Η Ζόι Καζάν είχε ιδιαίτερους λόγους να προχωρήσει με μια εκτεταμένη, πλήρη μεταφορά του κλασικού μυθιστορήματος του Τζον Στάινμπεκ Ανατολικά της Εδέμ: ο παππούς της, ο σπουδαίος Ελία Καζάν είχε μεταφέρει το έργο του Στάινμπεκ στον κινηματογράφο το 1955, με τον ίδιο τον Στάινμπεκ στην πρεμιέρα. Έτσι, ήταν ένα έργο που αφενός ήταν πολύ κοντά στην καρδιά της και αφετέρου πίστευε ότι θα μπορούσε να αναδείξει με διαφορετικό τρόπο για το κοινό του 21ου αιώνα, χωρίς να αλλοιώσει το αρχικό κείμενο.

Βλέπετε, η Καζάν ήθελε εξαρχής να εστιάσει στον χαρακτήρα της Κάθι Έιμς, έναν από τους πιο αρνητικούς χαρακτήρες της αμερικάνικης λογοτεχνίας του 20ού αιώνα, του «τέρατος από ανθρώπινους γονείς», έναν άκαρδο, χειριστικό και δολοφονικό χαρακτήρα που ο Στάινμπεκ είχε ανάγει σε μια δαιμονική φιγούρα. Η Καζάν ήθελε να εντάξει την Κάθι σε ένα πλαίσιο κοινωνικοπολιτικό και να αποπειραθεί να ερμηνεύσει την Κάθι υπό το πρίσμα των περιορισμένων επιλογών μιας γυναίκας της εποχής καθώς και του μισογυνισμού που επικρατούσε. Ο στόχος της, όπως η ίδια δήλωσε σε συνεντεύξεις της, δεν ήταν να την δικαιολογήσει ή να την ανάγει σε κάτι θετικό. Αντιθέτως, επέμεινε στα αρνητικά της χαρακτηριστικά. Ήθελε όμως να την εξηγήσει, αν μη τι άλλο να αναδείξει κάποια ανθρώπινα χαρακτηριστικά της που τουλάχιστον θα έριχναν φως στην ασφυκτικά προκαθορισμένη πορεία που κάθε γυναίκα είχε μπροστά της.  

Κάποιοι εύλογα θα αντιδράσουν με αυτή την ερμηνεία καθώς ισχυρίζονται ότι ο λόγος που η Κάθι αντιπροσωπεύει το απόλυτο κακό σχετίζεται με τη βιβλική αλληγορία του Στάινμπεκ, τη συμβολική αντιπαράθεση Κάιν και Άβελ κλπ. Ακόμη κι αν αυτό είναι σωστό όμως, δεν αναιρεί το δικαίωμα να αλιεύσεις μία δεύτερη ερμηνεία στο έργο και τον χαρακτήρα, άλλωστε αυτό προϋποθέτει μια δημιουργική ανάγνωση ενός κλασικού έργου και αυτό καθιστά ένα έργο κλασικό: το ότι προσφέρεται για πληθώρα ερμηνειών.

