Βρεθήκαμε στην αυλή του Μπλε Παπαγάλου και η σκέψη της γύρισε πίσω στα 22 της, από τότε θυμάται το μαγαζί, τότε που είχε μόλις τελειώσει το Θέατρο Τέχνης και δούλευε στην Πειραματική. Τώρα κοντεύει τα 40, όπως λέει και νιώθει τον καιρό να περνάει τόσο γρήγορα και αυτό την τρομάζει. Η κουβέντα μας με τη Λένα Παπαληγούρα άρχισε να ξετυλίγεται γύρω από τον άξονα που δημιουργούν οι τρεις ηρωίδες τις οποίες συνάντησε και συναντά φέτος επί σκηνής, τρία θεατρικά έργα σε διάλογο, αντιπολεμικά και τα τρία, το καθένα με άλλον τρόπο, από άλλη εποχή και κοινωνία, άλλη ματιά:

«Αυτό είναι το δώρο σε έναν ηθοποιό, όταν έχεις μεγάλα έργα στα χέρια σου, δεν υπάρχει περίπτωση να μη βρεις κάτι που να σε αφορά ή κάτι που να θες να πεις μέσα από αυτά. Αυτό είναι η τύχη», συνειδητοποιεί.

Η Tessa Ensler από το “Prima Facie” της Suzie Miller την βρήκε εκεί που η αξέχαστη Κατερίνα (του Αύγουστου Κορτώ) την έκανε να πάρει απόσταση από τους μονολόγους, ένιωσε το χρέος απέναντί της και κάπως έτσι γεννήθηκε μία θεατρική ιστορία σεξουαλικής κακοποίησης που καθόρισε τη σεζόν και θα επανέλθει για να συγκινήσει, να σοκάρει και να μας κάνει να δώσουμε την αξία που του πρέπει σε ό,τι υποτιμήσαμε.

Η Σκάρλετ Ο’Χάρα από το «Όσα παίρνει ο άνεμος» της Μάργκαρετ Μίτσελ ήρθε για να της δείξει ότι δεν εκπροσωπεί μια απλή ερωτική ιστορία, ενώ η Αντιγόνη του Σοφοκλή με την οποία θα ταξιδέψει το καλοκαίρι, την ξαναβρήκε μετά από χρόνια, με την ποίησή της σε μια εποχή που την έχει ανάγκη.

Μιλώντας για την ελπίδα που της δίνουν τα παιδιά με φόντο ένα δύσκολο τώρα, τους απολογισμούς που δεν κάνει, την επιτυχία και την αποτυχία στις οποίες δεν πιστεύει, η Λένα Παπαληγούρα μοιράζεται: «Ένα από τα θέματα που με απασχολούσε πριν έρθει το “Prima Facie” στα χέρια μου, είναι το κατά πόσο έχει πραγματικά νόημα και κατά πόσο όλο αυτό που κάνουμε είναι μάταιο. Είναι ένα story στο Instagram ας πούμε; Mένει κάτι; Μένει κάτι στον θεατή ή εμείς βγάζουμε την ψυχή μας και ο άλλος απλώς βγάζει μια φωτογραφία την αφίσα και αυτό είναι γι’ αυτόν; Αυτό εμένα κάπως μέσα μου με σκότωνε».

Σε πετυχαίνω σε μία φάση που είναι σαν να έχει δημιουργηθεί ένας άξονας με τα τρία έργα με τα οποία έχεις συναντηθεί θεατρικά φέτος, ένα αρχαίο κείμενο (Αντιγόνη) ένα σύγχρονο (“Prima Facie”) και ένα κλασικό έργο («Όσα παίρνει ο άνεμος») που βάζουν και τα τρία στο τραπέζι θέματα όπως η δικαιοσύνη, ο πόλεμος, η χειραφέτηση των γυναικών.

Για μένα είναι πολύ ωραίο, γιατί είναι σαν να μου έχουν δοθεί τρία δώρα, γιατί μιλάμε για τρεις τεράστιους ρόλους, τεράστιους σε πολυπλοκότητα και πολύ συναρπαστικούς. Παρόλο που είναι πολύ δύσκολο, είναι αυτά που είναι πολύ δελεαστικά και δεν μπορείς να πεις όχι. Για μένα όταν μιλάμε για κάτι εμβληματικό, σίγουρα το θέμα της δικαιοσύνης είναι από τα θέματα που εμπεριέχεται. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο οποιοδήποτε μυθιστόρημα εμπεριέχει τη δικαιοσύνη, είτε ως νομικό σύστημα είτε ως έννοια.

Μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρουσα αρχικά η σχέση του “Prima Facie” με την Αντιγόνη. Ένα από τα θέματά τους είναι πάρα πολύ κοινό, η ανεπάρκεια των νόμων να ορίσουν πραγματικά το ανθρώπινο δίκαιο με έναν τρόπο. Ένα από τα θέματα που πραγματεύεται το “Prima Facie” είναι ακριβώς ότι οι νόμοι είναι φτιαγμένοι από άντρες και στην Αντιγόνη το συναντάμε αυτό. Ουσιαστικά είναι σαν να μην μπορούν να εμπεριέχουν την ανθρώπινη αλήθεια, σαν να μην τη χωράνε με έναν τρόπο και σαν να μην ανταποκρίνονται ακριβώς και στην εποχή. Αυτό το ότι οι νόμοι είμαστε εμείς, ο τρόπος που ζούμε και άρα δεν έχουμε καμία δικαιολογία να εμμένουμε σε κάτι το οποίο δεν εξυπηρετεί την κοινωνία. Στην Αντιγόνη το βλέπεις αυτό από μια άλλη σκοπιά, επί της ουσίας αυτό που πραγματεύεται η ηρωίδα είναι ακριβώς ότι αυτό που θεσπίζεις ως νόμο δεν είναι ανθρώπινο, δηλαδή ο ανθρώπινος νόμος και η ηθική δεν είναι απαραίτητα και αυτό που είναι θεσπισμένο από τον νόμο.

 

 

Γι’ αυτό και λέμε άλλωστε ότι είμαστε αδύναμοι απέναντι του.

Εννοείται! Στο “Prima Facie” νομίζω ότι αυτό φαίνεται πάρα πολύ, είναι ο ορισμός. Μιλάμε για μια γυναίκα που εκ των πραγμάτων είναι πιο αδύναμη από τον άντρα και δυστυχώς ακόμα και σήμερα παρόλο που λέμε ότι έχουμε κάνει κάποια βήματα, μιλάμε ακόμα γι’ αυτό. Παράλληλα φαίνεται ότι ο άνθρωπος απέναντι στο σύστημα της εξουσίας στέκεται αδύναμος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, ακόμα κι αν είναι μια δικηγόρος όπως η Tessa Ensler, η οποία έχει όλα τα εφόδια και όλη τη γνώση γιατί είναι μέσα στο πεδίο. Και στην Αντιγόνη το συναντάμε όλο αυτό, δηλαδή αυτό που του λέει του Κρέοντα ο Τειρεσίας «μα καλά, να τα βάζεις με ένα πτώμα;». Δηλαδή ποιος ο λόγος να τα βάζεις με έναν αδύναμο, με κάποιον που τελείωσε; Για κείνη όμως έχει μεγάλο νόημα, είναι όλη της η ύπαρξη, όλη η πίστη, αυτό που την κινεί, αυτό που της έχει απομείνει από την οικογένειά της, αλλά νομίζω ότι έχει να κάνει και με αυτό που θεωρεί σωστό. Είναι πυρηνικό.

Εγώ το έχω αγαπήσει πάρα πολύ αυτό το έργο. Είχαμε κάνει με τη Νατάσα Τριανταφύλλη μια παράσταση στο Μουσείο Μπενάκη και έκτοτε μου το πρότειναν, αλλά κάπως ένιωθα ότι είναι πολύ νωπή η παράσταση αυτή μέσα μου και δεν ήθελα να το κάνω. Βέβαια είναι τελείως διαφορετική η συνθήκη του Μουσείου Μπενάκη με το αρχαίο θέατρο που θα γίνει τώρα. Αλλά τώρα, πέρα από το ότι έχει περάσει πολύς καιρός από εκείνο το ανέβασμα, πέραν του ότι το κάνει ο Θέμης Μουμουλίδης που τον αγαπώ πολύ και ένας θίασος που είναι πραγματικά φοβεροί όλοι, νομίζω ότι έχει να κάνει και πολύ με την εποχή, δηλαδή αισθάνομαι ότι αυτή τη στιγμή αυτό το έργο είναι κάπως απαραίτητο. 

Η ματιά του Θέμη Μουμουλίδη πάνω στο έργο πού επικεντρώνεται;

Νομίζω ότι τον αφορά ακριβώς αυτή η σύγκρουση των δύο κόσμων. Λέει κάτι πολύ ωραίο ο Steiner στην Αντιγόνη του, ότι η Αντιγόνη είναι η αφροσύνη της καλοσύνης που αντιτίθεται στην φαύλη αφροσύνη της φιλοδοξίας, που είναι ο Κρέων. Ας πούμε ότι και στα δύο πρόσωπα μιλάμε για τιτάνια μεγέθη, δύο πρόσωπα που συγκρούονται. Απλώς το ένα είναι στραμμένο προς το καλό και το άλλο είναι στραμμένο προς το κακό. Νομίζω ότι αυτό αφορά πολύ τον Θέμη και νομίζω ότι τον αφορά να μπορεί να κάνει κάποιος βλέποντας την παράσταση συσχετισμούς με αυτό που ζούμε τώρα, με τον κόσμο της τεχνολογίας που έρχεται, με το μέλλον, με ένα μέλλον που κάπως ξεχνάει τον άνθρωπο.

