και το κύριο πρόσωπο είναι η μητέρα.

Έχω την αίσθηση ότι δεν περνάει μόνο από σημεία τα οποία είναι τρυφερά, αλλά και από άλλα τα οποία είναι πιο σκοτεινά, πιο συνειρμικά. Έτσι είναι στη ζωή άλλωστε. Γιατί μπορεί ας πούμε μια μάνα να βλαστημάει που κουβαλάει το παιδί της ή και το παιδί περνάει από περιόδους που τη μισεί τη μάνα του. Είναι τόσο συμπλεγματική σχέση. Είναι δεδομένο ότι τα παιδιά ερωτεύονται τους γονείς τους, αυτό όμως επειδή ξέρεις ότι απαγορεύεται, το απωθείς, όμως αυτός ο τόνος στη σχέση υπάρχει. Είναι και η πρώτη γνωριμία με ένα σώμα, είναι πολλά μπλεγμένα μαζί. Αν κάτι μπορεί να αποδώσει ένα τέτοιο θέμα, θα ήταν πραγματικά κάτι εκφραστικά απελευθερωμένο και πολύπλοκο».

 

 

Στο σύμπαν του Mario Banushi – Ο λόγος στα σώματα

 

Από τις πρώτες δουλειές του ο Banushi έχει συνθέσει τον ολόδικό του κόσμο. Βαθιά προσωπικός, γεμάτος εικόνες που «φωνάζουν» συναίσθημα, οι λέξεις δεν έχουν θέση, ο λόγος δίνεται στα σώματα.

Πώς είναι όμως να μπαίνεις στον κόσμο του; Τι σε οδηγεί εκεί; Τι σου κεντρίζει το ενδιαφέρον; Λειτουργεί απελευθερωτικά η εστίαση στο σώμα και η απουσία του λόγου;

Η Ευτυχία Στεφάνου είναι η μόνη που είναι κομμάτι και των προηγούμενων ιστοριών του, μετρώντας ήδη τρεις συνεργασίες με τον Μάριο Μπανούσι και έχοντας καταλάβει πολύ νωρίς ότι ο κόσμος του την αφορά:

«Γνωρίστηκα με τον Μάριο όταν είδα τη “Ragada”, το πρώτο του έργο, και δεν το πίστευα αυτό που είδα, οπότε του μίλησα μετά την παράσταση, είδα ότι δεν είχε κάποιον/α χορευτή-τρια στο καστ του και του είπα ότι για μένα είναι χορός αυτό που κάνεις, οπότε σε μελλοντικές δουλειές αν χρειαστείς κάποια χορεύτρια, εγώ είμαι εδώ. Κάπως έτσι ξεκινήσαμε. Κατάλαβα ότι δεν είναι θέατρο λόγου, ότι μπαίνει πολύ σωματικά μέσα σε αυτό και βρήκα τον εαυτό μου πολύ γρήγορα. Παράλληλα όμως εννοείται ότι υπήρχε μεγάλη πρόκληση.

Θυμάμαι από την πρώτη μέρα ότι τον αφορούσε η θεματική της μητρότητας. Στη δουλειά του Μάριο υπάρχει η εναλλαγή των συναισθημάτων, η αντίφαση, από τη μία αυτό που λέμε με τη στοργή και τη φροντίδα και από την άλλη μπορεί να είναι το άβολο. Για μένα είναι πολύ σημαντικό το ότι εγώ και ως ερμηνεύτρια ώρες ώρες μπαίνω σε αυτόν τον συναισθηματικό κόσμο και νιώθω άβολα και νομίζω αυτό το αγκαλιάζει».

 

 

Η Βασιλική Δρίβα επιβεβαιώνει ότι «Έχει ένα δικό του σύμπαν ο Μάριο Μπανούσι. Οι δουλειές του περιέχουν πολύ πειραματισμό, αυτοσχεδιασμό και ουσιαστικά χτίζονται με πράγματα που προτείνει ο ίδιος, αφήνοντας όμως ελεύθερους και τους ηθοποιούς να προτείνουν. Με ενδιέφερε να δω πώς θα καταπιαστεί με τη σχέση μητέρας-παιδιού αλλά και γενικότερα πώς καταπιάνεται με μια ιδέα, πώς την εξελίσσει».

