“In brightest day, in blackest night, no evil shall escape my sight. Let those who worship evil’s might beware my power…Green Lantern’s light!”
Από τον Άλαν Σκοτ μέχρι την Τζέσικα Κρουζ, τον Σάιμον Μπαζ και πιο πρόσφατα την Σοτζούρνερ Μούλιν, οι Green Lanterns – ή Πράσινοι Φανοί αν διαβάζατε παλαιότερα τις ελληνικές μεταφράσεις των κόμιξ – είναι διαγαλαξιακοί αστυνομικοί, στους οποίους δίνεται και από ένας τομέας για να προστατεύουν από τις διαστημικές απειλές. Ο Τομέας 2814 είναι το δικό μας ηλιακό σύστημα και παραδοσιακά κάθε Τομέα τον προστατεύει ένας Lantern, αλλά επειδή μιλάμε για κόμιξ που θα κυκλοφορούν σε συνέχειες μέχρι να σβήσει ο ήλιος, ο 2814 είναι από εκείνες τις εξαιρέσεις όπου έχουν υπάρξει παραπάνω από ένας Green Lantern. Το όπλο τους είναι ένα δαχτυλίδι που μπορεί να δημιουργήσει ό,τι φανταστούν και πυροδοτείται με τη δύναμη της θέλησής τους. Από πάντα, παραδοσιακά ο Lantern της Γης είναι ο Χαλ Τζόρνταν και εκείνος που οι περισσότεροι σκέφτονται όταν ακούνε το όνομα του χαρακτήρα… εκτός και αν μεγαλώσατε βλέποντας Justice League και Justice League Unlimited στις αρχές της δεκαετίας του 2000, οπότε κατευθείαν φαντάζεστε τον Τζον Στιούαρτ όταν ακούτε το όνομα. Η σειρά Lanterns φέρνει κοντά, ίσως πιο κοντά από ποτέ, αυτούς τους δύο ήρωες και τους βάζει να συνεργαστούν μαζί, καθώς ήρθε η στιγμή ο Χαλ να κρεμάσει το δαχτυλίδι του και ο Τζον να τον διαδεχθεί, κάτι που όμως ο Χαλ δεν προθυμοποιείται να κάνει, οπότε προσπαθεί να κάνει μίζερη την εκπαίδευση του Τζον με κάθε ευκαιρία.
Από πριν την κυκλοφορία του Superman, δηλαδή από το Creature Commandos και το Peacemaker, ο Τζέιμς Γκαν δέχεται αρνητικές κριτικές για τον τρόπο που διαχειρίζεται το DC Universe, με τις περισσότερες να θέλουν την επιστροφή του Ζακ Σνάιντερ και άλλους απλά να μην έχουν αποδεχθεί ακόμα πώς λειτουργούν οι μεταφορές στη μικρή και μεγάλη οθόνη και να γκρινιάζουν επειδή δεν βλέπουν ακριβώς αυτό που έχουν στο μυαλό τους και αρνούνται να αξιολογήσουν νηφάλια τα νέα έργα. Προσωπικά, μέχρι στιγμής έχω παρακολουθήσει ό,τι συνδέεται με το νέο DC Universe και δεν έχει υπάρξει πρότζεκτ που να έχω περάσει άσχημα ή να θεωρώ αφάνταστα άθλιο, και ναι εννοώ ακόμα και το Supergirl το οποίο όλοι το θάβουν.
Έτσι, με το ίδιο ριζοσπαστικό ύφος έρχεται και το Lanterns, το οποίο αφήνει την αστερόσκονη του διαστήματος, παρατάει τις επικές μάχες και προσγειώνεται στη βρομιά και το χώμα μιας μικρής επαρχιακής πόλης της Αμερικής, με πρωταρχικό σκοπό να δημιουργήσει ένα ψυχολογικό πορτραίτο των δύο πρωταγωνιστών εξερευνώντας το παρελθόν τους, όσο εκείνοι θα πρέπει να ξεσκεπάσουν μια εξωγήινη πλεκτάνη πριν να είναι αργά.


Δεν ξέρω αν είναι λόγω του μπάτζετ της σειράς, τις κριτικές ότι πολλά από τα έργα του νέου DCU φέρουν έντονα την ταυτότητα του Τζέιμς Γκαν και παραπέμπουν στα Guardians of the Galaxy, ή είναι απλά μια ακόμα καλλιτεχνική επιλογή, πάντως καταλαβαίνω ότι πολλοί θα ξεκινήσουν τη σειρά περιμένοντας να δουν κάτι αντίστοιχο αυτού που βλέπαμε στο Justice League το 2001 ή διαβάζουμε στα κόμιξ, αλλά το Lanterns αρνείται πεισματικά να μας το δώσει. Τόσο πεισματικά που όντως σε πείθει πως τελικά πρόκειται για καλλιτεχνική επιλογή και όχι ένας εύκολος τρόπος να φτιάξεις κάτι πιο φθηνά, επειδή δεν χρειάζεται τόσα ειδικά εφέ όσα είναι αναμενόμενο από ένα super hero σόου, με αποτέλεσμα το Lanterns να έχει πιο πολλά κοινά με σειρές όπως το True Detective παρά μια οποιαδήποτε άλλη διαστημική όπερα.