Διαβάζοντάς το λες πόσο σημερινό είναι, σαν από μόνο του το έργο σε κάποιες εποχές να ταυτίζεται με κάποια θέματα που προφανώς μας απασχολούν. Οπότε νομίζω ότι προσπαθώντας να μπεις στον πυρήνα του, ίσως αρκεί καμιά φορά ώστε να κάνει ο θεατής τις αναγωγές του. Γιατί ο κόσμος του Κρέοντα θα μπορούσε να είναι ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, θα μπορούσε να είναι ένα καθεστώς, ας πούμε ηγεμονίας, όπως είναι αυτό στο έργο και θα μπορούσε να είναι και μια εταιρία με έναν απόλυτο άρχοντα. Δηλαδή οι αναγωγές που κάνεις είναι σε σχέση με το τι σημαίνει ένας άνθρωπος που ελέγχει επί της ουσίας από τη μια στιγμή στην άλλη τα πάντα σε μια πόλη και που προέρχεται από ένα καθεστώς πολέμου, γιατί μιλάμε ότι μόλις έχει τελειώσει ο πόλεμος.

 

 

Γυρίζοντας στο “Prima Facie” που θα το δούμε και του χρόνου επί σκηνής, πες μου λίγα λόγια για το πώς βούτηξες σε αυτή την ιστορία.

Όταν έκανα την Κατερίνα είχα πει ότι επειδή ήταν πάρα πολύ έντονη εμπειρία αυτή που ζήσαμε με τον Γιώργο Νανούρη και επειδή με έναν τρόπο καθόρισε και τη ζωή μας και τη δουλειά μας και αυτό που λέμε καριέρα τέλος πάντων ή όπως το λέμε, έλεγα ότι δεν θα ξανακάνω μονόλογο. Είναι πάρα πολύ έντονη διαδικασία, είναι φοβερή δοκιμασία για τον ηθοποιό, αλλά είναι και ένα πολύ συγκεκριμένο πράγμα και επειδή το ζήσαμε τόσο έντονα και τόσο ωραία, έλεγα δεν θέλω. Όταν όμως μου το πρότεινε ο Γιώργος Οικονόμου, το διάβασα και λέω αυτό είναι χρέος μου, δεν γίνεται να μην το κάνω.

Nομίζω ότι αυτό είναι η τεράστια επιτυχία του έργου, κάποιος μου έλεγε στην πρόβα: «Στο Prima Facie είναι σαν να κάνεις Αντιγόνη και Κρέοντα μαζί» και λέω αυτή είναι η επιτυχία του έργου. Επειδή ξεκινάει από τη δυναμική πλευρά, σου επιτρέπει να ταυτιστούν και τα ναρκισσιστικά σου κομμάτια με την ηρωίδα. Οπότε ουσιαστικά όταν έρχεται η πτώση, μπορείς απλά να δεις ότι αυτό μπορεί να συμβεί στον κάθε άνθρωπο, δηλαδή μπορεί από τη μια στιγμή στην άλλη κάτι που θεωρούσες δεδομένο να αλλάξει. Στην αρχή, οι θεατές έρχονταν τελείως αθώοι, μπορούσαν να γελάσουν με τα αστεία, μετά έρχονταν λίγο πιο ενημερωμένοι και όλα τα αστεία μου στην αρχή έπεφταν στο κενό.

Αυτό που προσωπικά με άγγιξε είναι ότι καμιά φορά λέμε για την προσωπικότητα του κάθε ανθρώπου, το πόσο δυναμικός μπορείς να είναι και βλέπεις αυτή τη γυναίκα τόσο δυναμική, να διεκδικεί και εντός του συστήματος, τελικά να βρίσκεται στη θέση του αδύναμου μπροστά σε αυτό.

Μα γι’ αυτό νομίζω ότι έχει ενδιαφέρον. Αλλάζει θέση από τη μια μέρα στην άλλη, είναι τόσο απλό. Εμένα μου φαίνεται πάρα πολύ ωραίο και πάλι κοινό με την Αντιγόνη, το ότι όταν ας πούμε στο τέλος αυτή βρίσκει τη φωνή της και το λέει επί της ουσίας ότι είναι κάπως χαμένο, γιατί δεν υπάρχουν οι ένορκοι, αλλά δεν έχει να κάνει γιατί δεν την αφορά. Από ένα σημείο και μετά το πιο συγκινητικό είναι ότι σαν να βρίσκει τον πυρήνα της, σαν να μην έχει να κάνει ούτε με το πρόσωπο, ούτε με κανενός είδους εξουσία, ούτε με τους δικαστές, ούτε με την οικογένειά της. Βρήκε τη φωνή της και δεν την νοιάζει αν τα λέει μπροστά στους ενόρκους, τη νοιάζει μόνο ότι μπορεί και τα αρθρώνει. Στην Αντιγόνη από τη στιγμή που του λέει ότι το ήξερα πως θα πεθάνω, δεν περίμενα τη διαταγή σου, μέσα από την πράξη κάπως σαν να πατάει στα πόδια της.