 

 

Ο Φώτης Στρατηγός πέρασε από όλες τις φάσεις όσον αφορά στην απουσία του κειμένου:

«Με τον Μάριο ήμασταν συμφοιτητές στο ίδιο έτος στη δραματική σχολή, οπότε τώρα ξαναβρεθήκαμε για να συνεργαστούμε για πρώτη φορά ουσιαστικά. Στη διάρκεια των προβών πέρασα και φάσεις που μου έλειπε το κείμενο, είναι η δεύτερη φορά που είμαι σε παράσταση που δεν έχει κείμενο, αλλά πρώτη φορά που ήμουν σε παράσταση που δημιουργείται χωρίς κείμενο. Ήταν περίεργο. Είναι υβριδικό αυτό που κάνει, είναι θέατρο, καθαρά αφηγηματικό, απλώς το κάνει χωρίς κείμενο, το κάνει με εικόνες και με σώματα. Πέρασα από πολλές φάσεις λοιπόν, άλλες που μου έλειπε το κείμενο κι άλλες που αισθανόμουν ότι αν έμπαινε θα ήταν ένα επιπλέον υλικό για να το διαχειριστούμε».

 

 

Για τον Δημήτρη Λαγό, την Παναγιώτα Γιαγλή και την Ήλια Κουκουζέλη ως χορευτές η απουσία του λόγου δρα ξεκάθαρα απελευθερωτικά επί σκηνής.

Η Παναγιώτα για πρώτη φορά βλέπει τον εαυτό της στο θέατρο σε κάτι performative: «Τελειώνοντας το 2022 την Κρατική Σχολή Ορχηστρικής Τέχνης, είχα στο μυαλό μου ότι θέλω να κάνω κάτι σαν αυτό που έκανε ο Μάριο, ήθελα πάρα πολύ να κάνω σωματικό θέατρο και κάπως χρειαζόμουν μια απόσταση από τον χορό για αποσυμπίεση, να πάρω λίγο τον χρόνο μου να δω λίγο πιο καθαρά, αν θα μου λείπει όλο αυτό.

«Για μένα είναι αρκετά άβολο να χρησιμοποιώ τον λόγο. Οπότε είναι αρκετά απελευθερωτικό να μπορώ να αποδώσω ένα συναίσθημα, μία πράξη χρησιμοποιώντας απλά το σώμα μου και την έκφρασή μου. Νομίζω ότι η απουσία του κάπως ενδυναμώνει τις πράξεις. Είναι σαν να βλέπεις μια σιωπηλή σκηνή σε μια ταινία. Μπορεί να βλέπεις απλώς μια αγκαλιά ή να βλέπεις έναν άνθρωπο να κλαίει, κάτι απλό, δεν χρειάζεται να σου πει γιατί κλαίει».

 

 

Το ίδιο και για την Ήλια: «Ως χορεύτρια και εγώ έχω μάθει να εκφράζομαι μέσα από το σώμα μου και στην ουσία αυτό με βοηθάει να αισθανθώ την κάθε σκηνή που βρίσκομαι. Πιο πολύ με τις αισθήσεις δουλεύω. Αυτό μου δίνει κάποια ένστικτα που με βοηθάνε παραπάνω από το να άκουγα κάτι και να έπρεπε να συνομιλήσω με τον ηθοποιό και ταυτόχρονα είναι πιο ελεύθερο.

Τελείωσα πρόπερσι τις σπουδές μου στη Λυρική και όλη αυτή η διαδικασία με έχει εμπνεύσει, νιώθω πως μου έχει ανοίξει τη φαντασία, παρατηρώ πιο πολλά πράγματα και αυτό μπορεί να με επηρεάσει πάρα πολύ στην κίνησή μου, το να χτίζεις κάτι πιο ποιητικό. Ένα ύφασμα, ένα κρεβάτι ή ο αέρας που θα έρθει πάνω σου, το νερό».

Για τον Δημήτρη, παρόλο που στο παρελθόν έχει βρεθεί σε παραστάσεις χορού με κείμενο, είναι ανακουφιστικό να δουλεύει σε μια συνθήκη χωρίς αυτό, που επιτρέπει το άνοιγμα σε πολλές αναγνώσεις. «Δεν σου λέει τι να θες ή τι να διαβάσεις ή τι να πάρεις από αυτό, σου λέει δες αυτό, τι παίρνεις, τι διαβάζεις, τι αισθάνεσαι; Εμένα αυτό μου δίνει μια ελευθερία και νομίζω ότι με ανοίγει παρά με κατευθύνει.