Υπάρχει ένας κυνισμός στην καρδιά του Lanterns, κάτι που όμως δεν το κάνει φτωχό και δεν οφείλεται στην έλλειψη φαντασίας, αλλά είναι το φυσικό αποτέλεσμα ενός ήρωα, του Χαλ Τζόρνταν, που κάνει αυτή τη δουλειά τόσα χρόνια ώστε να έχει χάσει τον ρομαντισμό της και την ηρωική αίγλη που είχε στην αρχή της καριέρας του. Τώρα, που καλείται να λύσει έναν φόνο στο τελευταίο μέρος που κανείς θα περίμενε να δει έναν Green Lantern ενώ ταυτόχρονα τον έχουν αναγκάσει να εκπαιδεύσει τον διάδοχό του, αυτός ο κυνισμός θα ανθίσει πικρά αγκάθια που κάνουν τον άλλοτε γοητευτικό ήρωα απρόσιτο και σκληρό, κάτι που επιβεβαιώνεται και υπογραμμίζεται από flashbacks και στιγμιότυπα του Χαλ όταν ήταν νεότερος και λιγότερο κυνικός.
Για να γίνει κανείς Green Lantern πρέπει να είναι ατρόμητος, αλλά τι σημαίνει να είσαι ατρόμητος; Είναι μια παράλογη αδιαφορία για τη ζωή σου ή να έχεις το θάρρος να επιτρέψεις στον εαυτό σου να φοβάται και να το ξεπερνάς; Και πώς κάποιος μπορεί να είναι ατρόμητος όταν μια κοινωνία μαθαίνει στις μειονότητες αυτού του κόσμου να φοβούνται με κάθε τους αναπνοή; Αυτοί οι άνθρωποι έχουν τις ίδιες ευκαιρίες να φορέσουν το δαχτυλίδι;

Το Lanterns μπορεί να μην έχει επικές σκηνές μάχης, αλλά έχει φιλοσοφικά ερωτήματα βαθιά ριζωμένα στις αδικίες αυτού του κόσμου, ερωτήματα που παρακινούν τους πρωταγωνιστές να ψάξουν τις απαντήσεις που θα τους διαμορφώσουν και θα τους εξελίξουν. Ο λόγος που μου είναι αδιάφορο που δεν έχει μάχες, είναι γιατί πήρα καλογραμμένους χαρακτήρες με υπόσταση και βάθος. Είναι δεδομένο ότι οι CGI μάχες θα ακολουθήσουν κάποια στιγμή στο μέλλον, είτε στην περίπτωση που βγει δεύτερη σεζόν είτε σε κάποια ταινία, και όταν θα ακολουθήσουν θα νοιαζόμαστε για τους χαρακτήρες που πολεμάνε επειδή αυτή η πρώτη σεζόν έκανε όλη τη δουλειά για να δώσει τις σωστές βάσεις. Η «βάση» είναι η λέξη κλειδί για να κατανοήσουμε την καρδιά του Lanterns. Από πού προέρχονται οι δύο πρωταγωνιστές και ποια είναι τα διαφορετικά μονοπάτια που τους οδήγησαν στο ίδιο σημείο; Ο Κάιλ Τσάντλερ και ο Άαρον Πιερ δεν πρωταγωνιστούν απλά, αλλά λάμπουν στους ρόλους τους όσο και ο φανός που χρησιμοποιούν για να φορτίσουν το δαχτυλίδι τους, προσφέροντάς μας την καλύτερη χημεία που έχουμε δει μέχρι στιγμής στο νέο σύμπαν της DC. Δεν χόρταινα τις σκηνές που είχαν μαζί και τις ατάκες που διαδέχονταν η μία την άλλη με αστραπιαίο ρυθμό και όταν αυτοί οι ηθοποιοί είχαν ξεχωριστές σκηνές, ανυπομονούσα συνεχώς να τους δω ξανά μαζί.