Το ότι το αρθρώνει σημαίνει ότι το συνειδητοποιεί κιόλας;

Σύμφωνα με τη δική μας σκηνοθεσία, γιατί παίζεται σε 30 χώρες το έργο- για μένα εκείνη τη στιγμή το συνειδητοποιεί. Δηλαδή όταν μιλάει στο κοινό, στο τέλος είναι σαν να βρίσκει ένα φως. Δεν θα είναι ποτέ η ίδια μετά από αυτό που λέει, ότι εγώ είμαι εδώ και δεν θα το βάλω κάτω. Θα αλλάξει μεριά, δηλαδή η ζωή της από κει και πέρα για μένα είναι αλλιώς. Είναι λες και βρίσκει τον εαυτό της.

Προς ποια κατεύθυνση πιστεύεις θα άλλαζε;

Εγώ φαντάζομαι ότι θα γινόταν ακτιβίστρια μετά από αυτό. Είναι σαν να της ανοίγει το μυαλό.

Θα άφηνε την υπεράσπιση γυναικών που έχουν υποστεί αυτό που εκείνη πια έχει βιώσει;

Μπορεί να αναλάμβανε μόνο αυτή την υπεράσπιση, γιατί όπως βλέπουμε στην αρχή, δεν αναλαμβάνει μόνο αυτή αλλά και τους θύτες. Εμένα μου αρκεί λέει που το έκανα.

 

 

Το «Όσα παίρνει ο άνεμος» δεν απομακρύνεται πολύ από όλα αυτά μέσα από μία άλλη ιστορία και εποχή βέβαια.

Το «Όσα παίρνει ο άνεμος» κάνει έναν ωραίο διάλογο και για μένα το πιο αποκαλυπτικό είναι ότι έχουν γαλουχηθεί γενιές και γενιές ανθρώπων, γυναικών μαθαίνοντας ότι πρέπει να λένε όχι για να σημαίνει ναι. Κι αυτό αν το βάλεις σε διάλογο με το “Prima Facie”, είναι πολύ ενδιαφέρον. Δηλαδή, το γεγονός ότι η Σκάρλετ όλες τις φορές που θέλει λέει όχι, γιατί έτσι είναι η εποχή, γιατί αυτό είναι το ρομαντικό ας πούμε. Ολόκληρες γενιές γαλουχήθηκαν έτσι.

Δεν νιώθεις ότι έχουν μείνει πολλοί στην επιφάνεια του ότι πρόκειται για μια ερωτική ιστορία; Είναι σαν να έχει επιβιώσει αυτό το έργο με τους περισσότερους να λένε πόσο ρομαντική ιστορία είναι.

Για μένα δεν είναι τυχαίο ότι γίνεται ένας μεγάλος διάλογος σε σχέση με τη δουλεία και με τον αντιπολεμικό του χαρακτήρα και είναι κάπως σαν αυτά και χάρη στην ταινία ή εξαιτίας της ταινίας, όπως θες πάρ’ το, να τα βάλαμε στην άκρη, και αυτό νομίζω ότι έχει να κάνει με την εποχή και την ανάγκη που έχει αυτή η εποχή. Ουσιαστικά το έργο μιλάει σε μια εποχή πάρα πολύ σκληρή, για τον αμερικάνικο Νότο, για αυτό που συνέβη στον εμφύλιο, αλλά και για μια ηρωίδα η οποία για μένα, ενώ βλέποντας την ταινία με την υπέροχη, ασύγκριτη Βίβιαν Λι, είχα μια αίσθηση ότι μιλάμε για μια κάπως αδίστακτη μεν, αλλά ρομαντική δε, διαβάζοντας το μυθιστόρημα είναι σχεδόν αντιηρωίδα, δεν είναι καθόλου καλό παιδί ή εν πάση περιπτώσει, επειδή δεν το πιστεύω αυτό σαν όρο, οι συνθήκες της ζωής της και ο τρόπος που αναγκάζεται να επιβιώσει την κάνουν να γίνεται από ένα κορίτσι που έχει μεγαλώσει στα πούπουλα από τη μια στιγμή στην άλλη τα παίρνει όλα ο άνεμος και γίνεται μια γυναίκα, η οποία προκειμένου να επιβιώσει κάνει τα πάντα.