Είχα δει και τις άλλες δουλειές του Μάριο και γενικώς αυτό που μου λείπει και από τις παραστάσεις που βλέπω, θέατρο-χορό και που υπήρχε πολύ στου Μάριο ήταν η ησυχία που βγάζει. Οι σκηνές τους σου δίνουν μια συνθήκη που μπορείς να πάρεις τον χρόνο σου, να μπεις μέσα σ’ αυτό, δεν στο θέτει εντελώς ωμά ή σου λέει αυτό είναι. Εμένα αυτή η ησυχία με είχε σαγηνεύσει πολύ πριν μάθω για την ακρόαση, δηλαδή είχα στο μυαλό μου ότι θα ‘θελα να δουλέψω σ’ αυτό».

 

 

Αντιμέτωποι με τη μνήμη της ύπαρξης

 

Για τον Μπανούσι το προσωπικό του βίωμα είναι σαν να μπαίνει πάντα σε πρώτο πλάνο. Το υπαρξιακό στοιχείο διαπερνά τη δημιουργία του. Πώς λειτουργεί άραγε αυτό με τους ερμηνευτές; Τους παρασύρει στη δική τους προσωπική δίνη από αναμνήσεις; Κάνει τις μνήμες τους πιο νωπές, ανασύρει τις καταγεγραμμένες εμπειρίες τους, ενεργοποιεί τραύματα; Τι τους προβλημάτισε και τι τους απασχόλησε περισσότερο μπαίνοντας σε αυτό το πολύ προσωπικό δημιούργημα;

Βασιλική Δρ.: «Θεωρώ ότι όλοι οι καλλιτέχνες είναι επηρεασμένοι από τα βιώματά τους απλώς ίσως εκείνος να το ομολογεί τόσο ανοιχτά και ίσως επειδή όλα αυτά είναι πάρα πολύ δυνατά και δεν έχει και πάρα πολλά χρόνια στην πλάτη του, είναι πολύ πρόσφατα επηρεασμένος. Νομίζω πως σε όλα τα έργα ο καθένας βλέπει κομμάτια του έργου έστω μια φράση, μια κίνηση να τον αφορά, αλλά πόσο μάλλον τώρα όταν έχει να κάνει με τη σχέση της μητέρας και του παιδιού. Αυτή η σχέση είναι άρρηκτη.

Εγώ για παράδειγμα που είμαι μεγαλύτερη από τους άλλους ηθοποιούς, έχω χάσει τη μητέρα μου, οπότε με αφορούσε αυτό το κομμάτι. Αυτό που με προβλημάτισε είχε να κάνει με ερωτήματα που θέτουμε στον εαυτό μας, τι ακριβώς θα έκανα εγώ αν βρισκόμουν στη θέση του. Είναι δύσκολα αυτά τα ερωτήματα. Ελπίζω όποιος δει την παράσταση να μετακινηθεί έστω και λίγο. Αυτό θεωρώ ότι πρέπει να κάνει το θέατρο στον άνθρωπο, να βγαίνει από την αίθουσα έστω και λίγο διαφορετικά, με μία διαφορετική σκέψη».

Φώτης Στρ.: «Δεν ήταν ζητούμενο να μοιραστούμε προσωπικά μας βιώματα, ο καθένας αυτά τα φέρει όμως, γιατί έτσι κι αλλιώς όταν μια παράσταση έχει ένα θέμα θέλοντας και μη, στη διαδικασία των προβών, θα τριφτείς με το θέμα, δεν μπορείς να είσαι αμέτοχος».

 

 

Ευτυχία Στ.: «Θυμάμαι που μας έλεγε στις πρόβες ότι η μητέρα του έχει υπάρξει μαμή και είχε ξεγεννήσει πολλές γυναίκες κι αυτό κάπως ήταν σαν αφετηρία για εμάς. Σε μένα προσωπικά είδα ότι καθώς δομείται μια σκηνή που μπορεί να προέκυψε από δικά του βιώματα ή κάποιες ιδέες του, πάνω εκεί ήταν κάπως σαν να μου ήρθαν δικές μου μνήμες. Είχε τύχει ας πούμε να μου “ανοιχτεί” η γιαγιά μου πριν λίγο καιρό σε ένα οικογενειακό τραπέζι και να μου πει ότι η μαμά της, η προγιαγιά μου, της εκμυστηρεύτηκε λίγο πριν φύγει από τη ζωή ότι είχε προσπαθήσει να αποβάλει πηδώντας επαναλαμβανόμενα πάνω από έναν φούρνο στο χωριό. Ενώ δεν το είχα στο μυαλό μου, μου προέκυψε πάνω στη σκηνή. Δηλαδή είναι μια μνήμη που έχει το σώμα και ήρθε στην επιφάνεια. Εγώ το πιστεύω πάρα πολύ και ως χορεύτρια ότι “τσιγκλάμε” μνήμες προσωπικές και συλλογικές. Κατάλαβα ότι είναι το δικό μου βίωμα μέσα από τον κόσμο του, οπότε ο καθένας και η καθεμία από εμάς σαν να έχει μια δική του κόκκινη κλωστή ας πούμε, χωρίς να μας το ζήτησε ποτέ ο ίδιος».