Ο Άαρον Πιέρ υποδύεται τον Τζον, ο οποίος στην αρχή της σειράς – εξαιτίας της εκπαίδευσης που τον είχαν υποβάλει οι γονείς του από παιδική ηλικία ώστε να έχει την ευκαιρία να γίνει ο επόμενος Green Lantern – θυμίζει ένα καλολαδωμένο ρομπότ, ικανό να εκτελέσει οποιαδήποτε αποστολή και που δεν διαφέρει σε πολλά πράγματα από τον Πράκτορα 47 της σειράς Hitman. Όταν όμως σκάβουμε στο παρελθόν του, ανακαλύπτουμε ένα παιδί που το μόνο που ήθελε να κάνει ήταν να ζωγραφίζει, το οποίο οι γονείς του, για να του δώσουν καλύτερες ευκαιρίες, μετέτρεψαν σε έναν στρατιώτη που θα μπορεί να τις διεκδικήσει. Το μόνο που δεν μου αρέσει με το παρελθόν του Τζον δεν έχει να κάνει με το σενάριο της σειράς, αλλά με τις επιλογές που έχουν γίνει για τον χαρακτήρα εδώ και είκοσι πέντε χρόνια. Όταν δημιουργήθηκε ο Τζον Στιούαρτ τη δεκαετία του ’70, ήταν μια αντιεξουσιαστική φιγούρα και ενεργός ακτιβιστής για τα δικαιώματα των μαύρων της Αμερικής. Από το 2001 όμως, όταν κυκλοφόρησε το Justice League, ο Μπρους Τιμ αποφάσισε να τον απομακρύνει από τα πρότυπα των Μαύρων Πανθήρων και να τον μετατρέψει σε έναν πρώην πεζοναύτη. Αυτή την κίνηση, να πάρεις έναν ακτιβιστή και να τον μετατρέψεις σε ένα όργανο του συστήματος που πολεμάει, πάντα την έβρισκα κακιά επιλογή για έναν τέτοιο χαρακτήρα, αλλά τώρα αυτό έχει γίνει κανόνας. Στη σειρά, προσπαθούν να συμφιλιώσουν τις δύο διαφορετικές ρίζες του χαρακτήρα και ενώ διατηρεί τους τίτλους πεζοναύτης και αρχιτέκτονας, ταυτόχρονα θίγει τις κοινωνικοπολιτικές καταστάσεις που δημιουργούν ανισότητες και στο τέλος ο Τζον παίρνει τη ζωή του στα χέρια του, δίχως τον στρατό, τους γονείς του ή κάποια άλλη εξουσιαστική φιγούρα να του δίνει διαταγές. Είναι μια συνειδητή επιλογή που θυμίζει τα πρώτα βήματα του χαρακτήρα και τον κάνει να ξεχωρίζει και να ωριμάζει από τον «καλό στρατιώτη» που πρωτογνωρίσαμε.


Ο Κάιλ Τσάντλερ είναι μια αποκάλυψη ως Χαλ Τζόρνταν. Τέτοια αποκάλυψη που όλοι παραμιλούν στο διαδίκτυο και προσπαθούν να βρουν τρόπους να γυρίσουν πίσω τον χρόνο και να αντικαταστήσουν τον Ράιαν Ρέινολντς με εκείνον στην ταινία του 2011. Κάθε ατάκα, κάθε νεύμα, ακόμα και ένα κλείσιμο του ματιού, φέρουν μια βαρύτητα και είναι σαν να ξεπηδά ο χαρακτήρας από τις σελίδες των κόμιξ. Το πιο εντυπωσιακό με τη μεταφορά του χαρακτήρα, είναι ο τρόπος που εισάγεται η σκοτεινή πλευρά του Χαλ Τζόρνταν στην πλοκή. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90, ο Χαλ Τζόρνταν έγινε ένας κακός με το όνομα Πάραλαξ – αργότερα στα κόμιξ αποκαλύπτεται πως ο Πάραλαξ είναι μια κοσμική οντότητα που έχει διαφθείρει τον Τζόρνταν – και το σενάριο του Lanterns βρίσκει μια τέλεια ισορροπία ανάμεσα στη φωτεινή και σκοτεινή πλευρά του χαρακτήρα. Όσοι γνωρίζουν τα κόμιξ μαντεύουν σε κάθε σκηνή αν τελικά θα πάρει την ίδια τροπή ο χαρακτήρας του στη σειρά και όσοι δεν γνωρίζουν, κάθονται σε αναμμένα κάρβουνα περιμένοντας την ανατροπή. Το καουμποϊλίκι του Τζόρνταν είναι η τέλεια αντίθεση στον στωικισμό του Στιούαρτ και μια ωραία αντιστροφή των ρόλων, καθώς είμαστε συνηθισμένοι όταν πρόκειται για ρόλους δασκάλου και μαθητή, ο δάσκαλος να είναι σοβαρός και ο μαθητής πιο παρορμητικός.
Το Lanterns ανακοινώνει τον ριζοσπαστικό του χαρακτήρα από το φινάλε του πρώτου επεισοδίου. Δεν κρύβεται και δεν δειλιάζει. Από την αρχή κάνει ξεκάθαρο πως είναι μια σειρά μυστηρίου με έμφαση στους χαρακτήρες και όποιοι περιμένουν αστρομαχίες, μάλλον δεν παρακολουθούν τη σειρά σωστά, γιατί το ύφος της δεν αλλάζει καθόλου σε αυτά τα οχτώ επεισόδια. Δηλαδή, δεν υπόσχεται κάτι και δεν το πραγματοποιεί. Όμως, αν υπάρξει μια δεύτερη σεζόν, το Lanterns θα πρέπει να μεταμορφωθεί με κάποιον τρόπο, ίσως τελικά να πλησιάσει το ύφος που υπάρχουν στα κόμιξ, διότι, αν και το δράμα της πρώτης σεζόν είναι καλό, στο τέλος θα πρέπει να δούμε τον Green Lantern να είναι ο Green Lantern. Είμαι όμως αισιόδοξος ότι αυτό θα γίνει κάποια στιγμή.