Μέσα σε αυτό ζει αυτόν τον πάρα πολύ έντονο έρωτα με τον Ρετ Μπάτλερ, ο οποίος επίσης όμως είναι ένα πολύ δίσημο πρόσωπο. Διαβάζοντας το μυθιστόρημα ανακάλυψα το μέγεθος της λογοτεχνίας με έναν τρόπο που το είχα υποτιμήσει λόγω της ταινίας ή λόγω της φήμης του. Θεωρούσα κι εγώ ότι είναι μια ρομαντική ιστορία. Διαβάζοντας το μυθιστόρημα όμως είδα ότι είναι πολλά παραπάνω πράγματα και υπάρχει στη διασκευή ένα ενδιαφέρον κομμάτι, το οποίο το λέει η φοβερή Ίντρα Κέιν για τον αμερικάνικο Νότο σε σχέση με τους μαύρους και με το πώς εξελίχθηκε η ιστορία τους, το οποίο είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον γιατί το φέρνει στο σήμερα. Είναι σαν παράβαση στην παράσταση και για μένα έχει πολύ ενδιαφέρον ο διάλογος που κάνει η διασκευή με το τότε και το τώρα. Δηλαδή αν με ρωτάς ποιο είναι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο, θα σου έλεγα αυτό.

 

 

Άρα η εποχή που παρουσιάζεται το κάθε έργο επηρεάζει το πού θα κάτσει η μπίλια, το πού θα σταθείς;

Εννοείται. Για μένα, όσο και να λες ότι διαβάζω κάτι και δεν επηρεάζομαι από την εποχή μου, δεν γίνεται γιατί εμείς στην εποχή μας ζούμε, την εποχή μας οσμιζόμαστε, βλέπουμε. Οπότε για μένα το φίλτρο μέσα από το οποίο το διαβάζεις είναι αναγκαστικά η εποχή σου. Απλώς το πώς αντιλαμβάνεται ο καθένας από εμάς την εποχή του, είναι μια μεγάλη συζήτηση.

Επίσης, δουλεύοντας επειδή εγώ θέλω να δουλεύω βιωματικά, δηλαδή να προσπαθώ να δουλεύω ελεύθερα ή τουλάχιστον σε ένα αρχικό στάδιο των προβών να αφήνω τον εαυτό μου να κάνει τους συνειρμούς του, ένιωσα ότι δεν θα μπορούσα να πάω προς μια άλλη κατεύθυνση και μάλιστα κάπως ενώ στην αρχή όταν μου το πρότεινε η Ιόλη Ανδρεάδη σκέφτηκα ότι εγώ δεν είμαι αυτό που θα έλεγε κανείς μοιραία. Δεν θεωρώ δηλαδή ότι είμαι έτσι. Μετά κάπως κατάλαβα την επιλογή, με την έννοια ότι προφανώς και για να πάρει εμένα ήθελε να πάει προς κάτι ας πούμε ενδεχομένως λιγότερο ρομαντικό και πιο ευθύ, το πρόσωπο που ας πούμε με έναν τρόπο διαμορφώνει τον άνεμο και διαμορφώνεται και από αυτόν. Είναι ένα πρόσωπο που παίρνει τις αποφάσεις του εξ ανάγκης ανάλογα με το πού θα κάτσει η μπίλια, αυτό που λες, είναι ένα πρόσωπο που θα τα καταφέρει με έναν τρόπο.

 

 

Πιστεύεις όμως ότι υπάρχει αυτή η κατηγοριοποίηση στην πραγματικότητα; Αυτό που λες ότι εκ πρώτης δεν κατάλαβες γιατί σε διάλεξε.

Δεν ξέρω αν υπάρχει στην πραγματικότητα, αλλά στο μυαλό κάποιων σκηνοθετών και παραγωγών υπάρχει. Αν μου πεις αν υπάρχει πρότυπο ομορφιάς, μπορεί να μην υπάρχει στο δικό μου το μυαλό, στο δικό σου, αλλά σίγουρα σε αυτούς που ορίζουν τα πράγματα, τους παραγωγούς, τους σκηνοθέτες, τα κανάλια υπάρχει. Το πόσο εμείς αντιστεκόμαστε σε αυτό ή το πόσο ας πούμε υπάρχει χώρος όσο περνάνε τα χρόνια να ανοίξουν λίγο αυτά τα πράγματα και να μην είναι έτσι, αυτό είναι μια συζήτηση. Αυτό είναι μια μεγάλη συζήτηση και σε σχέση με τη γυναίκα και την ηλικία, γιατί σου λένε ότι η γυναίκα γερνάει, ενώ ο άντρας ωριμάζει ωραία.