 

 

Δημήτρης Λ.: «Οι σχέσεις που πραγματεύεται είναι κάτι που μας αγγίζει όλους. Όλοι έχουμε μια μάνα, όλοι είμαστε παιδιά. Είναι πολύ ανθρώπινο, πολύ πραγματικό. Είναι δικά του βιώματα και εμείς μέσα από αυτό τον κόσμο παίρνουμε τα δικά μας και γίνεται μια διεργασία ζύμωσης με το πώς νιώθουμε, τι βγάζουμε, τι ρόλο επιτελούμε, που είναι κάτι πολύ ωραίο αλλά και άβολο σε στιγμές, περίεργο σε άλλες, τρυφερό σε άλλες».

Παναγιώτα Γ.: «Ήρθα πολύ κοντά στο να σκεφτώ πόσες φορές έχω γίνει εγώ ο φροντιστής προς τη μητέρα μου ίσως ή το τι μπορεί να μου λείπει λόγω απόστασης, λόγω του ότι δεν μένω πια κοντά στους γονείς μου, να μου λείπει να νιώθω αυτή τη φροντίδα.

Ένας προβληματισμός που είχα εγώ μπαίνοντας σε αυτό ήταν και το γυμνό, γιατί δεν είχε χρειαστεί να το σκεφτώ στο παρελθόν. Βλέποντας τη “Lindita” είχα συγκινηθεί απίστευτα, κι όταν άνοιξε αυτή η συρταριέρα και βγήκε από μέσα το γυμνό σώμα, ήταν ό,τι πιο σωστό έχω δει, που με έκανε να θέλω να χρησιμοποιήσω κι εγώ το σώμα μου με αυτόν τον τρόπο. Αντιμετωπίστηκε με πολλή προσοχή, με σοβαρότητα και σεβασμό».

 

 

Ήλια Κ.: «Είναι οι στιγμές που είναι το παιδί με τη μάνα ή το παιδί με τη γιαγιά, που μπορείς να το διαβάσεις όπως θες εσύ και μπορεί να έχει αυτόν τον αποχωρισμό, κι επειδή πρόσφατα έζησα κάποιες απώλειες, μου ήταν πάρα πολύ έντονο. Η διαδικασία με συγκίνησε πολλές φορές στην πρόβα, σου έρχονται εικόνες, αναμνήσεις, στα επαναφέρει όλα αυτά, αλλά ταυτόχρονα υπάρχει και μια λύτρωση. Μου άρεσε που ερχόμουν αντιμέτωπη με αυτό, προσωπικά με βοήθησε γιατί αν δεν είχα αυτό μπορεί να βίωνα περισσότερο μόνη μου την απώλεια και μέσα από την πρόβα κάπως ξεσπούσα».

 

 

Ποια είναι η πρώτη λέξη ή εικόνα που σου έρχεται στο μυαλό με τη λέξη «φροντίδα»;

 

Παναγιώτα Γ.: «Η αλήθεια είναι ότι θα έλεγα “μαμά”.»

Φώτης Στρ.: «Η πρώτη λέξη είναι τα χέρια, μια εικόνα με χέρια.»

Ήλια Κ.: «Η μητέρα συνδέεται πολύ έντονα με τη φροντίδα και το νοιάξιμο, το ότι είναι πάντα εκεί. Δεν συμβαίνει για όλους εννοείται αλλά στη δική μου περίπτωση υπάρχει πολύ έντονα αυτό.»

Δημήτρης Λ.: «Η πρώτη λέξη που μου έρχεται είναι η “αγκαλιά”.»

Ευτυχία Στ.: «Μου έρχεται ένα πουγκί με λεβάντα που μου έφτιαχνε η μαμά μου, επειδή στο χωριό έχουμε λεβάντες. Ή όταν πήγαινα μπαλέτο μικρή μου έπιανε πολύ σφιχτά τα μαλλιά κότσο με έναν συγκεκριμένο τρόπο, που έχει τη φροντίδα μέσα, αλλά έχει και την αντίφαση ότι είχα πονοκέφαλο μετά από αυτό. Φροντίδα και αγάπη, αλλά και μια πίεση μαζί.»

 

 

Info

Mami | Στέγη Ιδρύματος Ωνάση