Το ΚΘΒΕ ανακοίνωσε χθες την «προσωρινή αναστολή του καλλιτεχνικού του έργου στη Μονή Λαζαριστών», καθώς «θεωρείται πλέον ζημιογόνα υπερβολή η συμμετοχή του σε έναν τέτοιο φορέα που απαιτεί πάνω από 300.000 ευρώ το χρόνο». Στην ανακοίνωση σημειώνεται επίσης ότι «δεν συρρικνώνεται η καλλιτεχνική δράση του ΚΘΒΕ, άρα ούτε και το προσωπικό του» αλλά και ότι «κανείς δεν δικαιούται να προκαλεί την κοινωνία και τον δοκιμαζόμενο Έλληνα πολίτη γιατί αυτός πληρώνει το ανωτέρω ποσό μέσω της φορολογίας του».

Είναι προφανές ότι χρειάζεται σύνεση στην οικονομική διαχείριση και συρρίκνωση. Άλλωστε, ο γιγαντισμός του ΚΘΒΕ δεν υπαγορεύτηκε από καλλιτεχνικές ανάγκες, ούτε υπηρέτησε μετέπειτα αμιγώς τις ανάγκες του κοινού και των δημιουργών.

Το θέμα όμως δεν είναι εάν θα ανασταλεί η λειτουργία του ΚΘΒΕ στη Μονή. Το θέμα είναι τι ΚΘΒΕ θέλουμε και τι ΚΘΒΕ έχουμε. Η ανακοίνωση εγείρει το θυμικό με τη δημαγωγία της διατύπωσης. Το μάτι σκοντάφτει στο «καλλιτεχνικό έργο του ΚΘΒΕ» και στον ταλαίπωρο Έλληνα φορολογούμενο που δεν χρειάζεται άλλες προκλήσεις… Και αναρωτιέται κανείς: η παρέλαση μιας σειράς ευτελών παραστάσεων στις σκηνές του Κρατικού δεν είναι πρόκληση; Πόσο συνεπές είναι το ΚΘΒΕ τα τελευταία χρόνια σε βασικές καταστατικές αποστολές του;Δείχνει έγνοια για το νεοελληνικό έργο; Ποιες είναι οι προτάσεις του σε επίπεδο σύγχρονου ξένου δραματολογίου; Καταθέτει ανήσυχες αναγνώσεις κλασικών κειμένων; Αναδεικνύει νέους καλλιτέχνες του θεάτρου; Αξιοποιεί το καλλιτεχνικό δυναμικό της πόλης; Προωθεί την έρευνα και την εξέλιξη της θεατρικής τέχνης; Δημιουργεί παραστάσεις ικανές να ταξιδέψουν στο εξωτερικό; Αναβαθμίζει την αισθητική μας; Ανεβάζει, στην τελική, παραστάσεις που να μας κάνουν να αγαπάμε το θέατρο; Ένα Déjà Vu (πριν δύο χρόνια) και οι φετινές αναμενόμενες πρεμιέρες του Blasted και του Γύρου του θανάτου δεν σώζουν τη χαμένη τιμή της κρατικής σκηνής από το τσουνάμι της δημαγωγίας και του λαϊκισμού.

Υπάρχει βέβαια και ο αντίλογος. «Το κοινό της πόλης δεν είναι αρκετό για να στηρίξει πιο “ανήσυχες” παραστάσεις. Και τα εισιτήρια είναι πάνω από όλα!». Είναι ο λαϊκισμός και τα εισιτήρια βασικοί υπαρξιακοί στόχοι μίας κρατικής, επιχορηγούμενης με εκατομμύρια ευρώ, σκηνής; Η πρόσφατη εισπρακτική και καλλιτεχνική επιτυχία της ερευνητικής Ερωφίλης από την εταιρεία θεάτρου Χώρος στο θέατρο Αυλαία, που έχει πάρει διαδοχικές παρατάσεις κατ’ απαίτησιν του κοινού, είναι μόνο ένα παράδειγμα που αποδεικνύει ότι στην πόλη υπάρχει κοινό, και μάλιστα πολυπληθές, που διψά για καλές παραστάσεις. Αλλά ακόμη κι εάν δεν υπήρχε κοινό, χρέος του ΚΘΒΕ θα ήταν να το δημιουργήσει κι όχι να συμβάλλει στη συστηματική του αποχαύνωση.

Και, εάν εξαιρέσει κανείς μεμονωμένες φωνές, που με παρρησία αρθρώνουν κριτικό λόγο για το ΚΘΒΕ, η πόλη σιγεί. Παρά την εξωστρέφεια που την χαρακτηρίζει τελευταία. Απαξίωση, φόβος ή και τα δύο; Σε κάθε περίπτωση, είναι ανάγκη να ανοίξει ένας δημόσιος διάλογος για τη δεύτερη κρατική σκηνή της χώρας. Ένας διάλογος που θα θέσει καταρχήν με ειλικρίνεια όλες τις αγκυλώσεις του οργανισμού: από τα κριτήρια επιλογής καλλιτεχνικής διεύθυνσης και τον γραφειοκρατικόμηχανισμό του μέχρι τον ρόλο του ΔΣ και των συνδικαλιστών… Εάν όμως επικρατήσει η σιωπή, το ΚΘΒΕ θα συνεχίζει σαν άλλος αυτάρεσκος εγωιστής γίγαντας που αρνείται να ανοίξει την αυλή του στο αληθινό παιχνίδι του θεάτρου και στα “παιδιά” αυτής της πόλης, αυτής της χώρας.