 

 

Πώς λειτουργεί για σένα η γνωριμία με τον δημιουργό στη διαδικασία της προετοιμασίας μιας παράστασης όπως έγινε στην περίπτωση του “Prima Facie” με την Suzie Miller; Απαντήθηκαν ερωτήματα που μπορεί να είχες; 

Το πιο έντονο που έχω συναντήσει στη δουλειά σε σχέση με αυτό είναι με την Κατερίνα που ήταν αληθινή ιστορία. Εκεί ήτανε διπλό το συναίσθημα δηλαδή από τη μία είχα την πηγή δίπλα μου, από την άλλη είχα και ένα φοβερό δέος το πώς να το αντιμετωπίσω αυτό το πράγμα και πώς θα γίνει, να μην προδώσω την εμπιστοσύνη του ανθρώπου που μου εμπιστεύτηκε την οικογένειά του. Με έναν τρόπο αυτό έμοιαζε και στην περίπτωση της Suzie. Καταρχάς είναι φοβερό άτομο και είναι πολύ ωραίο να συζητάς μαζί της. Είναι φοβερά ευφυής άνθρωπος και φαίνεται και από το έργο αυτό. Μου έκανε βέβαια εντύπωση γιατί είναι δύσκολο να ταυτίσεις το έργο με τη συγγραφέα. Αισθανόμουν ένα δέος ότι αυτή έγραψε αυτό που έχω στα χέρια μου και όταν ήρθε στην πρεμιέρα ήλπιζα να της αρέσει.

Από την άλλη όταν δεν έχεις το πρόσωπο απέναντί σου, βασίζεσαι κυρίως στις αναλύσεις, αυτά που διαβάζεις, αυτά που το ακολουθούν. Αυτά τα έργα έχουν και τη μυθολογία τους. Δηλαδή για την Αντιγόνη έχουν γραφτεί άπειρα πράγματα. Οπότε κάθε φορά προσπαθείς να είναι σαν να τον γνωρίζεις.

Ωστόσο για το “Prima Facie” δεν είχα πολλά ερωτήματα, το ίδιο το έργο είναι τόσο πολύπλοκο και ολοκληρωμένο που απαντάει τα ερωτήματά του. Είχα ερωτήματα περισσότερο σχετικά με τον τρόπο που το έγραψε, με τις δικές της εμπειρίες, με την εμπειρία της ως δικηγόρος, με το να τη γνωρίσω ως άνθρωπο. Η ίδια είναι δικηγόρος στην Αυστραλία. Zούσε πολλά χρόνια εκεί κι υπερασπιζόταν γυναίκες, έβλεπε πολλά χρόνια τον τρόπο που τις αντιμετώπιζαν και έτσι προέκυψε και η ανάγκη της να το γράψει. Έχει γράψει κι άλλο έργο για μια δικαστίνα που θα κάνει πρεμιέρα στο Λονδίνο το καλοκαίρι, οπότε θα πάμε.

Υπάρχει η σκέψη να καταπιαστείτε και με αυτό;

Όχι, αλλά εγώ θα ήθελα να το πάμε και στην επαρχεία να σου πω την αλήθεια. Τώρα χαίρομαι πολύ που θα το κάνουμε με την Αντιγόνη αλλά γενικά πιστεύω ότι το κομμάτι της περιοδείας που πέραν του ότι κάπως για μένα είναι και χρέος, είναι ωραίο να ταξιδεύουμε με τη δουλειά μας και νιώθω ότι κι εμείς παίρνουμε πάρα πολύ μεγάλο κομμάτι πίσω, γιατί πραγματικά ο τρόπος που προσλαμβάνει την παράσταση κάποιος που δεν βλέπει τόσο συχνά θέατρο, καμιά φορά είναι πολύ πιο καθαρός.

Ένα από τα θέματα που με απασχολούσε πολύ πριν έρθει το “Prima Facie” στα χέρια μου, είναι το κατά πόσο έχει πραγματικά νόημα και κατά πόσο όλο αυτό που κάνουμε είναι μάταιο. Είναι ένα story στο Instagram ας πούμε; Mένει κάτι; Μένει κάτι στον θεατή ή εμείς βγάζουμε την ψυχή μας και ο άλλος απλώς βγάζει μια φωτογραφία την αφίσα και αυτό είναι γι’ αυτόν; Και αυτό εμένα κάπως μέσα μου με σκότωνε. Όπως βλέπω τα πράγματα να εξελίσσονται και αυτή την ταχύτητα που γίνονται όλα, το πώς ας πούμε ακόμα και σ’ εμάς που ασχολούμαστε με αυτή τη δουλειά, έχει μειωθεί η δυνατότητά μας να είμαστε συγκεντρωμένοι για μεγάλο χρονικό διάστημα. Όλα αυτά τα σκεφτόμουν κι έλεγα έχει κάποιο νόημα; Οπότε είναι σαν αυτό το έργο να ήρθε να μου απαντήσει και γι’ αυτό λέω και ότι θέλω να το πάω στην επαρχία. Γιατί θα ήθελα να επικοινωνηθεί αυτό το θέμα. Νιώθω δηλαδή ότι γεννάει συζητήσεις και συναισθήματα που έχουμε πολύ ανάγκη.