Όλα ως εδώ καλά. Συμφωνώ ότι ο χαρακτήρας της Κάθι είναι μονοκόμματα και υπερβολικά αρνητικός, κάτι που του στερεί ως ένα βαθμό το απαραίτητο βάθος που θα δημιουργούσε ένα πιο ολοκληρωμένο πορτρέτο της ευρύτερης δυναμικής της οικογένειας και της σχέσης της με τους δύο αδερφούς Άνταμ και Τσαρλς Τρασκ. Το ζήτημα που εδώ προκύπτει όμως είναι το εξής: Πόσο περιθώριο έχει ένας δημιουργός που επιχειρεί να μεταφέρει ένα λογοτεχνικό έργο στη μεγάλη οθόνη (ιδιαίτερα αν αυτό είναι κλασικό), ώστε να περάσει τις δικές του ιδέες χωρίς όμως να αλλάξει το πνεύμα του συγγραφέα; Γιατί εδώ δεν μιλάμε για μια ελεύθερη διασκευή. Από τη στιγμή που επιλέγεις να χρησιμοποιήσεις τον αρχικό τίτλο του μυθιστορήματος και το όνομα του συγγραφέα, τα περιθώρια που έχεις είναι αρκετά στενά και καλείσαι να ανταποκριθείς σε μία εξαιρετικά δύσκολη άσκηση ισορροπίας ανάμεσα στη βαριά κληρονομιά του βιβλίου και τη δική σου οπτική γωνία. Διότι έχεις χώρο να κάνεις κάποια πράγματα, αλλά όχι πολλά: μπορείς να εστιάσεις κάπου περισσότερο και κάπου λιγότερο. Μπορείς να πιαστείς από μια λεπτομέρεια αναδεικνύοντάς την σε κάτι σημαντικό και (υπό προϋποθέσεις) να υποβαθμίσεις κάτι που παίζει σημαντικό ρόλο στο αυθεντικό κείμενο. Μπορείς να τονίσεις κάποιες αμφισημίες και να αγνοήσεις κάποιες άλλες. Όμως ό,τι κι αν κάνεις πρέπει να είναι ριζωμένο στο κείμενο. Δεν μπορείς να εφεύρεις πράγματα που κουμπώνουν βολικά στο δικό σου όραμα. Ακόμα κι αν η δική σου εκδοχή είναι πιο ολοκληρωμένη, ταιριάζει καλύτερα, δεν παύει να είναι ακριβώς αυτό: η δική σου εκδοχή. Από την στιγμή που διατηρείς τον τίτλο τότε φέρεις την ευθύνη να σεβαστείς το κείμενο και το όραμα του δημιουργού του. Αλλιώς όσο καλές κι αν είναι οι προθέσεις σου και όσο εμπνευσμένες οι επιλογές σου, έχεις αλλοιώσει ένα κλασικό έργο, και αυτό δεν έχεις το δικαίωμα να το κάνεις.

Πώς τα πήγε λοιπόν η Καζάν στα επτά επεισόδια της μεταφοράς του βιβλίου; Νομίζω ότι τα πήγε αρκετά καλά. Έχω αρκετά χρόνια να διαβάσω το βιβλίο και ξεφύλλισα μονάχα μερικές σελίδες ξανά πριν γράψω αυτό το κείμενο. Με βάση όσα θυμάμαι, η Καζάν είναι αλήθεια ότι ακροβατεί σε μια πολύ λεπτή γραμμή σε σχέση με το βιβλίο, αλλά όποτε νομίζεις ότι πάει να το χάσει, τελικά νομίζω ότι κρατάει τον έλεγχο και δείχνει ότι διατηρεί τον σεβασμό της στον Στάινμπεκ. Προσθέτει σίγουρα κάποια στοιχεία, αλλά αυτά είναι μικρά και θεωρώ ότι δεν αλλοιώνουν το ύφος του συγγραφέα. Έχει χτενίσει το κείμενο όσο και τις επιστολές του Στάινμπεκ προκειμένου να σκαλίσει λεπτομέρειες που θα ταίριαζαν στην απόπειρά της να παρουσιάσει μια πιο εξανθρωπισμένη και ολοκληρωμένη εικόνα της Κάθι, και η αλήθεια είναι ότι βρίσκει τα ψήγματα που χρειάζεται και τα μεγεθύνει.

Νομίζω τελικά ότι κατορθώνει σε γενικές γραμμές να κρατήσει και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο, αρκεί να το δει κάποιος με ανοχή και επιείκεια. Διότι αναδεικνύει μια πιο σύνθετη Κάθι, την οποία εντάσσει σε ένα ντετερμινιστικό κοινωνικά πλαίσιο, ενώ παράλληλα διατηρεί το ύφος και το ήθος του Στάινμπεκ χωρίς να παραμορφώσει ιδιαίτερα κάποιο νευραλγικό σημείο του έργου. Η ισορροπία είναι δύσκολη αλλά επαρκώς επιτυχής.