 

 

Φαντάζομαι πήρες σίγουρα μεγάλο feedback από το κοινό, θα μοιράστηκαν μαζί σου ιστορίες παρόμοιες με εκείνη της Tessa Ensler. Aν σου έλεγα να ξεχωρίσεις κάτι, τι θα έλεγες; Αυτό που ενδεχομένως σε συγκίνησε περισσότερο ή κάτι που να σου άνοιξε μια πτυχή που ενδεχομένως δεν την είχες σκεφτεί σε αυτήν τη διαδικασία.

Κοίτα, καταρχάς πολλοί άνθρωποι μου έγραψαν πολλά προσωπικά τους πράγματα, που ούτως ή άλλως ήταν πολύ συγκινητικό. Μετά οργανώθηκαν κάποιες συζητήσεις γύρω από το θέμα από την παραγωγό μας που είναι Αυστραλή και φίλη της συγγραφέως και σε μία συζήτηση μίλησε μία κοπέλα η οποία είπε ότι είχε παρόμοια εμπειρία. Ήταν πολύ σοκαριστικό γιατί ήταν μπροστά σε κόσμο και ήταν η πρώτη φορά που το είπε ανοιχτά μετά το έργο. Το άλλο που για εμένα ήταν σοκαριστικό, ήταν ότι πάρα πολλοί άνθρωποι βγαίνοντας έλεγαν ότι αρχίζω και εγώ και σκέφτομαι μήπως κάποια πράγματα που τα είχα υποτιμήσει στη ζωή μου τελικά έπρεπε να τους είχα δώσει άλλη σημασία. Γιατί το έργο νομίζω ότι είναι γραμμένο σε αυτή τη λεπτή ισορροπία, σε αυτή την γκρίζα ζώνη που μπορεί κάποιος να ζήσει κάτι παρόμοιο και να το υποτιμήσει μέσα του. Για μένα είναι και το άλλο, όταν λέει αυτή τη φράση ότι πριν μερικά χρόνια σε δικαστήρια όπως αυτό εδώ, ο βιασμός μέσα σε έναν γάμο δεν θεωρούταν καν βιασμός και εκεί έβλεπες πώς αντιδρούσαν πολλές γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας, που ξέρεις τι έχουν ζήσει οι παλαιότερες γενιές. 

Τι συνδέει στην πραγματικότητα τις τρεις ηρωίδες που συνάντησες φέτος θεατρικά (Tessa Ensler, Σκάρλετ Ο’Χάρα, Αντιγόνη);

Nομίζω ότι η Αντιγόνη με το “Prima Facie” έχουν πάρα πολλά κοινά. Την αντίσταση σε μια εξουσία, την ανάγκη του να αρθρώσεις ένα λόγο, ακόμα κι αν βρίσκεσαι στην ευάλωτη πλευρά, το πώς ας πούμε μια πράξη μπορεί να σε κάνει να βρεις τον πυρήνα σου και κυρίως στο θέμα της δικαιοσύνης και του ανθρώπου, του ανθρώπινου ποινικού δικαίου και του νόμου. Παρόλα αυτά είναι πολύ διαφορετικός ο τρόπος, γιατί ένα σύγχρονο έργο έχει μια άλλη δομή και μία άλλη γλώσσα.

Ένα από τα βασικά θέματα της Αντιγόνης είναι και η ποίηση, η οποία καλείσαι να διαχειριστείς, την οποία θεωρώ ότι έχουμε πολύ ανάγκη στην εποχή μας. Δηλαδή η ποίηση είναι κάτι στο οποίο εγώ επιστρέφω, είναι παρηγοριά και κάπως είναι και πολύ ωραίο να γίνεσαι φίλτρο και μέσα από σένα να μεταφέρεται στον κόσμο. Από εκεί θα πιανόμουν και για το «Όσα παίρνει ο άνεμος», από την ποίηση της ιστορίας, γιατί και εκεί θεωρώ ότι μπορεί να μην είναι ο λόγος έτσι, αλλά τα πρόσωπα και η πολυπλοκότητά τους και ο τρόπος που περιγράφονται έχουν μια άλλου είδους ποίηση. Και επίσης το γεγονός ότι μιλάμε και για μία πολεμική στιγμή. Με έναν τρόπο και τα τρία έργα είναι αντιπολεμικά. Αυτό είναι το δώρο σε έναν ηθοποιό, όταν έχεις μεγάλα έργα στα χέρια σου δεν υπάρχει περίπτωση να μη βρεις κάτι που να σε αφορά ή κάτι που να θες να πεις μέσα από αυτά. Αυτό είναι η τύχη και αυτό είναι η απάντηση στο ερώτημά μου, αν είναι όλα story. Αναγκαζόμαστε να μην ξεχνάμε την πλευρά της ποίησης, να μην ξεχνάμε το διάβασμα, να μην ξεχνάμε το ότι ας πούμε πέντε ώρες τη μέρα κλείνεις το κινητό σου στην πρόβα.

 

 

Τι σου δίνει ελπίδα στο τώρα;

Κοίτα, γενικά πιστεύω ότι διανύουμε πολύ δύσκολη εποχή. Ελπίδα μου δίνουν τα παιδιά μου κι ότι βλέπω ότι όταν γεννιέται ένας άνθρωπος, η φύση του είναι καλή, γεννιέται καλός. Τώρα τι συμβαίνει μετά δεν ξέρω, αλλά τα παιδιά νομίζω μου δίνουν ελπίδα. Γενικά τα παιδιά. Πώς θα μεγαλώσουν βέβαια δεν ξέρω.

Μιας και ανέφερες την Κατερίνα που ήταν σταθμός στη διαδρομή σου, απολογισμούς κάνεις;

Παλαιότερα πιο πολύ, τώρα δεν κάνω. Κάπως δηλαδή πιστεύω ότι είναι όλο μια διαδρομή και δεν έχει πολύ νόημα. Δεν έχει νόημα γιατί ούτως ή άλλως το ένα τροφοδοτεί το άλλο. Νιώθω ότι ακόμα και αν τελειώσει κάτι, ποτέ δεν είναι μόνο του. Γι’ αυτό και δεν πιστεύω τόσο στην επιτυχία και την αποτυχία. Πιστεύω ότι είναι όλα μέρος μιας διαδρομής και ότι κάπως αν δεν υπήρχε το ένα δεν θα υπήρχε το άλλο.

Δεν το λέω τόσο με το να βάλεις το θετικό ή το αρνητικό πρόσημο αλλά γυρίζοντας πίσω στις σκέψεις που είχες τότε σπουδάζοντας στο Θέατρο Τέχνης, τι εικόνα είχες για τη δουλειά και πώς σκεφτόσουν την πορεία;

Τώρα που ερχόμουν εδώ το σκεφτόμουν γιατί τον Μπλε Παπαγάλο τον θυμόμουν από τότε, με γύρισες πίσω στην Πειραματική που δούλευα μόλις είχα τελειώσει τη σχολή, τότε που ήμουν 22 χρονών και τώρα θα γίνω 40 και δεν μου φαίνεται σαν να έχει περάσει τόσος καιρός. Περνάει πάρα πολύ γρήγορα.

Αυτό σε τρομάζει ή σε χαροποιεί;

Με τρομάζει. Τώρα που μεγαλώνουν και οι γονείς μου με τρομάζει ακόμα περισσότερο. Βλέπω ότι περνάει πολύ γρήγορα και πόσο γρήγορα μεγαλώνουν τα παιδιά και δεν ξέρω αν έχουμε την ψυχραιμία να χειριζόμαστε όλες τις στιγμές όπως θα έπρεπε. 

 

 

Σε αυτό η δουλειά τι ρόλο παίζει τελικά; Βοηθητικό ή όχι;

Δεν ξέρω. Η δουλειά σε βοηθάει να διαστέλλει κάπως το παρόν. Από την άλλη, ζώντας πάρα πολύ μέσα στη δουλειά, χάνεις και λίγο το πραγματικό παρόν. Δηλαδή από τη μία έχω ζήσει φοβερές συγκινήσεις μέσα στη δουλειά και έχω βρει τρόπο να σκεφτώ δικά μου πράγματα γιατί ούσα ανοιχτή ως προς τη διαδικασία επιτρέπω να κάνω συνειρμούς και να σκέφτομαι δικά μου πράγματα. Αλλά σκέφτομαι καμιά φορά ότι δεν ξέρω αν μπορώ να κάνω το ίδιο στην καθημερινότητά μου ή αν χάνω πολύτιμο χρόνο από την οικογένειά μου.

 

 

*Ευχαριστούμε για τη φιλοξενία τον Μπλε Παπαγάλο (Λεωνίδου 31, Αθήνα)

 

Info

«Όσα Παίρνει ο Άνεμος» | Δημοτικό Θέατρο Πειραιά

Αντιγόνη | Περιοδεία σε όλη την Ελλάδα από τις 28/6